Skip to main content

Η ανάπλαση της ΔΕΘ αναδεικνύει (και πάλι) τη Θεσσαλονίκη των αντιθέσεων και των αντιφάσεων

Μια συζήτηση για το μέλλον του εκθεσιακού φορέα που θα ξεκινάει από… μηδενική βάση θα είναι σίγουρα ψυχοφθόρα και αντιπαραγωγική, αν όχι καταστροφική για την πόλη

Η Θεσσαλονίκη δικαιώνει (σχεδόν) καθημερινά ότι είναι πόλη των αντιθέσεων και των… αντιφάσεων. Τελευταίο πολύ σοβαρό παράδειγμα ασυνεννοησίας είναι η ανάπλαση της Διεθνούς Εκθέσεως στο κέντρο της πόλης. Μια ευκαιρία η οποία θα είναι κρίμα να χαθεί, υπό την έννοια ότι πρόκειται για μια έκταση περίπου 170 – 180 στρεμμάτων στο κέντρο της πόλης, που σήμερα αξιοποιείται σχετικά περιορισμένα, αφού η λειτουργία του αφορά σχεδόν αποκλειστικά τις εκθέσεις της ΔΕΘ – Helexpo, ενώ χρησιμοποιείται και ως ένα τεράστιο πάρκινγκ.

Στον χώρο υπάρχουν βέβαια το Αλεξάνδρειο Μέλαθρο, ο πύργος του ΟΤΕ, το Βελλίδειο Συνεδριακό Κέντρο και το Momus, το πρώην Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, αλλά το εκθεσιακό κέντρο σε πολύ μεγάλο ποσοστό την ημέρα παραμένει σιωπηλό και τη νύχτα σκοτεινό.

Η ελληνική πολιτεία έχει αποφασίσει την ανάπλαση του Διεθνούς Εκθεσιακού Κέντρου από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, ενώ μετά από παλινωδίες και αλλαγές 15 χρόνια μετά η τελική (;) απόφαση του Υπερταμείου, στο οποίο την τελευταία δεκαετία ανήκει η ΔΕΘ – Helexpo και επομένως έχει στην ιδιοκτησία του την έκταση, είναι η δημιουργία σύγχρονου εκθεσιακού κέντρου, συνολικής επιφάνειας 50.000 τετρ. μέτρων σε δύο μεγάλα περίπτερα, ενώ το υπόλοιπο θα αξιοποιηθεί ως Μητροπολιτικό Πάρκο 120 στρεμμάτων με ψυχαγωγικό χαρακτήρα. Την ίδια στιγμή κινήσεις πολιτών που αντιδρούν στην παραμονή των εκθεσιακών δραστηριοτήτων στο κέντρο της Θεσσαλονίκης ζητούν τη μετατροπή του συνόλου της έκτασης σε Μητροπολιτικό Πάρκο και τη μεταφορά της Έκθεσης στη δυτική πλευρά του πολεοδομικού συγκροτήματος. 

Όλα αυτά βρίσκονται σε -παράλληλη- εξέλιξη, αλλά, πλέον, οι δύο πλευρές αποδίδονται και σε έναν αγώνα εντυπώσεων. Την Τρίτη σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, κατά κάποιον τρόπο συντονισμένα, η διοίκηση του Υπερταμείου ανακοίνωσε τον σχεδιασμό για την ανάπλαση της ΔΕΘ με έτος έναρξης των διαδικασιών το 2026, ενώ μία ημέρα πριν, τη Δευτέρα, ο δήμος Θεσσαλονίκης παρέλαβε τον φάκελο με τις πάνω από 23.000 υπογραφές δημοτών της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι ζητούν δημοψήφισμα, ώστε οι Θεσσαλονικείς να εκφράσουν τη γνώμη τους για το μέλλον της συγκεκριμένης έκτασης. 

