Skip to main content

Η αξία των αριθμών, η χώρα των… περίπου λογαριασμών και το μανάβικο του Γιάννη

Όταν μια κυβέρνηση δεν γνωρίζει την οικονομική κατάσταση των πολιτών, άρα και τα ποσοστά ευμάρειας και φτώχειας με ονοματεπώνυμο, πώς είναι δυνατόν να αποφασίσει και να εφαρμόσει μέτρα, χωρίς να υπάρξει κατασπατάληση πόρων; 

Με αφορμή την ουσιαστική χρεοκοπία της χώρας το 2010 και το Πρώτο Μνημόνιο η Ελλάδα «μέτρησε» τους δημοσίους υπαλλήλους κι έκτοτε (υποτίθεται ότι) γνωρίζει πόσοι και ποιοι μισθοδοτούνται από τα κρατικά ταμεία. Τώρα, με αφορμή παρατηρήσεις της Κομισιόν, αποφάσισε -ή μάλλον υποχρεώνεται- να καταγράψει τα πάσης φύσεως επιδόματα, ο αριθμός των οποίων αυξήθηκε πολύ λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού. Αλλά και να μετρήσει με ακρίβεια τους επιδοματούχους, που είναι περί το 1,8 εκατομμύρια, δηλαδή περίπου ένας στους πέντε κατοίκους αυτής της χώρας.

Παράλληλα, διαχρονικά η χώρα δεν γνωρίζει με ακρίβεια κάποια βασικά στοιχεία του προφίλ της, όπως -για παράδειγμα- τον αριθμό των επενδύσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη ανά περιφέρεια και τα δημόσια κονδύλια που κατευθύνονται σε αυτές, όπως και -κάτι που αποδείχθηκε πρόσφατα- το μέγεθος και το είδος των επιδοτήσεων που κατευθύνονται στην πρωτογενή παραγωγή, δηλαδή στον αγροτικό τομέα. Μέχρι τη δημιουργία του Κτηματολογίου οι συμβολαιογράφοι υπολόγιζαν ότι οι εκτάσεις που ήταν καταγραμμένες στους τίτλους ακινήτων, δηλαδή στα συμβόλαια που ήταν καταχωρημένα στα υποθηκοφυλακεία της χώρας, αθροιζόμενες έδιναν μια Ελλάδα μιάμιση φορά το πραγματικό της μέγεθος, ενώ ακόμη και σήμερα με το Κτηματολόγιο σε φάση ολοκλήρωσης οι εκτάσεις που ανήκουν στο δημόσιο και σε ιδιώτες σε πολλές περιοχές «μπερδεύονται γλυκά». Κι αυτό διότι σε αρκετές περιπτώσεις η ιδιοκτησία είτε έχουν τα χαρακτηριστικά της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, δηλαδή μεταδίδεται προφορικά από τον παππού στον εγγονό, είτε πιστοποιείται με… χρυσόβουλα. 

Προφανώς αυτά δεν είναι τα μοναδικά γκρίζα και θολά σημεία στην ακτινογραφία μιας Ελλάδας, που αποδεικνύεται σχεδόν καθημερινά ότι είναι «χώρα της πλάκας» και μόνο ένας Θεός ξέρει πως θα είχε εξελιχθεί εάν δεν γινόταν με πολιτικές αποφάσεις μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης. Ούτε ο ίδιος ο εκάστοτε πρωθυπουργός, ο οποίος ελέγχει τη χώρα δια των υπουργών, οι οποίοι προΐστανται των υπουργείων, μπορεί να απαντήσει με ακρίβεια έστω σε κάποιες από αυτές τις ερωτήσεις. Όταν το 2016 ο αρθρογράφος και συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος κυκλοφόρησε το βιβλίο «Στη χώρα του περίπου», με υπότιτλο «Περίπου σύγχρονη, περίπου ευρωπαϊκή, περίπου πλούσια» αναφερόταν στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης Ελλάδας. Όπως σημείωνε στην παρουσίαση: «Περίπου Έλληνες, περίπου Ευρωπαίοι, περίπου Ανατολίτες, περίπου Βαλκάνιοι, περίπου Μεσογειακοί. Πώς όλα αυτά τα περίπου μας οδηγούν στις περίπου ταυτότητες που αποδίδουμε στον εαυτό μας; Μία περιήγηση στην ενδοχώρα της ελληνικής κοινωνίας και στα μεγάλα κεφάλαια του συλλογικού της ασυνείδητου». Το εξίσου μεγάλο ζήτημα είναι ότι στην Ελλάδα υπάρχει σοβαρό θέμα με τα ελλιπή και… παραποιημένα ποσοτικά στοιχεία. Τα οποία λόγω του ότι εκφράζονται με αριθμούς είναι ευκολότερο να καταγραφούν με ακρίβεια και να διαγράψουν την έννοια του περίπου, χωρίς να το καταφέρνουν. Ακόμη και στην εποχή που κυριαρχούν η ψηφιακότητα και οι νέες τεχνολογίες. 

