Skip to main content

Ιστορίες Παλιάς Θεσσαλονίκης: Λερωμένα καθίσματα, άσχημη μυρωδιά και πνιχτοί αναστεναγμοί - Έκλεισε το Βίλμα και θα γίνει Airbnb

Πάνω από 20 τσοντάδικα μετρούσε η Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του ΄70, σήμερα κανένα - Το μισοσκόταδο που γεννούσε υποσχέσεις τις οποίες κανείς δεν πίστευε... ούτε και πήγαινε κανείς για την ταινία

Μια εικόνα παράξενη, άντρες κάθε ηλικίας πηγαίνουν σινεμά κρατώντας εφημερίδα ή -σπανιότερα- περιοδικό στο χέρι. Μα καλά, θα δουν ταινία ή θα διαβάσουν; Και πώς θα διαβάσουν στο σκοτάδι;

Δεν είναι συνηθισμένο σινεμά και δεν είναι συνηθισμένοι θεατές, για την ακρίβεια δεν είναι ακριβώς αυτό που λέμε σινεφίλ κι ας βρίσκονται σχεδόν κάθε μέρα στην κινηματογραφική αίθουσα. Στο τέλος πιθανόν να μην θυμούνται καν τον τίτλο της ταινίας. Πώς τόπε ο σκηνοθέτης και συγγραφέας, Τάκης Σπετσιώτης; «Καημένο Βίλμα, πόσους έχεις ανακουφίσει...».

«Βίλμα το τελευταίο αντίο», είναι ο τίτλος του ντοκιμαντέρ των Κώστα Μπακιρτζή και Κωστή Σταμούλη που έχει ως θέμα τον τελευταίο παραδοσιακό ερωτικό κινηματογράφο της Ελλάδας, στη Θεσσαλονίκη, στην περιοχή του Βαρδάρη και στην οδό Γλάδστωνος, η οποία πήρε το όνομά της από τον σπουδαίο Βρετανό φιλέλληνα Ουίλιαμ Γκλάντστοουν, τον τέσσερις φορές πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου και άλλες τόσες υπουργό Οικονομικών. Το φιλμ προβλήθηκε στο 28o Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης, πλέον μόνο διαδικτυακά, καθώς οι προβολές του στην αίθουσα είναι  sold out πολλές μέρες πριν και αποτέλεσε την αφορμή για να κάνουμε μια αναδρομή στα τσοντάδικα της πόλης, εκεί όπου οι αναστεναγμοί περίσσευαν και οι ιστορίες ήταν γραμμένες όχι με αίμα και δάκρυα, αλλά με τα ερωτικά πάθη από ανδρικές φιγούρες που χάνονταν στο καπνιστήριο ή στις τουαλέτες.

Image

 

 

Το Βίλμα θα γίνει Airbnb 

H Βίλμα μια αρχόντισσα Θεσσαλονικά, που ζει στην οδό Διοικητηρίου, έδωσε -ίσως χωρίς να το θέλει- το όνομά της σε έναν ιστορικό κινηματογράφο ερωτικών ταινιών, εκεί, δίπλα της, στη γειτονιά της. Ο πατέρας της, Ευστ. Καραγαβριηλίδης, είχε το οικόπεδο στο οποίο χτίστηκε το σινεμά που έκανε πρεμιέρα στις 27 Σεπτεμβρίου 1970 με δύο ταινίες γούεστερν, «Ο μαύρος εφιάλτης» και «Ο τρομοκράτης του Τέξας». Μια που τα είδαν τα γουέστερν οι θεατές και μια που τα ξέχασαν γιατί λίγα χρόνια μετά το Σινέ Βίλμα έγινε κινηματογράφος ερωτικών ταινιών, κοινώς τσοντάδικο.

