Τη Θεσσαλονίκη ίδρυσε ο βασιλιάς της Μακεδονίας Κάσσανδρος και της έδωσε το όνομα της συζύγου του, Θεσσαλονίκης, αδελφής του Mεγάλου Αλεξάνδρου. Επί 23 αιώνες, από το 315 π.Χ. μέχρι σήμερα, παραμένει διαρκώς πολιτεία, με σημαντικό αριθμό κατοίκων και αδιάκοπη πολιτιστική κίνηση. Η λαμπρή εποχή της πόλης, που ταυτίστηκε με την ιστορική φυσιογνωμία της, στάθηκε η παλαιοχριστιανική και βυζαντινή περίοδος, που κράτησε περί τα 1000 χρόνια. Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη λειτούργησε και δοξάστηκε απλωμένη εντός των τειχών που ενισχύθηκαν και στερεώθηκαν στα χρόνια του Mεγάλου Θεοδοσίου, με αρκετές επισκευές και συμπληρώσεις τους επόμενους αιώνες.
Σε όλη τη διάρκεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας η Θεσσαλονίκη υπήρξε διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της βαλκανικής, άσκησε ιδιαίτερη πολιτιστική ακτινοβολία στους γύρω λαούς και συνετέλεσε στη διάδοση του χριστιανισμού και του ελληνικού πολιτισμού. Ήταν η δεύτερη μεγάλη πόλη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και, σε συνδυασμό με τον μνημειακό πλούτο αυτής της εποχής, είχε τα προσωνύμια «βυζαντινή μητρόπολη» και «συμβασιλεύουσα». Κατά καιρούς υπήρξε αυτοκρατορική πρωτεύουσα, σε περιόδους δυναστικών συγκρούσεων, κέντρο άμυνας και ορμητήριο βυζαντινών αυτοκρατόρων εναντίον επίδοξων εισβολέων της Αυτοκρατορίας. Υπήρξε η μεταβατική πρωτεύουσα του ανατολικού ρωμαίκού κράτους πριν ο πρώτος «χριστιανός αυτοκράτορας» Κωνσταντίνος Α΄ επιλέξει ως οριστική βασιλεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Από τη Θεσσαλονίκη το 380 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος, που θεμελίωσε τον χριστιανισμό και τον έκανε επίσημη κρατική θρησκεία, εξέδωσε το περίφημο διάταγμα για την ορθόδοξη πίστη, γνωστό ως Edictum Thessalonicae.
Οι 235 λέξεις των δύο πρώτων παραγράφων αυτού του κειμένου αποτελούν ένα σύντομο βασικό βιογραφικό της Θεσσαλονίκης από τη δημιουργία της μέχρι τα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Προέρχονται από τις πρώτες σελίδες ενός καινούριου βιβλίου που υπογράφει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Χρήστος Ζαφείρης με τίτλο «Η Θεσσαλονίκη των Βυζαντινών» και υπότιτλο «Ιστορία, κοινωνία, μνημεία, μουσεία Θεσσαλονίκης». Πρόκειται για έναν ευσύνοπτο βιβλίο περίπου 240 σελίδων που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Επίκεντρο» και διαβάζεται τόσο ως περιηγητικός οδηγός, όσο και ως ιστορία. Ένα βιβλίο που έρχεται να θυμίσει σε όσους το ξεχνούν -ή σε όσους το υποτιμούν- ότι η λαμπρότερη εποχή της Θεσσαλονίκης είναι η χιλιόχρονη παλαιοχριστιανική και βυζαντινή περίοδος, κάτι που σφραγίζουν ανεξίτηλα τα μνημεία εκείνης της εποχής. Ένα βιβλίο, που ενδεχομένως χωρίς να επιδιώκουν ακριβώς συγγραφέας και εκδότης, βάζει και πάλι πάνω στο τραπέζι το θέμα της ταυτότητας της Θεσσαλονίκης, ώστε η πόλη να επιτύχει την διεθνή αναγνωρισιμότητα που της λείπει, να αυξήσει τους επισκέπτες της και να αναγεννήσει τον τόσο σημαντικό για την κοινωνία και την οικονομία της κοσμοπολιτισμό, που τη χαρακτήριζε παλαιότερα και εκλείπει τις πολλές τελευταίες δεκαετίες. Για να τα επιτύχει αυτά η Θεσσαλονίκη χρειάζεται ένα στέρεο υπόστρωμα για να θεμελιώσει και να προβάλλει το μύθο της, που δεν μπορεί να είναι άλλο από τον βυζαντινό της χαρακτήρα. Σε αυτή τη συγκυρία η δουλειά του Χρήστου Ζαφείρη είναι ικανή να ανοίξει τα μάτια ακόμη και σε όσους από τους ιθύνοντες δεν θέλουν ή δεν μπορούν να δουν.
