Skip to main content

Ερωτηματικά για την αποτελεσματικότητα του νέου αναπτυξιακού νόμου

Λίγα μπορούν να περιμένουν οι επιχειρήσεις από τον αναπτυξιακό, όταν το κράτος ακόμη χρωστάει επιδοτήσεις από τους δύο προηγούμενους νόμους.

Πολύ συζήτηση γίνεται από τους φορείς των επιχειρηματιών για το νέο αναπτυξιακό νόμο του οποίου το σχέδιο βρίσκεται σε διαβούλευση που θα ολοκληρωνόταν στις 16 του μηνός αλλά τελικώς πήρε λίγες ημέρες παράταση.

Περιμένουν οι επιχειρηματίες πώς και πώς αυτόν τον αναπτυξιακό, καθώς από τα μέσα του 2014 η ιδιωτική οικονομία έχει στερηθεί ενός τέτοιου τύπου επενδυτικό εργαλείο. Η σύνταξη του σχεδίου νόμου έχει γίνει κυριολεκτικώς σίριαλ αφού, αν δεν κάνουμε λάθος, έχει πάρει έξι παρατάσεις από το αρμόδιο υπουργείο, το Οικονομίας. Ήταν να δοθεί σε διαβούλευση τον Ιούνιο του 2015, ο Ιούνιος έγινε Οκτώβριος, μετά Νοέμβριος, Δεκέμβριος, Ιανουάριος του 2016, Μάρτιος και τώρα είμαστε στα τέλη Μαΐου.

Σε περιβάλλον ένδειας επενδυτικών κεφαλαίων, πολλές επιχειρήσεις περιμένουν έστω αυτόν τον νέο αναπτυξιακό μη τυχόν και μπορέσουν να προχωρήσουν αναπτυξιακές δράσεις. Όμως, μάλλον θα πρέπει να κρατούν μικρό καλάθι, να μην περιμένουν κάποια ιδιαίτερη υποστήριξη στα σχέδιά τους, γιατί, στην Ελλάδα, αλλίμονο σε όποιον δεν έχει νύχια να ξυστεί μόνος του.

Αυτό δεν το λέμε γιατί το ελληνικό δημόσιο ακόμη χρωστάει μερικά δισεκατομμύρια από τους δύο προηγούμενους επενδυτικούς νόμους, τον v.3908/2011 αλλά και από τον ν. 3299/2004. Γνωρίζαμε ότι αυτές οι οφειλές από έργα των προηγούμενων αναπτυξιακών ήταν περί τα 4,6 δισ. ευρώ. Τώρα πληροφορηθήκαμε ότι είναι κοντά στα 6 δισ. ευρώ, αλλά "ευτυχώς" για το ελληνικό κράτος, οι οφειλές θα μειωθούν γιατί θα γίνουν απεντάξεις έργων που δεν ολοκληρώθηκαν και ο τελικός λογαριασμός υπολογίζεται ότι θα διαμορφωθεί στα 3,5 δισ. ευρώ.

Γιατί θα πρέπει λοιπόν μια εταιρεία να θέλει να ενταχθεί σε ένα νόμο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται από πλευράς προετοιμασίας και διαδικασιών, όταν δε μπορεί να γνωρίζει εάν θα τελικώς πάρει και πότε την επιδότηση ή την άλλης μορφής ενίσχυση; Προχθές μόλις γράφαμε για μία σημαντική επένδυση που έγινε από τη ΜΕΛ, επένδυση που ολοκληρώθηκε και για την οποία οφείλεται στην εταιρεία, από επιδότηση, το ποσό των 3 εκατομμυρίων.

Γιατί αν η επιχείρηση που έχει ενταχθεί ανήκει σε μεγάλο όμιλο, σε ξένη πολυεθνική ή αν έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτηθεί από το εξωτερικό, κάτι γίνεται, τουλάχιστον θα ολοκληρώσει το έργο και θα έχει λαμβάνειν. Όμως τι θα κάνουν, τι έκαναν, οι υπόλοιποι "τυχεροί" που είχαν πανηγυρίσει την ένταξη των σχεδίων τους στον αναπτυξιακό;

Eίπε τις προάλλες ο υπουργός κ. Σταθάκης, σε τηλεοπτική εκπομπή, ότι τα οφειλόμενα θα δοθούνε σε βάθος 7ετίας ή με τη μορφή φορολογικής απαλλαγής. 'Εχοντας αυτή την εμπειρία, ποιος θα θέλει να εντάξει επένδυση στο νέο αναπτυξιακό ο οποίος μάλιστα είναι προσανατολισμένος στα φορολογικά κίνητρα; Ή μήπως είναι καλύτερες οι φοροαπαλλαγές από τις επιδοτήσεις που δεν λαμβάνεις;

Το γεγονός είναι ένα: Εάν μία επιχείρηση δεν έχει τον τρόπο από ίδια κεφάλαια να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξή της, αν δηλαδή δεν έχει νύχια να ξυστεί, δεν μπορεί να σχεδιάζει επενδύσεις, εκτός και αν ανήκει σε εκείνες, στη μειονότητα, που μπορούν να ελπίζουν σε δανεισμό από τις ελληνικές τράπεζες.