Στο Βίλμα έμπαιναν μόνο άντρες, αλλά όχι με σκοπό να δουν ταινία. Όπως λέει και ο Κώστας Μπακιρτζής στη Voria, «οι πελάτες είχαν συγκεκριμένο σκοπό, ούτε η ποιότητα ούτε οι συνθήκες προβολής τούς ενδιέφεραν». Όσοι κρατούσαν εφημερίδα ή περιοδικό έμεναν στην κάτω αίθουσα και έβλεπαν την ταινία με ανοιχτή την εφημερίδα στα πόδια τους. Κάτω από τις ειδήσεις και τις διαφημίσεις χέρια πήγαιναν και έρχονταν ή άλλαζαν χέρια και γενικά γινόταν ένα φλερτ, ένα ερωτικό παιχνίδι. Ακόμη πιο έντονα πάθη έβγαιναν στη σκάλα που οδηγούσε στον εξώστη. Εκεί το φλερτ είχε πια εκδηλωθεί και η ερωτική πράξη ολοκληρωνόταν. Υπήρχαν επίσης κι αυτοί που πήγαιναν για να δουν τους άλλους, οι γνωστοί ματάκηδες, οι οποίοι κουραζόταν περισσότερο από όλους, καθώς κάθε τρεις και λίγο άλλαζαν θέση αναζητώντας ένα νέο ζευγάρι να ερωτοτροπεί.

Image

 

«Η ημιπαρανομία στο ημίφως», θα μπορούσε να πει κανείς, αλλά ποιος ορίζει τι είναι παράνομο στον έρωτα και ποιος αλήθεια πιστεύει πως ενδιαφέρει τους ερωτικούς συντρόφους το αν υπάρχει κίτρινο ή λευκό φως γύρω τους; Όπως εύστοχα είπε ο Θωμάς Κοροβίνης, «το αγοραίο πάθος μπορεί να μείνει αλησμόνητο».

Οι έρωτες του Βίλμα δεν κράτησαν πολύ, οι περισσότεροι ξεχάστηκαν μόλις τελείωσε η ταινία, άλλοι πάλι επανέλαβαν τη συνάντηση την επόμενη μέρα ή βδομάδα σε μια άλλη προβολή. Το ενδιαφέρον στοιχείο στα τσοντάδικα είναι πως πρόβαλαν ταινίες sex με γυναίκες και άντρες ή μόνο με γυναίκες, αλλά το κοινό τους αναζητούσε αποκλειστικά ανδρική ερωτική συντροφιά. 

Image

 

Το Βίλμα ήταν ο πιο γνωστός κινηματογράφος -μαζί με το Λαϊκόν στον Βαρδάρη- κι όχι επειδή έφερνε ταινίες Α΄ προβολής, αυτό ίσως μόνο οι θεωρητικοί της ιστορίας του κινηματογράφου να το έχουν προσέξει. Η αίθουσά του είχε υφασμάτινα καθίσματα, αρκετά λερωμένα και ένας αστικός μύθος λέει πως κάποιοι θεατές έφερναν μαζί τους μια πλαστική σακούλα για να καθίσουν πάνω της. Η μυρωδιά ήταν αποπνικτική, παρότι μια μεγάλη ταμπέλα στην είσοδο ενημέρωνε πως «Η αίθουσα διαθέτει ισχυρό κλιματισμό με τελευταίας τεχνολογίας ψυκτικά μηχανήματα». Δεν αρκούσαν... Αλλά και κανείς δεν παραπονέθηκε ποτέ, ζητώντας επιπλέον εξαερισμό ή αρωματικό χώρου. 

Image

 

 

Το Βίλμα έχει πολλές ιστορίες να αφηγηθεί, όχι όλες ευχάριστες και όχι όλες φωτεινές, έχει και τις καλά κρυμμένες στις γωνιές του και στις τουαλέτες. Μέτρησε και δύο θανάτους θεατών, ναι συνέβησαν και τέτοια. 

Στη μία περίπτωση ένας νεαρός με τον θείο του ήρθαν από επαρχιακή πόλη, προκειμένου ο ηλικιωμένος άντρας να υποβληθεί σε επέμβαση στα μάτια. Μετά το απογευματινό ραντεβού με τον γιατρό κι αφού εκείνος τους έδωσε ραντεβού για την επόμενη μέρα νωρίς το πρωί στην κλινική, θείος κι ανιψιός είπαν να πάνε στο Βίλμα να δουν μία ερωτική ταινία. Λίγο μετά την έναρξη, ο θείος σηκώθηκε, ο ανιψιός νόμιζε πως βγήκε να πάρει αέρα κι όταν είδε πως αργεί, κίνησε να τον αναζητήσει μέσα στο σκοτάδι. Τον βρήκε πεσμένο πίσω από τα τελευταία καθίσματα, ανάσκελα. Νεκρός από ανακοπή καρδιάς είπε ο ιατροδικαστής. Το ίδιο πόρισμα έβγαλε και μερικά χρόνια αργότερα για έναν υπερήλικα, ο οποίος βρέθηκε νεκρός στην τουαλέτα με κατεβασμένο το παντελόνι του

