Η στήριξη των επαγγελματιών και των εμπόρων κάθε γειτονιάς είναι το σύνηθες μότο τις περιόδους των Χριστουγέννων. Καθώς η κατανάλωση κορυφώνεται, οι συλλογικότητες επαγγελματιών και εμπόρων, αλλά και παράγοντες της αυτοδιοίκησης προτρέπουν τους καταναλωτές να ψωνίσουν από την περιοχή τους, για να τη στηρίξουν.
Σε δεύτερο επίπεδο οι ίδιοι πάνω κάτω φορείς προωθούν τις αγορές από μικρά τοπικής εμβέλειας καταστήματα, τα οποία (υποτίθεται ότι) προσπαθούν να επιβιώσουν, έναντι των μεγάλων παικτών του εμπορίου.
Επειδή αυτή η προσπάθεια στήριξης του τοπικού και μικρότερης εμβέλειας εμπορίου γίνεται αρκετά χρόνια τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι αξιόπιστα. Κατ’ αρχάς η προσπάθεια δεν έχει αποτέλεσμα, αφού διαρκώς οι κεντρικές αγορές κερδίζουν μερίδια στην κατανάλωση, έναντι των περιφερειακών.
Το ίδιο ισχύει και για τα πολυκαταστήματα, τα εμπορικά κέντρα και οι μεγάλες εγχώριες και διεθνείς αλυσίδες, που ενθυλακώνουν την συντριπτική πλειοψηφία του τζίρου. Επομένως γιατί αυτή ατελέσφορη προσπάθεια συνεχίζεται και απορροφά πόρους; Η απάντηση είναι στη βάση της απλή, αν και μοιάζει κάπως σύνθετη. Πρόκειται για κινήσεις που αφορούν περισσότερο τους «πικραμένους» επαγγελματίες και εμπόρους της γειτονιάς και των μικρότερων επιχειρήσεων και λιγότερο τους καταναλωτές. Λειτουργούν, δηλαδή, περισσότερο ως ψυχολογική υποστήριξη στους μικρούς του επιχειρείν, αλλά και ως άλλοθι για τις συλλογικότητες που τους καλύπτουν ότι «Κάτι κάνουμε για σας».
Στην πραγματικότητα όλοι γνωρίζουν τους ακατάλυτους νόμους της αγοράς και του εμπορίου. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, όπως και το γρήγορο το αργό. Στην εποχή μας, μάλιστα, στην εξίσωση των αγορών για έναν καταναλωτή πέρα από την ποιότητα, την τιμή και την ανάγκη έχει προστεθεί και ο παράγων εμπειρία, με τους μικρότερους και τους περιφερειακούς να είναι από χέρι καμένοι.
Βέβαια σε μεγάλο κομμάτι της αγοράς υπάρχει μία… παρεξήγηση, στα όρια της παρανόησης. Όπως επισημαίνουν έμπειροι παράγοντες του παραδοσιακού εμπορίου της Θεσσαλονίκης, ναι μεν οι μεγάλοι του κλάδου, οι οποίοι κατά κανόνα είναι τοποθετημένοι σε στρατηγικά σημεία κάθε εμπορικής πιάτσας, κατοχυρώνουν μεγαλύτερους τζίρους, αλλά είναι λάθος να θεωρούμε ότι ένα πολυκατάστημα χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων είναι ο ανταγωνιστής ενός εμπορικού μαγαζιού 60 ή 80 τετρ. μέτρων. Όπως ακριβώς η Τσιμισκή δεν είναι ανταγωνιστής της αγοράς της Μαρτίου, της Καλαμαριάς ή του Ευόσμου. Στην πραγματικότητα κάθε είδος επιχείρησης έχει κατά βάσιν τη δική της πελατεία, που την επιλέγει για διάφορους λόγους. Το ότι οι μεγάλοι συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον των περισσότερων εξηγείται αφενός από την ποικιλία που έχουν προσφέροντας στους καταναλωτές πολλές επιλογές και αφετέρου τις τιμές που μπορούν και διαμορφώσουν, πρακτικά «για όλα τα βαλάντια». Αντίθετα, σε ένα μεμονωμένο εμπορικό κατάστημα οι πελάτες πιθανότατα επιλέγουν την εξειδίκευση και τη σαφώς πιο προσωποποιημένη εξυπηρέτηση.
Το κακό της υπόθεσης για τους μικρότερους και μεμονωμένους εμπόρους και επαγγελματίες είναι -στον βαθμό που ισχύει- η αδυναμία τους να προσαρμοστούν στις ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές και στον διαφορετικό τρόπο ζωής. Διότι στη ζωή οι πρωταγωνιστές είναι καταδικασμένοι να πρωταγωνιστούν και οι κομπάρσοι να συμπληρώνουν το σκηνικό. Φυσικά υπάρχει και η ενδιάμεση κατηγορία που ενσαρκώνει ο ρολίστας, ο οποίος -όπως ακριβώς στο σινεμά- έχει έναν δεύτερο μεν, διακριτό δε ρόλο, ενίοτε και δημοφιλή. Κάπου εδώ βρίσκονται, στην καλύτερη περίπτωση, οι επαγγελματίες και οι έμποροι που συνεχίζουν τη μοναχική πορεία, επιβεβαιώνοντας το ρηθέν υπό του προέδρου του Εμπορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης Παντελή Φιλιππίδη που επιμένει ότι «ο έμπορος είναι λαγός, δεν γίνεται κοπάδι». Στη χειρότερη παριστάνουν τους κομπάρσους στην υπερπαραγωγή της αγοράς. Το πώς ακριβώς επιβιώνουν -κάποιοι από αυτούς για χρόνια- είναι ένα «σταυρόλεξο για πολύ δυνατούς λύτες», που αξίζει να διδάσκεται στις οικονομικές σχολές των μεγαλύτερων πανεπιστημίων του κόσμου.
Όλα αυτά δεν ισχύουν ακριβώς για τον κλάδο της εστίασης, στον οποίο τα μεμονωμένα καταστήματα συχνά στέκονται καλύτερα ή ισότιμα απέναντι στις ελληνικές και διεθνείς αλυσίδες. Ίσως επειδή ο καφές, το φαγητό, το σάντουιτς και το ποτό άπτονται περισσότερο της ιδιοσυγκρασίας μιας κοινωνίας, την οποία οι τοπικοί γνωρίζουν καλύτερα και αποκωδικοποιούν ακριβέστερα. Σε αντίθεση με τους μεγαλύτερους-ειδικά τις ξένες αλυσίδες- που λειτουργούν με διεθνή πρωτόκολλα, αδιαφορώντας συχνά για το ότι «εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε».
Χρόνια πολλά σε όλους, με υγεία και δύναμη!