Ανησυχία επικρατεί τις τελευταίες ημέρες τους υπευθύνους και τους εργαζομένους της Pfizer στη Θεσσαλονίκη. Κι αυτό επειδή η μεγάλη πολυεθνική φαρμακοβιομηχανία ανακοίνωσε τη μείωση των προβλέψεων της για τα έσοδα του 2023 κατά 13%. Οι πωλήσεις του εμβολίου κατά του κορωνοϊού δεν πηγαίνουν τόσο καλά, όσο είχε προϋπολογιστεί, αφού η πανδημία επί της ουσίας βρίσκεται σε αποδρομή, ενώ τα νέα κρούσματα περνούν τη συγκεκριμένη ίωση ελαφρά.
Ως αποτέλεσμα οι πρόθυμοι να εμβολιαστούν για 4η, 5η ή 6η φορά μειώνονται. Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει ως συνέπεια η εταιρεία να προγραμματίζει για το 2024 περικοπή δαπανών και θέσεων εργασίας της τάξεως των 3,5 δισ. ευρώ. Δεδομένου ότι οι τρόποι λήψεως των αποφάσεων σε μία εταιρεία τέτοιου μεγέθους είναι πολύπλοκοι κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει οι περικοπές της Pfizer να φτάσουν μέχρι τη… Θεσσαλονίκη, αν και η επένδυση της εταιρείας στην περιοχή είναι εξαιρετικά πρόσφατη. Στα στρατηγικά πλάνα και τους αλγόριθμους των εταιρειών αυτού του μεγέθους ο συγκεκριμένος παράγων είναι ένας ανάμεσα σε πάρα πολλούς άλλους.
Προφανώς κανείς στη Θεσσαλονίκη δεν εύχεται μια τέτοια εξέλιξη. Σε κάθε περίπτωση οι ξένες επενδύσεις είναι βασικό συστατικό για την ανάπτυξη μιας οικονομίας και η Ελλάδα που πέρασε την περιπέτεια της χρεοκοπίας στη δεκαετία του 2010 τις χρειάζεται ακόμη περισσότερο, αφού το επενδυτικό κενό που προκλήθηκε στη διάρκεια της 10ετούς κρίσης εκτιμάται πέριξ των 150 – 200 δισ. ευρώ. Γι’ αυτό οι πρωθυπουργοί και υπουργοί Οικονομικών και Ανάπτυξης τα αρκετά τελευταία χρόνια αναφέρονται συνεχώς στην ανάγκη προσέλκυσης ξένων επενδύσεων και καλά κάνουν. Η αλήθεια είναι ότι συχνά ακούγονται επί τους θέματος υπερβολές, που δικαιολογούνται στο πλαίσιο της άσκησης ενός εθνικού μάρκετινγκ για την προσέλκυση ξένων επενδυτών.
Ειδικά στη Θεσσαλονίκη η επενδυτική παρουσία τα τελευταία χρόνια μεγάλων επιχειρήσεων αμερικανικής καταγωγής και προελεύσεως όπως είναι η Pfizer, η Cisco, ακόμη και η Deloitte, έχει δημιουργήσει ένα κλίμα ευφορίας, που δεν είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Ούτε ρεαλιστικό. Πολύ περισσότερο που τα τοπικά πολιτικά στελέχη, αλλά και τα εκ της Αθήνας προερχόμενα και… εκπορευόμενα, αναπαράγουν τη φιλολογία για την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης αναφέροντας με ενοχλητική εμμονή και κουραστική επανάληψη τα τρία συγκεκριμένα παραδείγματα. Καλό, πάντως, θα ήταν ως προς την προσγείωση των προσδοκιών στον πλανήτη της πραγματικότητας όσοι μιλούν για επενδύσεις -ειδικά για ξένες επενδύσεις- να λαμβάνουν υπόψιν τους δύο δεδομένα:
Πρώτον, ότι συχνά οι ξένες επενδύσεις -τις οποίες προφανώς η ελληνική οικονομία χρειάζεται- είναι ασταθείς, υπό την έννοια ότι στις αποφάσεις των μεγάλων ξένων επενδυτών δεν υπάρχει κανέναν συναίσθημα, παρά μόνο το συμφέρον. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για επενδύσεις εντάσεως εργασίας όπως είναι η παροχή υπηρεσιών, οι ερευνητικές εργασίες και οι δραστηριότητες ψηφιακότητας. Αν -για παράδειγμα- αύριο, μεθαύριο, τον άλλο μήνα ή του χρόνου μία από τις μεγάλες αμερικάνικες εταιρείες παροχής υπηρεσιών που τα τελευταία χρόνια έχουν προσγειωθεί στη Θεσσαλονίκη αποφασίσει ότι τη συμφέρει καλύτερα να εργάζεται από την Καλκούτα, θα φύγει χωρίς πολύ σκέψη την επόμενη ημέρα. Διότι θα έχει υπολογίσει με ακρίβεια τη διαφορά κόστους – οφέλους από το να χρησιμοποιεί Ινδούς και όχι Έλληνες εργαζομένους.
