Skip to main content

Η ανάπλαση της ΔΕΘ και οι «old school» μέθοδοι στη Θεσσαλονίκη

Ως γνωστόν, καλύτερα νέος, όμορφος, υγιής και πλούσιος, παρά γέρος, άρρωστος, άσχημος και φτωχός...

Η συζήτηση για την ανάπλαση του εκθεσιακού κέντρου της ΔΕΘ – Helexpo στο κέντρο της Θεσσαλονίκης ξεκίνησε πριν από 12 χρόνια και ακόμη δεν έχει κάποιο πρακτικό αποτέλεσμα. Ούτε καν οριστική απόφαση για το τι θα γίνει δεν έχει ληφθεί επισήμως. Πολύ περισσότερο δεν έχει καθοριστεί το χρηματοδοτικό σχήμα μέσω του οποίου θα υλοποιηθεί το σχέδιο που θα αποφασιστεί. Ούτε έχει διευκρινιστεί το μέγεθος της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα σε αυτό και οι σχετικές αντιπαροχές που θα δοθούν. Είναι προφανές ότι για όλα αυτά υπάρχουν διαφωνίες, οι οποίες παρά την καλή διάθεση και την επικοινωνιακή δεινότητα των εμπλεκομένων στη συζήτηση (ΔΕΘ – Helexpo, κυβέρνηση, Υπερταμείο, Δήμος Θεσσαλονίκης, Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας) δεν… κρύβονται. Καλύτερη απόδειξη από την απουσία πράξεων από την πλευρά όσων έχουν τη θεσμική υποχρέωση και τη χρηματοδοτική δυνατότητα να προχωρήσουν το πρότζεκτ στο επόμενο στάδιο δεν υπάρχει. Κάποια ζητήματα (υποτίθεται ότι)  θα διευκρινιστούν, δηλαδή θα αποφασιστούν και θα ανακοινωθούν, το αμέσως προσεχές διάστημα, αλλά μέχρι να συμβεί κάτι τέτοιο, ο σχεδιασμός παραμένει σε φάση αβεβαιότητας.

Το σκηνικό που έχει δημιουργηθεί πέριξ της αναπλάσεως του διεθνούς εκθεσιακού κέντρου δεν είναι πρωτόγνωρο για τη Θεσσαλονίκη. Κάτι ανάλογο δημιουργείται τις τελευταίες δεκαετίες γύρω από τα περισσότερα -αν όχι απ’ όλα- μεγάλα έργα στην πόλη και την περιοχή. Ο σχεδιασμός και οι προτάσεις που αφορούν μείζονες παρεμβάσεις στη Θεσσαλονίκη αμφισβητούνται εξ’ αρχής, ακόμη και πριν διατυπωθούν τα βασικά τους χαρακτηριστικά. Με τις αντιδράσεις να ενισχύονται από τις μεγάλες καθυστερήσεις που συνήθως συνδέονται με την υλοποίηση ενός έργου, δηλαδή με την έναρξη και την ολοκλήρωσή του.  Κάπως έτσι, η ανάπλαση της ΔΕΘ, που το 2012 έμοιαζε καθολικά αποδεκτή στη Θεσσαλονίκη έχει, πλέον, αρκετούς πολέμιους. Είναι όσοι πιστεύουν ότι η πόλη και η χώρα οφείλουν να επιστρέψουν στο σχέδιο της δεκαετίας του 2000 για την κατασκευή νέου εκθεσιακού κέντρου στα δυτικά του πολεοδομικού συγκροτήματος και συγκεκριμένα στην περιοχή της Σίνδου, με παράλληλη προσαρμογή του προαστιακού σιδηροδρόμου, που θα διασφαλίζει την πρόσβαση. Σε αυτή την προοπτική συντάσσονται και όσοι επιθυμούν τη μετατροπή των 180 στρεμμάτων της σημερινής ΔΕΘ σε Μητροπολιτικό Πάρκο, επειδή η Θεσσαλονίκη είναι πόλη με μικρό ποσοστό πρασίνου, τουλάχιστον για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Πρόκειται για σενάριο που θεωρητικά εξασφαλίζει «και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο». Κι αν στο «πρασίνισμα» συμπεριληφθεί και το στρατόπεδο του Γ΄ Σώματος Στρατού ακόμη καλύτερα, η Θεσσαλονίκη θα μοιάσει στο Ελσίνκι ή στην Κοπεγχάγη! Άλλωστε ως γνωστόν «καλύτερα νέος, όμορφος, υγιής και πλούσιος, παρά γέρος, άρρωστος, άσχημος και φτωχός»! Μάλιστα το συγκεκριμένο σενάριο αναζωπυρώθηκε λόγω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που εξασφάλιζε πρόσθετα επενδυτικά κονδύλια για τη χώρα, ώστε να ξεπεράσει τη ζημιά από την πανδημία, ενώ εσχάτως στην εικόνα εντάχθηκε και πρόταση για… δημοψήφισμα, ώστε οι Θεσσαλονικείς να αποφασίσουν τι θέλουν!

