Η κλιματική κρίση δοκιμάζει την ανθεκτικότητα της Θεσσαλονίκης. Η Ιστορία αποδεικνύει ότι η Θεσσαλονίκη αντέχει και θα συνεχίσει να αντέχει. Ωστόσο, οι συνθήκες υπό τις οποίες καλείται πλέον να επιβιώσει η πόλη και οι πολίτες συνιστούν μια μεγάλη δοκιμασία για το παρόν και το μέλλον.
Ξηρασία, πλημμύρες, παρατεταμένοι καύσωνες, υπερκατανάλωση ενέργειας για την αντιμετώπιση των καιρικών φαινομένων και μια σειρά από άλλες καταστάσεις έχουν γίνει πιο επικίνδυνες από ποτέ στο αστικό περιβάλλον, που απειλείται, όπως άλλωστε και το περιαστικό.
Τι πρέπει να γίνει για να μη μετατραπεί η πόλη σε έναν αβίωτο τόπο το γνωρίζουν όλοι. Μπορεί να γίνει; Χωρίς γενναίες αποφάσεις όχι. Πόσες δεκαετίες τώρα μιλάμε για την ανάγκη αύξησης του αστικού πρασίνου στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα;
Αυτό που αυξάνεται είναι η δόμηση. Οι οικισμοί επεκτείνονται, το πράσινο δεν πολλαπλασιάζεται αναλόγως. Άρα έχουμε πάρει εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που υποτίθεται ότι έπρεπε να έχουμε πάρει εδώ και δεκαετίες.
Το πράσινο δεν είναι μόνο τα μητροπολιτικά πάρκα. Είναι και οι μικρότεροι χώροι, που δίνουν ανάσα σε μια πόλη. Η κατάστασή τους, η ποιότητα του πρασίνου, η συντήρησή τους, η αξιοποίησή τους δεν είναι οι καλύτερες δυνατές.
Νέες περιοχές ανοικοδομούνται και σχεδιάζεται να ανοικοδομηθούν τα επόμενα χρόνια. Βάσει των πολεοδομικών σχεδίων η λογική που διέπει την ένταξή τους στο σχέδιο πόλης, την ανοικοδόμησή τους, δεν έχει αλλάξει σε τίποτα σε σχέση με το παρελθόν. Κάποιες μικρές διορθώσεις στον σχεδιασμό έχουν γίνει, αλλά στην ουσία οι νέες περιοχές στις οποίες επεκτείνεται ο αστικός ιστός αποτελούν μια κόπια του υφιστάμενου δομημένου αστικού περιβάλλοντος. Έτσι μάθαμε, έτσι κάνουμε. Παρότι γνωρίζουμε εδώ και πολλά χρόνια ότι πρέπει να το πάρουμε αλλιώς...
Στον υφιστάμενο αστικό ιστό, που έπρεπε να αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή για όλους, οι στρεβλώσεις που έχουν οδηγήσει σε αύξηση της επικινδυνότητας και μείωση της ανθεκτικότητας της Θεσσαλονίκης είναι γνωστές και δεν έχουν αντιμετωπιστεί. Προσπάθειες έχουν γίνει και συνεχίζουν να γίνονται, αλλά τα αποτελέσματα προς το παρόν είναι αμελητέα. Το αποδεικνύει η πράξη, η καθημερινότητα. Η ποιότητα ζωής καθορίζεται όχι μόνο από την ποιότητα των μετακινήσεων, αλλά κι από τις υπόλοιπες συνθήκες διαβίωσης στην πόλη. Σε μια πόλη που σε περιοχές της δεν μπορείς να πάρεις ανάσα, που σε δρόμους του κέντρου το μικροκλίμα θυμίζει φούρνο, που στην πρώτη μπόρα πλημμυρίζουν από συσσωρευμένες παθογένειες λανθασμένων αποφάσεων του μακρινού παρελθόντος.
Σήμερα θεωρείται τιτάνια η προσπάθεια να αποκατασταθούν αυτά τα λάθη του παρελθόντος. Διαδικασία πολυετής, εξαιρετικά δαπανηρή και με αμφίβολα αποτελέσματα, καθώς ταυτόχρονα με την αντιμετώπιση των παθογενειών, οι αρμόδιοι έχουν να παλέψουν και με τα τρέχοντα προβλήματα και με τα μελλοντικά.
Αντί όμως να βοηθήσουν οι ίδιοι την κατάσταση με τη δημιουργία καλύτερων συνθηκών στις νεόδμητες περιοχές, υποσκάπτουν το μέλλον. Στήνουν τη νέα Θεσσαλονίκη καθ' εικόνα και ομοίωση της υφιστάμενης. Δεν συνέβη ήδη στο παρελθόν με τον Αη Γιάννη στην Καλαμαριά ή με τις περιοχές που εντάχθηκαν στο σχέδιο πόλης του δήμου Θερμαϊκού ή στη Νέα Πολιτεία Ευόσμου και την περιοχή άνωθεν περιφερειακής οδού;
Λίγα είναι τα παραδείγματα βιώσιμων επεκτάσεων του πολεδομικού συγκροτήματος και της περιαστικής περιοχής. Κέρδος vs βιωσιμότητα. Αυτή είναι η μόνη συνθήκη στη βάση της οποίας φαίνεται να αναπτύσσεται η Θεσσαλονίκη. Στο τέλος όλοι βγαίνουν χαμένοι και κυρίως η ίδια η πόλη και όσοι αποφάσισαν να στήσουν τη ζωή τους σε αυτή και να κληροδοτήσουν ένα μέλλον στα παιδιά τους μέσα στην πόλη.