Μια… αδύνατη υπόθεση 

Με αυτά τα δεδομένα η χάραξη αξιόπιστης και αποτελεσματικής πολιτικής είναι εξ αντικειμένου πολύ δύσκολη, για να μην πούμε αδύνατη υπόθεση. Διότι όταν δεν γνωρίζεις το έδαφος στο οποίο πατάς πώς είναι δυνατόν να πας παρακάτω με ασφάλεια. Όταν μια κυβέρνηση δεν γνωρίζει την οικονομική κατάσταση των πολιτών, άρα και τα ποσοστά ευμάρειας και φτώχειας με ονοματεπώνυμο, πώς είναι δυνατόν να αποφασίσει και να εφαρμόσει μέτρα, χωρίς να υπάρξει κατασπατάληση πόρων; 

Αυτήν την περίοδο -λίγο πριν τα περίφημα κατά Ανδρέα Παπανδρέου «μπάνια του λαού»- το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης προετοιμάζει τις πρωθυπουργικές εξαγγελίες στα εγκαίνια της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης στις αρχές Σεπτεμβρίου. Τα μέτρα, που -όπως είπε προ ολίγων εβδομάδων στην Αθήνα ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης- «θα ανακοινώσει άλλος Κυριάκος σε άλλη πόλη». Μέτρα ελάφρυνσης της μεσαίας (sic) τάξης, που γενικά κι αόριστα αποτελεί το «χρυσό δισκοπότηρο» του εκλογικού σώματος για όσους θέλουν να κυβερνήσουν. Τόσο για τους δεξιούς όσο και για τους αριστερούς κι ας είναι η δημιουργία της μεσαίας τάξης αποτέλεσμα του καπιταλισμού. 

Προφανώς τα όποια μέτρα για μία ακόμη φορά θα βασίζονται σε μακροοικονομικά μεγέθη, όπως είναι το πλεόνασμα του προϋπολογισμού και η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Και παρ’ ότι ο στόχος τους -τουλάχιστον θεωρητικά- είναι η άμβλυνση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων, θα κατανεμηθούν οριζόντια. Θα δημιουργήσουν εντυπώσεις, αλλά η αποτελεσματικότητά τους θα είναι περιορισμένη. Το αντίθετο μάλλον: θα ευνοηθούν κάποιοι που μπορούν και ξεφεύγουν από τα ραντάρ όσων μετρούν τα οικονομικά μεγέθη της κοινωνίας και εξ αντανακλάσεως θα αδικηθούν οι έχοντες πραγματική ανάγκη.  

Το μανάβικο του Γιάννη

Πριν από λίγα χρόνια στη Θεσσαλονίκη ο πελάτης ενός μανάβικου, που με τον καιρό είχε αποκτήσει οικειότητα με τον μανάβη, τον ρώτησε «Γιάννη, πώς πάει το μαγαζί;». Η απάντηση ήταν «Καλά, δόξα τω Θεώ». Στη διευκρινιστική ερώτηση «Γιάννη, πώς μετράς αυτό το καλά;» η απάντηση ήταν αποστομωτική: «Τα έχω όλα στο μυαλό μου». Όταν ο πελάτης τόλμησε να παρατηρήσει ότι «καλό θα ήταν να κρατάς και κάποιο βιβλίο για να σημειώνεις έσοδα – έξοδα για να ξέρεις με ακρίβεια τι σου γίνεται» εισέπραξε ένα ελαφρύ μειδίαμα. Δύο μήνες μετά ο μανάβης της ιστορίας μας άνοιξε ο ίδιος την κουβέντα στον πελάτη του λέγοντας: «Κύριε Γιώργο είχες δίκιο. Για δύο μήνες κρατάω λεπτομερείς σημειώσεις για το μαγαζί και βλέπω ότι η εικόνα είναι ακόμη καλύτερη από αυτή που νόμιζα». Η συνέχεια αγνοείται, αφού μετά από λίγους μήνες που ο πελάτης ξαναρώτησε τον μανάβη «Γιάννη, πώς πάει το μαγαζί με βάση τα γραπτά στοιχεία που κρατάς;», η απάντηση ήταν η εξής: «Βαρέθηκα και δεν συνεχίζω να γράφω». Προφανώς μια χώρα, στην περίπτωση μας η Ελλάδα, δεν είναι… μανάβικο. Εξίσου, όμως, προφανώς είναι μία χώρα των… περίπου λογαριασμών, η οποία μπορεί να βελτιώνεται σε αυτό το επίπεδο, αλλά έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει. Γι’ αυτό και προς το παρόν τα κυβερνητικά μέτρα που ανακοινώνονται -και θα ανακοινωθούν τον Σεπτέμβριο- είναι από τη γέννησή τους νοθευμένα. Και η εικόνα παραμένει θολή. Αν οι αόμματοι συνταξιούχοι ταξιτζήδες της Ζακύνθου και οι μεγαλοτσιφλικάδες στην ηπειρωτική Ελλάδα Κρητικοί κτηνοτρόφοι είναι η κορυφή του παγόβουνου, για την οποία γίνεται -και σωστά- μεγάλη συζήτηση, το πραγματικό πρόβλημα της χώρας είναι ο μεγάλος όγκος του παγόβουνου που βρίσκεται κάτω από το νερό και πλέει ανεξέλεγκτο.