Ούτε μία, ούτε δύο, 36 καλλίγραμμες κοπέλες από όλη τη Μακεδονία χορεύουν τανγκό στην πίστα με τον συνοδό τους. Κι ύστερα πιάνονται χέρι χέρι και σέρνουν ένα παραδοσιακό χορό. Μια κριτική επιτροπή επιλέγει την πιο όμορφη. Που είναι συνάμα και πιο έξυπνη κι έχει να στείλει κάποιο μήνυμα -όχι από τα σημερινά περί παγκόσμιας ειρήνης και «ευχαριστώ την οικογένειά μου που με στήριξε σε αυτό το όμορφο ταξίδι»- για τις γυναίκες και για την πόλη.

Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 1929 το ξενοδοχείο Μεντιτερανέ στην παραλία έχει φωταγωγηθεί από το ισόγειο μέχρι τον τελευταίο όροφο. Οι κρυστάλλινοι πολυέλαιοι σκορπίζουν ένα γλυκό κίτρινο χρώμα. Τριάντα έξι κοπέλες, οι πιο όμορφες της πόλης περιμένουν σε έναν ειδικό χώρο κι όταν όλοι -καλεσμένοι και κριτική επιτροπή- παίρνουν τις θέσεις τους, βγαίνουν να χορέψουν, η καθεμιά με τον καβαλιέρο της, σε ρυθμό τζαζ, τανγκό και σουίνγκ που έπαιζε το γραμμόφωνο.

Ήταν βραδιά καλλιστείων, για την ακρίβεια των πρώτων καλλιστείων για τη «Μις Θεσσαλονίκη», που διοργάνωσε η Ένωσις Συντακτών Θεσσαλονίκης, με την κριτική επιτροπή να αποτελούν -μεταξύ άλλων- οι σπουδαίοι ζωγράφοι Σπύρος Βικάτος, ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της Σχολής του Μονάχου και Καλλιόπη Σήφακα. Μπροστά τους στάθηκαν, μετά τον χορό, 36 υποψήφιες και Μις Θεσσαλονίκη εκλέχθηκε η Ειρήνη Ξανθοπούλου ή Σταθοπούλου.

Λίγες μέρες αργότερα η Ξανθοπούλου κατεβαίνει στην Αθήνα για να πάρει μέρος στον διαγωνισμό ομορφιάς για την πρώτη Μις Ελλάς και παρά τρίχα θα τον κέρδιζε, αλλά νικήτρια ανακηρύχθηκε η Ασπασία Καρατζά μια 24χρονη Πατρινιά, η οποία αναδείχτηκε ως η ομορφότερη Ελληνίδα στα καλλιστεία που έγιναν στο νυχτερινό κέντρο Delice (Πανεπιστημίου και Ιπποκράτους γωνία). Η Καρατζά δεν ήταν τυχαία περίπτωση, είχε τελειώσει το γυμνάσιο και εργαζόταν στην Εθνική Τράπεζα, στο υποκατάστημα της Πάτρας και μάλιστα παραιτήθηκε προκειμένου να λάβει μέρος στον διαγωνισμό.