Η αύξηση του τουριστικού ρεύματος στη Θεσσαλονίκη είναι στόχος όλων των τοπικών αρχών, που αντιλαμβάνονται τα αναπτυξιακά, οικονομικά και κοινωνικά οφέλη. Μόνο που οι –σε ορισμένες περιπτώσεις φιλότιμες και καλοπροαίρετες- προσπάθειες που γίνονται προς αυτή την κατεύθυνση είναι αποσπασματικές και εν πολλοίς ευκαιριακές. Αναλόγως της εποχής και της συγκυρίας. Για παράδειγμα, το τελευταίο διάστημα υπερτονίζεται από πολλές πλευρές η δυναμική που μπορεί να αποκτήσει η Θεσσαλονίκη στο πεδίο της κρουαζιέρας, επειδή έχει ιστορία, πολλά παγκόσμια τοπόσημα σε κοντινές αποστάσεις, ενώ το λιμάνι της βρίσκεται ουσιαστικά στο κέντρο της πόλης. Προφανώς και όλα αυτά ισχύουν, μόνο που δεν μπορούν να βρίσκονται στη βάση της λύσης του προβλήματος, που δεν είναι άλλο από την κατοχύρωση στη Θεσσαλονίκη του τουριστικού ρεύματος που αναλογεί στην ιστορία και το παρόν της πόλης. Διότι πέρα από τα ρωμαϊκά, βυζαντινά και οθωμανικά χρόνια και μνημεία είναι μια σύγχρονη πόλη που μετεωρίζεται ανάμεσα στη Δύση και στην Ανατολή –με ελληνικό, άρα πρόχειρο τρόπο είναι η αλήθεια. Διαθέτει αγορά, αστικό περιβάλλον, φυσικές ομορφιές, ξεχωριστή γαστρονομία, χαλαρό τρόπο ζωής και δυνατότητες ψυχαγωγίας και διασκέδασης.
Για να επιτευχθεί ο στόχος της τουριστικής άνθισης της Θεσσαλονίκης απαιτείται η χρήση σύγχρονων μεθόδων, κυρίως στο πεδίο του μάρκετινγκ. Χρειάζεται, δηλαδή, ένα προϊόν και το περιτύλιγμά του, ώστε να μπορεί να προωθηθεί στις διεθνείς αγορές. Χρειάζεται μια «τουριστική ταυτότητα», που θα τα περιέχει όλα, και τα παλιά και τα καινούρια. Με βάση, που στην προκειμένη περίπτωση είναι και βιτρίνα, το ένδοξο Βυζάντιο. Μια ιστορική περίοδος, η οποία με το πέρασμα των χρόνων και χάρη στη δουλειά διαπρεπών βυζαντινολόγων –ανάμεσά τους και η θρυλική Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ- αποκτά τη θέση που της αξίζει και της αρμόζει στο διεθνές ακροατήριο. Αν υπάρχει μία ευκαιρία απολύτως κατάλληλη να αναδείξει η Θεσσαλονίκη το βυζαντινό της πρόσωπο είναι η παρούσα συγκυρία και το βιβλίο «Η Θεσσαλονίκη των Βυζαντινών» έρχεται να μας θυμίσει ότι το… παραμύθι της Θεσσαλονίκης είναι θεμελιωμένο σε μια λαμπρή πραγματικότητα μιας ένδοξης περιόδου.
Η αλήθεια είναι ότι για την ανάδειξη του βυζαντινού χαρακτήρα της Θεσσαλονίκης έχουν γίνει προσπάθειες που είτε δεν είχαν διάρκεια, δηλαδή έμειναν στη μέση, είτε δεν στηρίχθηκαν όσο τους άξιζε. Ακόμη και σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη –εν μέρει σε ύπνωση- η δράση που εμπνεύστηκε ο Εμπορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης με τίτλο «Βυζαντινή Θεσσαλονίκη», στην οποία συμμετέχουν ή… εμπλέκονται αρκετοί φορείς της πόλης -από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο μέχρι την Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και κάποιους δήμους του πολεοδομικού συγκροτήματος. Πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση δράσης καλών προθέσεων, αλλά –μέχρι στιγμής- ισχνών αποτελεσμάτων. Πολύ απλά ο τίτλος «Βυζαντινή Θεσσαλονίκη» είναι κατά πολύ ανώτερος του περιεχομένου, που μέχρι στιγμής καταγράφεται ως περιεχόμενό του.
Το βυζαντινό παρελθόν της Θεσσαλονίκης, οι δέκα αιώνες της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως, είναι τόσο πυκνοί, λαμπροί και πιστοποιημένοι για την πόλη, που μάλλον είναι αδύνατον εάν κάποιος ασχοληθεί στα σοβαρά και με στοιχειώδεις προϋποθέσεις, να μην επιτύχει αποτελέσματα. Το βιβλίο «Η Θεσσαλονίκη των Βυζαντινών» δίνει τη δυνατότητα σε όσους ενδιαφέρονται να καταλάβουν στα γρήγορα περί τίνος πρόκειται. Πρωθυπουργοί, υπουργοί, δήμαρχοι, περιφερειάρχες, παραγωγικοί φορείς, επιστημονικοί φορείς και όσοι κόπτονται για τη Θεσσαλονίκη και αναρωτιούνται αφενός γιατί η πόλη παραμένει σχεδόν άγνωστη πέρα από τα Βαλκάνια –όπως και την Τουρκία και το Ισραήλ, αλλά για άλλους εντελώς ειδικούς λόγους- και αφετέρου γιατί παραμένει τουριστικά υποβαθμισμένη, ίσως να πάρουν κάποιες απαντήσεις. Ή –καλύτερα- κάποιες ιδέες για το πού οφείλουν να επενδύσουν. Τι πρέπει να αναδείξουν και να προβάλουν, αλλά και με ποιο τρόπο.