Μακριά από ασήμαντους μηδενισμούς, έχει σημασία να επισημάνουμε ότι γίνονται προσπάθειες ήδη για να αυξηθεί το ποσοστό πρασίνου και να αντιμετωπιστούν οι παθογένειες του παρελθόντος, που στοιχειώνουν το παρόν. Σε μεγάλους πράσινους χώρους έχουμε ήδη το Μητροπολιτικό Πάρκο Παύλου Μελά, το οποίο έστω με καθυστέρηση ενός έτους (μπορεί και παραπάνω), θα δώσει μια σημαντική ανάσα σε μια περιοχή πυκνοδομημένη και υποβαθμισμένη στη δυτική Θεσσαλονίκη. Στην ίδια (ευρύτερη) περιοχή η επέκταση του Σέιχ Σου μέχρι την Ευκαρπία επίσης θα προσφέρει σημαντικά οφέλη. Στο κέντρο της πόλης προστίθεται πράσινο μέσω της ΔΕΘ και στην περιοχή ανέγερσης του Μουσείου Ολοκαυτώματος ακόμα ένας πυρήνας πρασίνου αναμένεται να δημιουργηθεί. Ανατολικότερα τα πράγματα είναι καλύτερα και περιμένουμε να δούμε σε αναξιοποίητες περιοχές πόσο θα είναι το ποσοστό πρασίνου. Φέρνω το παράδειγμα της παλιάς ΒΙΑΜΥΛ και των πολεοδομικών ενοτήτων του δήμου Πυλαίας – Χορτιάτη κοντά στη θάλασσα.
Επίσης, μια σειρά από αντιπλημμυρικά έργα στα ρέματα που στο παρελθόν ήταν τα θύματα της οικιστικής ανάπτυξης μπορούν να αυξήσουν την ανθεκτικότητα της πόλης από πλημμύρες, αλλά αυτό δεν πρόκειται να γίνει μέσα σε λίγα χρόνια. Απαιτείται πολύς χρόνος για την ολοκλήρωση των αντιπλημμυρικών έργων, αλλά έστω η αρχή είναι ένα δείγμα ότι κάτι καλό πάει να γίνει.
Η Πολιτεία πρέπει να βοηθήσει την Αυτοδιοίκηση στον τομέα του πρασίνου. Διότι οι προθέσεις των δήμων δεν αρκούν. Ένας δήμος που επεκτείνεται ακόμα κι αν σχεδιάσει ελάχιστη ανοικοδόμηση και πολύ αστικό πράσινο, δεν μπορεί να υλοποιήσει το σχέδιό του. Αιτία είναι το κόστος. Το πράσινο, δηλαδή η συντήρησή του, κοστίζει. Κι αυτό το κόστος χωρίς έσοδα και υποστήριξη δεν μπορεί να το σηκώσει κανένας δήμος, που ήδη οικονομικά δεν μπορεί να ανταπεξέλθει με τα σημερινά δεδομένα. Άρα σε αυτό το σημείο χρειάζεται ένα νέο σχέδιο με την υποστήριξη της Πολιτείας. Θεωρώ ότι η Αυτοδιοίκηση μπορεί να σχεδιάσει ακόμα καλύτερες πόλεις, πιο βιώσιμες, πιο πράσινες, πιο ελκυστικές, αν έχει όμως τα εχέγγυα ότι δε θα βρεθεί ενώπιον της οικονομικής κατάρρευσης. Διότι το πράσινο έχει έξοδα και πενιχρά έσοδα. Αλλού είναι τα οφέλη του...
Έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα και με τις υπάρχουσες συνθήκες είναι μονόδρομος η λογιστική αντιμετώπιση της επέκτασης των σχεδίων πόλης, της ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης. Δηλαδή, να αυξηθεί το ποσοστό πράσινων και ελεύθερων δημόσιων χώρων στις υπό ανοικοδόμηση περιοχές, με μικρές οάσεις καθημερινότητας, με πάρκα που προσφέρουν ανάσες στον αστικό ιστό. Να κερδίσει το πράσινο έναντι του τσιμέντου. Για να γίνει αυτό πρέπει κάποιοι να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη. Είναι διατεθειμένοι να το κάνουν ή θα μιλάμε και τα επόμενα χρόνια για ακόμα χειρότερες συνθήκες διαβίωσης στη μητροπολιτική Θεσσαλονίκη;