Η Ξανθοπούλου επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και δεν ασχολήθηκε ξανά με το θέμα «καλλιστεία», είναι άγνωστο μάλιστα αν βρέθηκε στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης αργά το βράδυ της Τρίτης 29 Ιανουαρίου, όταν έφτασε με τρένο από την Αθήνα η Καρατζά για να συνεχίσει το ταξίδι της για το Παρίσι, όπου λίγες μέρες αργότερα πήρε μέρος στον διαγωνισμό για την ανάδειξη της «Μις Ευρώπη». Συνοδευόμενη από τον αδερφό της Δημοσθένη και τον μνηστήρα της Δημήτρη Αναστασόπουλο -«άγρυπνον ιμπρεσάριον», τον αποκαλούσε-, έφτασε γύρω στις 23.00, προκειμένου να πάρει την αμαξοστοιχία Σεμπλόν Οριάν, το θρυλικό πολυτελές τρένο που έκανε το δρομολόγιο Κωνσταντινούπολη-Παρίσι. Παρά τη δυνατή βροχή και το κρύο, πλήθος επισήμων, αλλά και απλών πολιτών συγκεντρώθηκε στον σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης για να δει από κοντά την ομορφότερη Ελληνίδα, την πρώτη που κατέκτησε αυτόν τον τίτλο. Η Καρατζά είχε μόλις μισή ώρα για να επιβιβαστεί στο τρένο και η χωροφυλακή άνοιγε δρόμο για να καταφέρει να φτάσει στην αποβάθρα, όσο ο κόσμος της έδινε ανθοδέσμες κι ο πρόεδρος της Ένωσις Συντακτών Εφημερίδων Αθηνών, Χρήστος Δαραλέξης (σ.σ. ένας διανοούμενος και θεατρικός συγγραφέας, αλλά και βουλευτής Ηλείας που έμεινε γνωστός για την φράση «Πόρνη κοινή γνώμη σέ ἐδάμασα», την οποία ξεστόμισε σε μία από τις θεατρικές παραστάσεις που ανέβασε), την αποχαιρέτησε με ένα κουτί σοκολάτες. Η 24χρονη καλλονή ήταν κουρασμένη και «συναχωμένη». «Αχ, Κύριοι, σας ευχαριστώ... Κατήντησα περιοδεύων υπουργός να κάνω δηλώσεις», είπε στους δημοσιογράφους που την πολιορκούσαν για ένα φωτογραφικό κλικ και μία ατάκα. «Τι να είπωμεν εις τας ωραίας της Θεσσαλονίκης;», επέμεναν εκείνοι, «Ότι τας στέλνω γλυκόν ασπασμόν», απάντησε και ο συντάκτης της εφημερίδας «Μακεδονία» έκλεισε το ρεπορτάζ του ως εξής: «Τι να ζητήσει κανείς περισσότερον από το ωραίον θηγάτριον; Απεσύρθην με μυρίας ευχαριστίας και ισαρίθμους υποκλίσεις. Μη έχων να προσφέρω άνθη της έδωκα θερμάς ευχάς δια την επιτυχίαν της».

Για την ιστορία, η Ασπασία Καρατζά διάγραψε μια πολύ καλή πορεία στον διαγωνισμό για τη «Μις Ευρώπη» και πήρε τη δεύτερη θέση. Πρώτη ήρθε η Ελισάβετ Σιμόν από την Ουγγαρία, αλλά τις επόμενες μέρες βγήκαν κάποια δημοσιεύματα στον γιουγκοσλαβικό -τότε- τύπο που έλεγαν πως διατηρούσε συγγενική σχέση με μέλος της οργανωτικής επιτροπής και η επιτυχία της αμφισβητήθηκε. Η Ασπασία Καρατζά έμεινε ακόμη λίγες μέρες στο Παρίσι, όπου ήταν προσκεκλημένη σε διάφορους χορούς κι όταν επέστρεψε στην Ελλάδα το δημοτικό συμβούλιο της Πάτρας την βράβευσε και της έκανε δώρο δύο ακριβά πορσελάνινα βάζα.
Όσο εκείνη βρισκόταν σε χορούς και δεξιώσεις στη γαλλική πρωτεύουσα, ένας βάρδος του ρεμπέτικου στην Αθήνα, ο Αντώνης Νταλγκάς -δεν θα μπορούσε να βρει πιο ταιριαστό ψευδώνυμο- ερμήνευε κι έκανε επιτυχία το άσμα «Μις Ελλάς», σε σύνθεση του Παναγιώτη Βαϊνδιρλή.