Η πλάκα της υπόθεσης

Η υπόθεση έχει την πλάκα της, κυρίως επειδή όσοι συμμετέχουν στην… παράσταση έχουν ντύσει την πολιτική και προσωπική τους ιδιοτέλεια με το κοστούμι του ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης και της ίδιας της ΔΕΘ – Helexpo. Άνθρωποι κι -έρημοι κι απρόσωποι- εκπρόσωποι, οι οποίοι ενώ είναι σαφές ότι δεν έχουν καμία διάθεση να συνεργαστούν -πράγμα που σημαίνει αναγνώριση της άποψης των ειδικών και προφανώς αναθεωρήσεις απόψεων και υποχωρήσεις θέσεων- παραμένουν προσχηματικά σε συζητήσεις που τους διατηρούν -ή θεωρούν ότι τους διατηρούν- στο προσκήνιο της τοπικής επικαιρότητας. Και δεν πτοούνται ούτε καν από τις εξελίξεις που επιβάλλει η ίδια η ζωή. Διότι -για όποιον ξεχνάει- στη δεκαετία του 2000 στην Ελλάδα -έστω και με δανεικά κι αγύριστα- «δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα». Ή ακόμη -για όποιον επίσης ξεχνάει- ορισμένοι από τους παράγοντες του σημερινού διαλόγου βρίσκονταν στο παρελθόν σε θέσεις ευθύνης, αλλά -για παράδειγμα- δεν αντιτάχθηκαν -το αντίθετο- στην τσιμεντοποίηση του κέντρου της Θεσσαλονίκης από την κατασκευή του θηριώδους δημαρχείου της πόλης. «Είναι δυνατόν η Θεσσαλονίκη να μην έχει δημαρχιακό μέγαρο;» υποστήριζαν πολλοί τότε. Λες και το δημαρχείο ήταν το μοναδικό πράγμα που έλειπε από την πόλη. Ή αργότερα προσπάθησαν να μας πείσουν ότι το μετρό είναι μονόδρομος και σήμερα ότι τα 200 στρέμματα πάρκου είναι καλύτερα από τα 100. Ή ότι η ΧΑΝΘ είναι καλύτερο σημείο από τη Σίνδο για τη ΔΕΘ – Helexpo ή το αντίστροφο.