Το καλοκαίρι του 2008 συχνές ήταν οι επισκέψεις της αστυνομίας στο Βίλμα. Σε ένα διαμέρισμα της οικοδομής που βρίσκεται ακριβώς από πάνω, έγινε ένα έγκλημα, που έμοιαζε λίγο με τη δολοφονία του ηθοποιού Νίκου Σεργιανόπουλου, περίπου το ίδιο διάστημα στην Αθήνα. Οι αστυνομικοί αναζητούσαν πληροφορίες από τους θεατές του κινηματογράφου, καθώς έμεναν μέχρι πολύ αργά στην περιοχή και ίσως είχαν δει ή ακούσει κάτι. Ο κινηματογράφος της Γλάδστωνος θεωρούνταν το τελευταίο μυστικό ερωτικό άβατο και επιβεβαίωσε τη φήμη του. Το έγκλημα δεν εξιχνιάστηκε.

Από τη δεκαετία του ΄70 και μέχρι το 2012 το σινεμά Βίλμα έκοβε τουλάχιστον 200-300 εισιτήρια σε εβδομαδιαία βάση. Αργότερα ο αριθμός των θεατών έπεσε στους 100-150 και όταν το εισιτήριο ανέβηκε από τα 3€ στα 5€ μετά βίας συγκέντρωνε 50-60 άτομα. Τις καλές εποχές μάλιστα ήταν ανοιχτό από τις 10 το πρωί ως τις 2 το ξημέρωμα.

Ο Κώστας Μπακιρτζής που γύρισε το ντοκιμαντέρ, έχει μελετήσει ιδιαίτερα τον ερωτικό κινηματογράφο. Και θέλησε να πάρει το Βίλμα για να το κρατήσει ως τέτοιο, ως παραδοσιακό τσοντάδικο. Και σχεδόν έδωσε τα χέρια με τον τελευταίο ιδιοκτήτη του. Μέχρι που την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2024, που ήταν και η τελευταία μέρα λειτουργίας του, έλαβε ένα τηλεφώνημα που του έλεγε πως η συμφωνία χαλάει και το Βίλμα θα μετατραπεί σε δωμάτια Airbnb. «Εκλαιγα για μισή ώρα», μας λέει.

Image

 

Το Λαϊκόν δεν έκλεισε τελικά λόγω βραχυκυκλώματος

Η ταμπέλα που απαγόρευσε στους θεατές να κάνουν την ανάγκη τους στον διάδρομο, καθώς υπήρχε «κίνδυνος βραχυκυκλώματος», έχει μείνει ιστορική για τον κινηματογράφο ερωτικών ταινιών Λαϊκόν, στην οδό Μοναστηρίου σε μια στοά στον Βαρδάρη. Η ίδια εικόνα κι εκεί, σκοτάδι, κάπνα από τσιγάρα, βαριά μυρωδιά κι εφημερίδες πεταμένες κάτω από τα λερωμένα καθίσματα. Λερωμένες κι αυτές, ακατάλληλες για διάβασμα. Το Λαϊκόν έμενε ανοιχτό ως τις 4 το πρωί και κάθε Σεπτέμβριο, την περίοδο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, δημιουργούνταν το αδιαχώρητο... θρυλείται πως δεν έκλεινε καθόλου. Ο κινηματογράφος αυτός που είχε πολύ πιστό και φανατικό κοινό, αλλά πέρασε στην παρακμή πριν από μερικά χρόνια, λόγω των εργασιών για την κατασκευή του μετρό. Οι λαμαρίνες κάλυψαν την πρόσοψη και για να μπει κανείς στην αίθουσα, έπρεπε να περάσει από ένα πολύ μικρό πέρασμα που όμως δεν φαινόταν καν. Το 2020 ανέστειλε τη λειτουργία του λόγω του κορωνοϊού κι όταν επέστρεψαν οι διαχειριστές του το βρήκαν κατεστραμμένο. Άγνωστοι το είχαν βανδαλίσει, είχαν αφαιρέσει σχεδόν τα πάντα από το εσωτερικό του και επιπλέον ο ιδιοκτήτης ζητούσε αύξηση του ενοικίου. Το λουκέτο ήταν μονόδρομος για το πιο γνωστό και εμβληματικό σινεμά τσόντας της Θεσσαλονίκης. 