«Αχ Αχ Μις Ελλάς τι είναι τούτα που τραβάς
Και ζηλεύουν όλα τα κορίτσια θέλουν Μις Ελλάς
Αχ Αχ Μις Ελλάς τώρα εσύ μου τα χαλάς
Δεν παντρεύουμαι μου λέγει ακόμα πω πω πω πω πω μπελάς»
Το τραγούδι γράφτηκε για την Ασπασία Καρατζά, η επιτυχία της οποίας δεν έγινε πάντως δεκτή με χαρά και ενθουσιασμό σε όλη τη χώρα, κυρίως δε από τους άντρες που έβλεπαν τα κορίτσια να ξεσηκώνονται και να θέλουν να θέσουν υποψηφιότητα για Μις Ελλάς. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως είμαστε στα 1929...
Βέβαια κάποιες φορές ο διαγωνισμός των καλλιστείων χρησιμοποιούνταν και για πολιτικές σκοπιμότητες. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄30 μια όμορφη μαθήτρια του Διδασκαλείου Θηλέων στη Θεσσαλονίκη, ένα εκπαιδευτήριο που απευθύνονταν στα κορίτσια «της καλής κοινωνίας», η Παρασκευή Κοτζάμπαση, θα βρεθεί ενώπιον του δικαστηρίου με την κατηγορία «της ανατροπής της καθεστηκυίας τάξεως». Ένα μέλος της σύνθεσης του δικαστηρίου, που όλη την ώρα την κοίταζε από την κορφή ως τα νύχια θα της πει ότι θα μπορούσε να διεκδικήσει τον τίτλο της Μις Θεσσαλονίκη αν, αντί να διαβάζει Μαρξ στα διαλείμματα, έπαιρνε μέρος στα καλλιστεία της Ενώσεως Συντακτών...
Η Μις Θεσσαλονίκη στέφεται κυρία Μοσκώφ και η Μις Αθήνα η ομορφότερη της Ευρώπης
Έναν χρόνο μετά, στα 1930, μαύρα σύννεφα καλύπτουν την Ευρώπη, το οικονομικό κραχ αν και με καθυστέρηση καθώς είχε να διασχίσει έναν Ατλαντικό Ωκεανό κάνει την εμφάνισή του, η Σμύρνη καπνίζει ακόμη κι ο Ελευθέριος Βενιζέλος προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της, ο Χίτλερ οργανώνει δικτατορία, αλλά η Αθήνα χορεύει ταγκό και με την έλευση της νέας χρονιάς όλος ο τύπος ασχολείται στα πρωτοσέλιδά του με την ανάδειξη της Μις Ελλάς, η οποία θα εκπροσωπήσει την πατρίδα μας στην ευρωπαϊκή διοργάνωση που θα γίνει και πάλι στο Παρίσι.
Φαβορί η Μις Θεσσαλονίκη, Ρωξάνη Στεργίου. Τα καλλιστεία για την ανάδειξή της έγιναν ξανά στο Μεντιτερανέ, σύμβολο της προπολεμικής Θεσσαλονίκης με το όνομα «Ολύμπιον Μέγαρον της Μεσογείου». Στην τελική δεκάδα έφτασαν οι: Ρωξάνη Στεργίου, Κλειώ Σώσου, Πολύμνια Βατίκη, Νίκη Παυλίδου, Αθηνά Σκουλαρίδου, Βάρδα, Στάλιου, Καστρινού, Θεοφανίδου και Εστέρ Φρανσές, όλες γόνοι καλών οικογενειών και με ιδιαίτερη μόρφωση και αγωγή. Πρόεδρος της κριτικής επιτροπής ήταν ο δήμαρχος της πόλης Κωνσταντίνος Μάνος και μέλη μεταξύ άλλων, ο ζωγράφος Πολύκλειτος Ρέγκος, ο συνθέτης Αιμίλιος Ριάδης και ο πρόεδρος των δημοσιογράφων Αντώνιος Χαμουδόπουλος, συντάκτης της εφημερίδας «Μακεδονία» και ιδρυτής της βραχύβιας έκδοσης «Εσπερινά Νέα».