Δεύτερον, όταν η επίκληση των ξένων επενδύσεων γίνεται χωρίς -τουλάχιστον- ταυτόχρονη αναφορά στις επενδύσεις των ελληνικών επιχειρήσεων είναι ημιτελής, ίσως και… ύποπτη. Διότι -κακά τα ψέματα- στην Ελλάδα επενδύουν κυρίως οι Έλληνες και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει, ούτε εύκολα, ούτε σύντομα. Μπορεί μια ελληνική επένδυση σε κάποιον κλάδο να μην κάνει πολύ θόρυβο ή να κρατάει χαμηλά τον πήχη, αλλά τα στοιχεία δείχνουν ότι είναι πιο σταθερή και με καλύτερη προοπτική σε βάθος χρόνου. Οι Έλληνες επιχειρηματίες που επενδύουν, δηλαδή, είναι τόσο χρήσιμοι, ώστε η προσφορά τους δεν μπορεί να αγνοείται σε κανένα επίπεδο, όταν η συζήτηση φτάνει στο μεγάλο ζητούμενο της διατηρήσιμης ανάπτυξης της χώρας ή μιας περιοχής όπως είναι η Θεσσαλονίκη. Πρόσφατα στη Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος, στα υπόγεια του ξενοδοχείου The Met, o υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κωστής Χατζηδάκης ήταν ειλικρινής όταν είπε απευθυνόμενος στους Έλληνες Βιομηχάνους «σας χρειαζόμαστε, διότι εσείς δημιουργείτε τις δουλειές κι έτσι έρχεται η ανάπτυξη και η αύξηση της απασχόλησης».
Καλό θα ήταν αυτή η -αντικειμενικά σωστή- άποψη να αναδειχθεί λίγο περισσότερο στο φως. Από τα υπόγεια και τις κλειστές συναντήσεις, στις πολύκροτες και θεαματικές τηλεοπτικές συνεντεύξεις. Ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη οι τοπικοί πολιτικοί και αυτοδιοικητικοί παράγοντες καλό θα ήταν να αναφέρονται -εκτός από τις ξένες επενδύσεις που κατά την άποψη τους πιστοποιούν την πρόοδο και την ελκυστικότητα της περιοχής- στην επενδυτική προσπάθεια των μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων της περιοχής, που δεν αναμένουν ούτε ειδική πρόσκληση, ούτε ειδικά προνόμια και καθεστώτα για να επενδύσουν. Αντίθετα, είναι αυτές οι επιχειρήσεις που με τη δραστηριότητά της στηρίζουν -πραγματικά και κυριολεκτικά- την περιοχή. Διότι συμβάλλουν -πέρα από τη σταθερή δημιουργία πλούτου και απασχόλησης- στη διαμόρφωση και συντήρηση ενός επιχειρηματικού περιβάλλοντος, επί του οποίου η πολιτεία μπορεί να προσπαθήσει για το κερασάκι στην τούρτα που έφτιαξαν άλλοι, την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.
ΥΓ. Η επίδραση των μεγάλων ξένων εταιρειών στην αγορά της Θεσσαλονίκης είναι ένα ακόμη ζήτημα που συζητείται μεν, σε κλειστούς κύκλους δε. Διότι κάποιες από τις ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται τα τελευταία χρόνια στην περιοχή εμφανίζονται να πληρώνουν -και πληρώνουν- καλύτερους μισθούς. Με αυτό τον τρόπο προσελκύουν εργαζόμενους από ελληνικές επιχειρήσεις, που έτσι ξεμένουν από… χέρια, στην προκειμένη περίπτωση από μυαλά. Η διαφορά είναι ότι η ξένη εταιρεία προσλαμβάνει Έλληνες με κάπως καλύτερους μισθούς, οι οποίοι, όμως, είναι χαμηλότεροι από αυτούς που θα πλήρωναν σε μια άλλη χώρα του ανεπτυγμένου κόσμου, όπου βρίσκεται το μεγάλο ποσοστό των πελατών της. Κάτι που δεν ισχύει για τις ελληνικές επιχειρήσεις που πληρώνουν και πληρώνονται στην Ελλάδα. Και μπορεί για κάποιους εργαζόμενους το μισθολογικό περιβάλλον να βελτιώνεται, κάτι που αποτελεί ζητούμενο, αλλά ταυτόχρονα αυξάνονται τα ρίσκα της αγοράς. Διότι μόνο η υγιής αύξηση των αμοιβών, αυτή που συντονίζεται με την οικονομική ανάπτυξη, την αύξηση της παραγωγικότητα της οικονομίας και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, μπορούν να έχει μόνιμα και σταθερά χαρακτηριστικά. Διαφορετικά, εάν κινηθούμε μόνο στο επίπεδο των εντυπώσεων, κινδυνεύουν -ενδεχομένως- προς χάριν του σήμερα να απωλέσουμε την προοπτική. Ή -κάτι πολύ χειρότερο-να εμφανιστεί το σύστημα της χώρας και της Θεσσαλονίκης τελείως ανοχύρωτο σε προκλήσεις όπως η αποχώρηση μιας πολυεθνικής, που μόνο απίθανο δεν είναι.
ΥΓ2. Η… εποχή των εντυπώσεων, όταν κάθε μέρα είναι κατάλληλη για ξένοιαστους περιπάτους στο πάρκο, κρατάει λίγο. Για την Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη η μόνη διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει σε οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη είναι η σοβαρότητα και η επιμονή. Όσοι δημόσιοι παράγοντες στη Θεσσαλονίκη πιστεύουν πως στο επίπεδο του δημοσίου διαλόγου «καθαρίζουν» με μία προετοιμασμένη, επαναλαμβανόμενη ατάκα περί ξένων επενδύσεων, που δήθεν αποκαλύπτουν την πρόοδο -για την οποία, όπως εννοούν, υπεύθυνοι είναι οι ίδιοι- το μόνο που δείχνουν είναι ότι αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις επιδερμικά. Η Θεσσαλονίκη τα τελευταία 35 χρόνια στο οικονομικό, επιχειρηματικό και αναπτυξιακό πεδίο κάνει διαρκώς βήματα προς τα πίσω. Που θα συνεχιστούν κάθε φορά που οι ταγοί της πανηγυρίζουν για μία έξωθεν παρουσία -που είναι καλοδεχούμενη- αγνοώντας επιδεικτικά τις δυνατότητες των τοπικών δυνάμεων.