Βαρετές καταστάσεις
    
Πρόκειται για καταστάσεις τόσο συνηθισμένες στη Θεσσαλονίκη, που έχουν καταντήσει απόλυτα προβλέψιμες και για τους περισσότερους από εμάς βαρετές. Μάλλον επειδή το κακό βρίσκεται στη ρίζα. Στον αναχρονιστικό τρόπο που λειτουργούν οι θεσμοί κι οι διαδικασίες για τη λήψη των αποφάσεων. Κι αν πριν από πέντε, έξι ή επτά δεκαετίες αρκούσε η απόφαση ενός πρωθυπουργού, ενός υπουργού, ενός νομάρχη, ενός δημάρχου ή έστω μιας μικρής παρέας, ενός στενού κύκλου κάποιου από τους εκπροσώπους της εξουσίας για να γίνει ένα έργο ή να υλοποιηθεί μια απόφαση για δράση, σήμερα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Με απλές αποφάσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή στις δεκαετίες του 1950, του 1960 και του 1970 -μιας και μιλάμε για τη Θεσσαλονίκη- ξηλώθηκε το τραμ από την Εγνατία, κατασκευάστηκαν το Καυτανζόγλειο στάδιο και το Αλεξάνδρειο Μέλαθρο, ιδρύθηκαν η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, επεκτάθηκε η Νέα Παραλία, εκσυγχρονίστηκε το λιμάνι και άλλαξε νομική μορφή η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, που εξελίχθηκε από δημόσιος οργανισμός σε Ανώνυμη Εταιρεία και προέκυψε η πρώτη υβριδική ΔΕΚΟ της χώρας.

Τίποτε απ’ αυτά δεν θα μπορούσε να γίνει σήμερα -και σωστά- με τον ίδιο παλιομοδίτικο τρόπο. Με μεθόδους «old school» που λένε και οι Αμερικάνοι. Διότι έχουν περάσει 50 χρόνια, έχει μεσολαβήσει η ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι κοινωνίες έχουν εξελιχθεί. Οι αποφάσεις, πλέον, απαιτούν οργανωμένη ομαδικότητα, συνεργατικότητα, τεχνοκρατική βάση, που σχετίζεται -πέραν των σκοπών και των επιθυμιών- με τη χρηματοδότηση και τη βιωσιμότητα ενός έργου ή μιας πρωτοβουλίας, αλλά και με την ένταξή τους σε ένα ευρύτερο περιβάλλον, σε μια μεγαλύτερη εικόνα. Και φυσικά μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα, που ασφαλώς είναι μεγαλύτερος από τους κύκλους της πολιτικής και των θητειών. Κατά κάποιο τρόπο ο ρόλος της πολιτικής υποχωρεί, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί, πλέον, να αποφασίζει αποκλειστικά με τους γνωστούς δικούς της όρους, την επιθυμία των προσώπων και την πίεση των οργανωμένων συμφερόντων. Ακόμη κι αν αυτά είναι καλοπροαίρετα και υπηρετούν πραγματικά το γενικό καλό, πράγμα εξαιρετικά αμφίβολο σε πολλές περιπτώσεις, έχει αποδειχθεί ότι δεν αρκούν, ώστε το αποτέλεσμα να είναι παραγωγικό. Διότι -σε τελική ανάλυση- τι είναι προτιμότερο; Ένα δημοψήφισμα στο οποίο θα θριαμβεύσει η… αμεσοδημοκρατία και για το αποτέλεσμα του οποίου κάποιοι θα χαρούν και κάποιοι θα στεναχωρηθούν για λίγο, αλλά δεν θα εφαρμοστεί ποτέ ή ένα οργανωμένο και κατά το δυνατόν συμφωνημένο σχέδιο που θα γίνει αποδεκτό και θα υλοποιηθεί γρήγορα; Στην προκειμένη περίπτωση για τη ΔΕΘ – Helexpo τι είναι προτιμότερο: ένα νέο εκθεσιακό κέντρο στη Σίνδο κι ένα Μητροπολιτικό Πάρκο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, τα οποία για να γίνουν και να συντηρηθούν θα αναζητούν επί χρόνια και αγωνιωδώς χρηματοδότηση ή ένα συμφωνημένο πλάνο συνύπαρξης της Έκθεσης και του πάρκου, με όρους που δεν θα χρειάζονται 12, 15 ή 20 χρόνια για να γίνουν πράξη;