«Τότε», γράφει ο Αιμίλιος Δημητριάδης στο βιβλίο του «Φοίνιξ αγήρως, η Θεσσαλονίκη του 1925-35», «δεν υπήρχε πασαρέλα και οι υποψήφιες διαγωνίζονταν στην πίστα χορεύοντας στην αρχή με τους καβαλιέρους τους, ένα ένα ζευγάρι και μετά όλες μαζί, ώστε η επιτροπή των καλλιστείων, αλλά και το κοινό, που είχε κι αυτό λόγο, να σχηματίσουν γνώμη για την επιλογή τους».
Τον τίτλο κέρδισε -όπως ήταν αναμενόμενο- η Ρωξάνη Στεργίου με καταγωγή από την Προύσα της Μικράς Ασίας, απόφοιτος της Ανώτερης Αμερικανικής Σχολής και δίπλωμα μουσικής από το Μακεδονικό Ωδείο. Ήταν όμορφη, σοβαρή, μετρημένη, είχε ευφράδεια λόγου και στάθηκε αγέρωχη μπροστά στην επιτροπή, βέβαιη για τη νίκη της. Η Θεσσαλονίκη πανηγύρισε εκείνο το παγωμένο βράδυ του Γενάρη του 1930, που η ομίχλη κάλυπτε τον Θερμαϊκό και την προκυμαία και για αρκετές μέρες οι πηχυαίοι τίτλοι των εφημερίδων δημιούργησαν κλίμα ενθουσιασμού για την εκλογή της ως Μις Ελλάς.

Η 19χρονη Θεσσαλονικιά κατέβηκε στην Αθήνα για τη μεγάλη βραδιά που έγινε στις 27 Ιανουαρίου 1930 στο κινηματοθέατρο Ολύμπια, στην οδό Ακαδημίας. Ήταν το αδιαφιλονίκητο φαβορί, αναγνωρισμένο από κοινό και κριτικούς. Και αίφνης... όλα ανατράπηκαν. Γύρω στις 11 το βράδυ κι ενώ οι υποψήφιες είχαν ολοκληρώσει την πασαρέλα, η Μαρίκα Κοτοπούλη που ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής, ορμάει στο επάνω αριστερό θεωρείο, αρπάζει από το χέρι μια πανέμορφη κοπέλα, την ανεβάζει στη σκηνή και φωνάζει «αυτή είναι η Μις Ελλάς». Στο θέατρο δημιουργείται πανδαιμόνιο. Ήταν η Αλίκη Διπλαράκου, γόνος εύπορης οικογένειας Μανιατών, που πήγε να απολαύσει τη βραδιά των καλλιστείων με τη μητέρα της και έναν οικογενειακό τους φίλο. «Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Το πρώτο μου συναίσθημα ήταν η απορία, "Τι έγινε τώρα"; "Γιατί συμβαίνει αυτό;". Ο πατέρας μου θα με σκοτώσει. Όταν μάλιστα γύρισα σπίτι και του είπαμε τι έγινε, με κλείδωσε στην κάμαρά μου», αφηγήθηκε η Διπλαράκου το 1980 στην πρώτη και μοναδική της συνέντευξη στην ΕΡΤ και στον Φρέντι Γερμανό.

Το θέατρο μετατράπηκε σε ρινγκ. Ο νεαρός τότε δημοσιογράφος, Αλέκος Λιδωρίκης -ο οποίος έκανε παγκόσμια επιτυχία στις 24 Ιανουαρίου του 1936 όταν με περιπετειώδη τρόπο κατόρθωσε να πάρει συνέντευξη από τον Μπενίτο Μουσολίνι, μέσα στο Παλάτσο Βενέτσια κατά τη διάρκεια της επίθεσης των Ιταλών στην Αιθιοπία, γνωστή ως Β' Ιταλό-Αιθιοπικός Πόλεμος- θυμήθηκε στην ίδια συνέντευξη στον Φρέντι Γερμανό πως «έγινε μεγάλος χαμός, σαν ένα είδος ταξικής διαμάχης. Φαβορί της βραδιάς ήταν η Μις Θεσσαλονίκης και όλοι στοιχιμάτιζαν πάνω της. Πάντα όμως Αθήνα και Θεσσαλονίκη είχαν μεγάλους έρωτες και μεγάλους διχασμούς».