Τι έμαθαν και τι δεν έμαθαν οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης τις δύο προηγούμενες ημέρες; Πρώτον, ότι τα σχέδια του Υπερταμείου κοστολογούνται 120 εκατ. ευρώ, τα οποία θα προκύψουν από τον κρατικό κορβανά και το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, οι διαδικασίες για την ανάπλαση θα ξεκινήσουν φέτος, αλλά δεν υπάρχει χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση του έργου. Πιθανόν τέτοιο χρονοδιάγραμμα δεν μπορεί να υπάρξει, αφού απαιτούνται διοικητικές πράξεις αγνώστου χρονικού ορίζοντα, ενώ υπάρχει ισχυρή πιθανότητα δικαστικών προσφυγών. Κι όμως, η ανακοίνωση ενός σοβαρού και ρεαλιστικού χρονοδιαγράμματος, έστω με κάποιους αστερίσκους που κι αυτοί θα κινούνται σε μετρήσιμο χρόνο, θα ήταν πειστικό επιχείρημα προς τους πολίτες. Άλλωστε ανεξαρτήτως του δημοψηφίσματος το Υπερταμείο ως ιδιοκτήτης του χώρου έχει δικαίωμα να αξιοποιήσει την περιουσία του, όπως νομίζει, εννοείται εντός του αποδεκτού κοινωνικού και οικονομικού πλαισίου. Ο αδύναμος κρίκος είναι η χρηματοδότηση, αφού το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων έχει θεωρητικά διασφαλισμένους πόρους, αλλά σπανίως έχει συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα. Ενώ κι αυτά που υπάρχουν ακόμη πιο σπάνια τηρούνται. 

Δεύτερον, οι υπεύθυνοι της πρότασης για το δημοψήφισμα, το οποίο εάν γίνει θα είναι μάλλον το πρώτο του είδους στη χώρα μας, κατέθεσαν φάκελο με ονόματα χωρίς υπογραφές. Παράλληλα, ακόμη και το διλημματικό ερώτημα του δημοψηφίσματος, από το οποίο αναμένεται να προκύψουν εντυπώσεις, δεν έχει ακόμη διατυπωθεί με σαφήνεια.

Όλα αυτά η κοινωνία της Θεσσαλονίκης τα παρακολουθεί με ενδιαφέρον. Σχετικό μεν, ενδιαφέρον δε. Τα αντιφατικά μηνύματα που εκπέμπονται είναι σαφή, καθώς από τη μία πλευρά υπάρχει ένα κρατικό πλάνο και από την άλλη μια ασαφής αντίρρηση. Διότι στην υπόθεση της ανάπλασης του Διεθνούς Εκθεσιακού Κέντρου Θεσσαλονίκης θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν κατά προτεραιότητα η λειτουργία της ΔΕΘ – Helexpo, οι επιχειρηματικές, εκθεσιακές και συνεδριακές δραστηριότητες της οποίας δεν μπορούν να σταματήσουν, ούτε καν να διακοπούν. Άρα -το έχουμε ξαναγράψει- στο δίλημμα Έκθεση ή Μητροπολιτικό Πάρκο η ρεαλιστική απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι «και Έκθεση και Μητροπολιτικό Πάρκο». Μάλλον αυτό είναι και το μόνο ρεαλιστικό πλάνο, με όλες τις αλλαγές, τις καθυστερήσεις που έχουμε συνηθίσει στα δημόσια έργα. 

Σε κάθε περίπτωση η ΔΕΘ είναι το τελευταίο ζήτημα για το οποίο θα πρέπει να διχαστεί η Θεσσαλονίκη. Σήμερα μια συζήτηση για το μέλλον του εκθεσιακού φορέα που θα ξεκινάει από… μηδενική βάση θα είναι σίγουρα ψυχοφθόρα και αντιπαραγωγική, αν όχι καταστροφική. Διότι σε αντίθεση -για παράδειγμα- με το Μετρό, που ήταν κάτι καινούργιο και ως εκ τούτου άγνωστο, η Έκθεση είναι για τους Θεσσαλονικείς οικεία έως… ταμπού. Διότι μπορεί σήμερα να μην έχει ούτε τη συμβολική ούτε την οικονομική σημασία που είχε 50 ή 60 χρόνια πριν, αλλά παραμένει μέρος της άυλης ταυτότητας της πόλης, συνεισφέρει θετικά στην οικονομία, ενώ η αγορά -ιδιαίτερα το κομμάτι που συνδέεται με την φιλοξενία και τη διασκέδαση- προσπορίζεται σαφή οφέλη.