Image

 

 

 

Τα τσοντάδικα εμπνέουν τον Χριστιανόπουλο

Είχε μια άλλη ατμόσφαιρα ο Βαρδάρης τις περασμένες δεκαετίες. Ήταν συνυφασμένος με τον αγοραίο έρωτα εντός κι εκτός των κινηματογραφικών αιθουσών. 

Στη δεκαετία του ΄70 υπήρχαν περίπου 20 τσοντάδικα στη Θεσσαλονίκη, τα περισσότερα στην περιοχή του Βαρδάρη. Στην πλατεία Δημοκρατίας ξεχώριζε το Πάνθεον, το οποίο κατεδαφίστηκε πλέον και λίγο πιο πάνω το Αλέκα που μετά τη δεκαετία του ΄90 έγινε Τιτάνια κι έκανε στροφή στο εμπορικό σινεμά. Το Αελλώ που βρισκόταν στη γωνία Πλάτωνος και Ολύμπου πρωτολειτούργησε το 1964 και σήμερα είναι σούπερ μάρκετ, ενώ την ίδια εποχή άνοιξε και το σινεμά Αρία στην αρχή της Παπαναστασίου, απέναντι από το Ιπποκράτειο, που έφερε πρώτο τις ταινίες της Τίνας Σπάθη. Εκεί κοντά ήταν και το Oscar που αργότερα έγινε ρεμπετάδικο, στην Κωνσταντινουπόλεως το Θεανώ, Ιασονίδου με Χριστοπούλου στο κέντρο το Έλση, στην Αγγελάκη το Ελλήσποντος, σήμερα γνωστό νυχτερινό κέντρο. 

Σκοτεινές ιστορίες κρύβει το άλλοτε τσοντάδικο Ίλιον στην στροφή της οδού Λαγκαδά στον Βαρδάρη, με την τσίγκινη οροφή και μία σόμπα στη μέση. Λέγεται πως τακτικός θεατής ήταν ο Αριστείδης Παγκρατίδης, γνωστός ως ο Δράκος του Σέιχ Σου. Αυτό το σινεμά ενέπνευσε τον σπουδαίο ποιητή, Ντίνο Χριστιανόπουλο, που σύχναζε τα πάρκα και στα στέκια του Βαρδάρη κι έγραψε το ποίημα «Βαρδάρι: Ιλίου πέρσις»:

Χρόνια στημένος έξω από το «Ίλιον»,
μαζί με άλλους ομοιοπαθείς, διόλου
απίθανο που άρχισα να νιώθω ετούτο
το άθλιο σινεμά σαν την πρωτεύουσα
της Τροίας, και το επικίνδυνο Βαρδάρι
σαν το στρατόπεδο των Αχαιών. Λουμπίνες
καραδοκούσαν κάθε βράδυ, σαν τους Τρώες,
να καταφθάσουν οι Αχαιοί, οι χακιφόροι,
καραδοκούσα και εγώ, σαν άλλος Έκτωρ,
τον Αχιλλέα να φανεί και να μ’ αδράξει,
σε σκοτεινή γωνιά του κάστρου να με σύρει
κι αντί για έρωτα, ν’ αρχίσει τις κλοτσιές.


Η Ραχήλ κατέκτησε το Μεγάλο Μήλο κι έγινε «η βασίλισσα του πορνό της Times Square»