Το όνομά της μπήκε στην κάλπη και η Αλίκη Διπλαράκου πήρε 19 ψήφους, έναντι 13 της Ρωξάνης Στεργίου. Άλλο ένα επεισόδιο στην κόντρα Αθήνας-Θεσσαλονίκης είχε μόλις γραφτεί.
Ο πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής, δήμαρχος Αθηναίων, Σπύρος Μερκούρης, το έσκασε από το παράθυρο-φήμες της εποχής λένε πως νωρίτερα έβγαλε περίστροφο και απείλησε το πλήθος. Τα άλλα μέλη της επιτροπής, η σπουδαία ηθοποιός Κυβέλη, ο συγγραφέας και μετέπειτα ακαδημαϊκός, Σπύρος Μελάς, ο επίσης συγγραφέας Ζαχαρίας Παπαντωνίου, φυγαδεύτηκαν άρον άρον για να γλυτώσουν το λιντσάρισμα από τον όχλο. Η Ρωξάνη Στεργίου αποσύρεται στα παρασκήνια. Βγάζει την τουαλέτα, φοράει τα ρούχα της κι αποχωρεί για το ξενοδοχείο.. Την επόμενη μέρα πήρε το τρένο για τη Θεσσαλονίκη και δεν μίλησε ποτέ ξανά για εκείνη τη βραδιά. Λίγα χρόνια αργότερα παντρεύτηκε και έγινε κυρία Μοσκώφ, αφοσιώθηκε στην οικογένειά της και έγινε μέλος της κοσμικής ζωής της πόλης, χωρίς να κάνει ποτέ και σε κανέναν αναφορά για τη συμμετοχή της και το αποτέλεσμα των καλλιστείων του 1930.
«Το πρωί ήμουν Μις Ελλάς και το βράδυ ανακηρύχθηκα Μις Αθήνα», δήλωσε χρόνια αργότερα η Λιλή Σέχα, η οποία είχε εκλεγεί Μις Φάληρο και ήταν μεταξύ των διεκδικητών του τίτλου της ομορφότερης Ελληνίδας. Η Σέχα είπε πως δεν την ενόχλησε το αποτέλεσμα, «ήμουν άριστη μαθήτρια και αφοσιώθηκα στα μαθήματά μου», αντίθετα η Μις Μεσολόγγι, Ζέτα Στουρνάρα, που επίσης ήταν ανάμεσα στα φαβορί δεν έκρυψε την απογοήτευσή της. «Έγινε πανζουρλισμός, μεγάλη φασαρία, ο κόσμος φώναζε "όχι η Διπλαράκου, η Μις Μεσολόγγι", είχε εξαγριωθεί το κοινό».
Η Διπλαράκου φόρεσε από το πουθενά και χωρίς καν να είναι υποψήφια δύο κορδέλες κι εκείνο το βράδυ στέφθηκε ταυτόχρονα Μις Αθήνα και Μις Ελλάς. Έξαλλος ο πατέρας της, της φώναζε πως ντρόπιασε τη Μάνη, πως ήταν ανήθικο αυτό που έκανε και την κλείδωσε στο σπίτι. Χρειάστηκε η επίσκεψη του ίδιου του δημάρχου Μερκούρη, ο οποίος είπε πως ήταν «θέμα εθνικό η συμμετοχή της Αλίκης, δηλαδή της Ελλάδας, στον διαγωνισμό» και οι αντιστάσεις του Μανιάτη Διπλαράκου κάμφθηκαν.
Η Διπλαράκου πήγε στο Παρίσι, περνώντας, όπως και η Ασπασία Καρατζά έναν χρόνο νωρίτερα, από τη Θεσσαλονίκη για να πάρει το τρένο και κατέκτησε τον τίτλος της Μις Ευρώπη, ξεδιπλώνοντας ενώπιον της πολυμελούς κριτικής επιτροπής το αρχαιοελληνικό της κάλλος. Την ίδια χρονιά θα ταξιδέψει στο Ρίο ντε Τζανέιρο για τον διαγωνισμό Μις Υφήλιος, όπου θα καταλάβει τη δεύτερη θέση, οριακά πίσω από τη Μις Βραζιλία, Γιολάντα Περέιρα.

Στην Ελλάδα κάθε αναφορά στο όνομά της προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση. Ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Αλέξανδρος Ζαΐμης, δήλωσε εντυπωσιασμένος από την επιτυχία της, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ζήτησε να τη γνωρίσει και να της σφίξει το χέρι, η μορφή της έγινε καρτ ποστάλ και γραμματόσημο, ενώ ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης της έγραψε τους στίχους, «είσαι αρχαία αλλά και νέα, μια νέα Ελληνίδα, είσαι απ΄το ρόδο πιο ωραία και απ΄το κρίνο που λυγάει».

Η Αλίκη Διπλαράκου διέγραψε μια πορεία γεμάτη λάμψη και χλιδή. Γύρισε όλο τον κόσμο, είχε φίλους τον Αϊνστάιν, τον Σαρλ Ντε Γκολ, τον Πάμπλο Πικάσο, τον Τζόν Κένετι, τον Σαιντ Εξιπερί -θρυλείται πως ήταν η πρώτη που διάβασε τις χειρόγραφες σημειώσεις του για τον «Μικρό Πρίσκιπα»-, την Ελεωνόρα Ρούσβελτ. Έκανε δύο γάμους, ο πρώτος το 1932 σε ηλικία μόλις 20 χρόνων, με τον Γάλλο, Πωλ-Λουί Βάιλερ, αεροπόρο και διευθυντή της βιομηχανίας Gnome et Rhône, με τον οποίο απέκτησε έναν γιο, τον Πωλ-Αννίκ Βάιλερ (1933-1998), πατέρα της πριγκίπισσας σήμερα Σίβυλλα του Λουξεμβούγου. Το ζευγάρι χώρισε και το 1945 η Διπλαράκου παντρεύτηκε τον Βρετανό διπλωμάτη και πρέσβη Τζον Ράσελ, με τον οποίο απέκτησαν δύο παιδιά: τη Γεωργιάνα-Αλεξάνδρα (1947) και τον Αλέξανδρο-Κάρολο-Θωμά Ράσελ (1950). Η Αλίκη Διπλαράκου έφυγε από τη ζωή στις 30 Οκτωβρίου 2002 σε ηλικία 90 χρόνων.

Η ιστορία των πρώτων καλλιστείων δεν είναι μια γραφική υποσημείωση του Μεσοπόλεμου. Είναι ένας καθρέφτης. Εκεί όπου η ομορφιά γίνεται άλλοθι, η εξουσία παίζει τα παιχνίδια της και οι πόλεις μετρούν πληγές και εγωισμούς. Η κόντρα Αθήνας–Θεσσαλονίκης δεν γεννήθηκε στα καφενεία ούτε στα γήπεδα, παρότι εκεί συνεχίζεται κάποιες φορές με αδικαιολόγητη ένταση. Γεννήθηκε και θέριεψε στα παρασκήνια, στις επιτροπές, στις έκτακτες αποφάσεις και στις κορδέλες που άλλαζαν χέρια μέσα σε μια νύχτα. Η Αθήνα ήξερε να επιβάλλεται, η Θεσσαλονίκη να θυμάται. Και κάπως έτσι, μέσα σε φώτα, φωνές και σκισμένα προγράμματα, γράφτηκε ένα από τα πρώτα επεισόδια του ελληνικού διχασμού σε μικρογραφία. Γιατί εδώ δεν κρίθηκε απλώς ποια ήταν η ωραιότερη. Κρίθηκε ποια πόλη είχε το δικαίωμα να ορίζει το αφήγημα. Και αυτό, σχεδόν έναν αιώνα μετά, παραμένει ανοιχτός λογαριασμός....