Η Τσέλι Γουίλσον (Chelly Wilson) είναι μέχρι σήμερα «η βασίλισσα του πορνό της Times Square» κι η ζωή της ήταν σχεδόν μυθιστορηματική. Γεννήθηκε το 1908 στη Θεσσαλονίκη με το όνομα Ραχήλ Σερέρο, σε οικογένεια Σεφαραδιτών Εβραίων της πόλης. Μεγάλωσε σε μια πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη, μιλώντας γαλλικά, ισπανικά και ελληνικά κι όταν ενηλικιώθηκε έφυγε για την Αθήνα, όπου δικτυώθηκε στην υψηλή κοινωνία χαρτοπαίζοντας με ηθοποιούς, κοσμικούς, ακόμη και τον δήμαρχο της πρωτεύουσας, Κώστα Κοτζιά. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος έφυγε για τη Νέα Υόρκη χωρίς να ξέρει ούτε λέξη στα αγγλικά. Ξεκίνησε να πουλάει λουκάνικα, φιστίκια και κόκα κόλες σ’ έναν μικρό πάγκο επί της οδού Dyckman street για να επιβιώσει και σιγά σιγά μπήκε στον χώρο του κινηματογράφου προβάλλοντας ελληνικές ταινίες για την ομογένεια, ιδιαίτερα στο Μανχάταν και την Αστόρια κι αργότερα έγινε αντιπρόσωπος της Φίνος Φιλμ στην Αμερική.

Όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 άρχισε η μεγάλη άνθηση του πορνογραφικού κινηματογράφου στην Αμερική, άδραξε την ευκαιρία. Αγόρασε και διαχειρίστηκε πολλούς κινηματογράφους ερωτικών ταινιών στην 42η οδό του Μανχάταν, την περιοχή που λεγόταν τότε «The Deuce» — το κέντρο της νυχτερινής και πορνογραφικής βιομηχανίας της εποχής. Έτσι απέκτησε το παρατσούκλι «Queen of the Deuce» ή «βασίλισσα του πορνό της Times Square», ενώ είχε και δική της εταιρεία παραγωγής ερωτικών ταινιών. Μέχρι τον θάνατό της το 1994 ήταν ιδιοκτήτρια και διαχειρίστρια του θρυλικού εστιατορίου Mykonos, στο Μανχάταν, αγαπημένο στέκι για τον Αριστοτέλη Ωνάση, τη Μελίνα Μερκούρη, τον Νίκο Κούρκουλο κ.ά.  

Image

 

 

Η Θεσσαλονίκη ερωτική πόλη (κι ας μην αρέσει στους Θεσσαλονικείς)

Κάπου ανάμεσα στις φωτεινές επιγραφές της παλιάς πόλης και στους δρόμους που μύριζαν νυχτερινή υγρασία από τον Θερμαϊκό, οι ερωτικοί κινηματογράφοι της Θεσσαλονίκης υπήρξαν για δεκαετίες μικρά καταφύγια μιας διαφορετικής ελευθερίας. Δεν ήταν μόνο σκοτεινές αίθουσες και απαγορευμένες εικόνες, ήταν επίσης κομμάτια μιας πόλης που άλλαζε, μιας κοινωνίας που δοκίμαζε τα όριά της ανάμεσα στην περιέργεια, τη φαντασία και την αμηχανία.

Image

 

 

Το Βίλμα, το Ίλιον και το Λαϊκόν υπήρξαν για χρόνια σημεία συνάντησης μιας άλλης νυχτερινής Θεσσαλονίκης: ανθρώπων που περνούσαν βιαστικά την πόρτα, φοιτητών που αναζητούσαν περιπέτεια, μοναχικών θαμώνων που έβρισκαν για λίγο τη ζεστασιά μιας γεμάτης αίθουσας. Οι ταμπέλες τους φώτιζαν δρόμους που σήμερα έχουν αλλάξει πρόσωπο, ενώ οι αφίσες τους ανήκουν πια σε μια εποχή σχεδόν μυθική.

Σήμερα, οι αίθουσες αυτές έχουν σιωπήσει ή μεταμορφωθεί, όμως οι ιστορίες τους επιμένουν να αιωρούνται στην αστική μνήμη. Σαν παλιές μπομπίνες που γυρίζουν αργά, μας θυμίζουν ότι η ιστορίας μιας πόλης δεν γράφεται μόνο από τα μεγάλα γεγονότα, αλλά και από τις μικρές, κρυφές στιγμές της καθημερινότητας. Με πρωταγωνιστές ιδρωμένα κορμιά, όχι απαραίτητα ερωτευμένα, αλλά σίγουρα ερωτικά... όπως η ταμπέλα που φόρεσαν από χρόνια στη Θεσσαλονίκη -ερωτική πόλη- και δεν θέλουν να τη βλέπουν και να την ακούν οι Θεσσαλονικείς.