Θλίψη στην πανεπιστημιακή κοινότητα, στη νομική επιστήμη, στη διανόηση και την πολιτική σκορπά η απώλεια του Ομότιμου Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και πρώην υπουργού, Αντώνη Μανιτάκη, ο οποίος έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 82 χρόνων. Όπως έγινε γνωστό η κηδεία του θα τελεστεί σε στενό οικογενειακό κύκλo, όμως οι μαθητές, οι συνάδερφοι, οι φίλοι του, όσοι τον θαύμασαν για την ευρυμάθεια και την επιστημοσύνη του, θα τον αποχαιρετήσουν απόψε το βράδυ στις 7, στην Αίθουσα 112 της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, που υπήρξε άλλωστε το δεύτερο σπίτι του.
Οι φοιτητές του γέμιζαν τα αμφιθέατρα και δεν έχαναν καμία διάλεξή του είτε αφορούσε το Συνταγματικό Δίκαιο, που ήταν η ειδικότητά του -υπήρξε μαθητής του Αριστόβουλου Μάνεση, τον οποίο διαδέχθηκε στην έδρα - είτε γενικότερα τη Νομική. Κι ο ίδιος όμως αγάπησε όσο τίποτε άλλο τη διδασκαλία.
«Αγάπησα όσο τίποτα την ιδιότητα του καθηγητή. Τίποτα δεν απόλαυσα και χάρηκα στη ζωή μου όσο την ιδιότητα του πανεπιστημιακού δασκάλου. Για τίποτα δεν καμαρώνω όσο γι’ αυτό», δήλωσε πλαιότερα σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή», προσθέτοντας: «Για μένα χειροκρότημα είναι να με σταματάνε στον δρόμο φοιτητές μου και να μου λένε απλώς "ήμουν φοιτητής σας", τίποτε άλλο. Αυτό μου δίνει άφατη αγαλλίαση. Και αισθάνομαι ότι έχω κάνει το χρέος μου. Δεν ζήλεψα κανένα άλλο επάγγελμα και όταν μου έκαναν προτάσεις τις αρνήθηκα. Κράτησα την ανεξαρτησία του λόγου και της σκέψης μου και έτσι μπορούσα να επηρεάσω τα πολιτικά πράγματα πολύ πιο αποτελεσματικά από οποιοδήποτε πόστο πολιτικό ή κυβερνητικό».
Ενδεικτικό του ευφυούς τρόπου σκέψης του ήταν το άρθρο που έγραψε τον περασμένο Μάρτιο στην ίδια εφημερίδα αναλύοντας το φαινόμενο Τραμπ. «Δεν είναι ένα ατύχημα της ιστορίας, αλλά το πιο ακραίο, το πιο κυνικό και πιο ωμό σύμπτωμα μιας εποχής που καταρρέει, παραζαλισμένης και ανήμπορης να αντιδράσει, και μιας νέας εποχής, απρόβλεπτης και άγνωστης, που κυοφορείται με πολέμους, οδύνες και με ανείπωτη βιαιότητα», σημείωνε και δεν πέρασε μέρα που να μην τον επιβεβαιώνουν τα γεγονότα.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη και ο Μητσοτάκης στην Ινδία
Πολύ καλά έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης που πήγε στην Ινδία και το Νέο Δελχί, όπου αυτές τις ημέρες είναι το επίκεντρο της παγκόσμιας τεχνολογικής και πολιτικής σκηνής. Διότι σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο η τεχνολογία και ειδικά η Τεχνητή Νοημοσύνη βρίσκεται, πλέον, όχι απλώς στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος και της επικαιρότητας, αλλά θεωρείται απ’ όλους το καθοριστικό στοιχείο για τη διαμόρφωση του μέλλοντος της οικονομίας και της ίδιας της ανθρωπότητας. Χθες και σήμερα η Ινδία φιλοξενεί το AI Impact Summit 2026, φιλοδοξώντας να εδραιωθεί ως κρίσιμος κόμβος στη διαμόρφωση του παγκόσμιου πλαισίου για την Τεχνητή Νοημοσύνη και η συμμετοχή του Έλληνα πρωθυπουργού έχει στρατηγική σημασία τόσο σε πολιτικό όσο και σε γεωοικονομικό επίπεδο. Η παρουσία του τοποθετεί την Ελλάδα στον πυρήνα των διεθνών διεργασιών για τη ρύθμιση και αξιοποίηση της AI, ενισχύοντας τον ρόλο της ως γέφυρα της Ευρώπης με τον Παγκόσμιο Νότο και ως χώρα που επιδιώκει να συνδυάσει καινοτομία, θεσμικό πλαίσιο και κοινωνικό όφελος. Κι αυτό επειδή διανύουμε μια περίοδο κατά την οποία η Τεχνητή Νοημοσύνη αναδεικνύεται σε βασικό πεδίο γεωοικονομικού ανταγωνισμού και αναδιαμόρφωσης των διεθνών συσχετισμών. Στο περιθώριο του AI Impact Summit, ο Κ. Μητσοτάκης θα συναντήσει κορυφαίους παράγοντες της διεθνούς τεχνολογικής σκηνής. Μεταξύ αυτών, τον Michael Kratsios, επικεφαλής του Γραφείου Επιστήμης και Τεχνολογικής Πολιτικής του Λευκού Οίκου, τον Demis Hassabis, διευθύνοντα σύμβουλο της Google DeepMind, τον Brad Smith, αντιπρόεδρο της Microsoft, τον Mati Staniszewski της ElevenLabs, τον Sam Altman της OpenAI και τον Arthur Mensch της Mistral AI. Οι επαφές εστιάζουν σε επενδύσεις, στρατηγικές συνεργασίες και στη διαμόρφωση κοινών πρωτοβουλιών στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης. Το ερώτημα που προκύπτει είναι το πώς η Ελλάδα θα αξιοποιήσει στην πράξη τις ευκαιρίες αυτής της νέας εποχής. Μακάρι, αλλά για μια χώρα που αφενός σε πολλά επίπεδα της λείπουν τα βασικά και αφετέρου το πολιτικό κλίμα είναι μονίμως… on fire τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα.
Οι έξι πρόεδροι
Τα πράγματα με το νέο διοικητικό σχήμα της ΔΕΘ - Helexpo προχωρούν, αφού ήδη το Διοικητικό Συμβούλιο ενέκρινε τον κανονισμό λειτουργίας της επταμελούς Συμβουλευτικής Επιτροπής, στην οποία συμμετέχουν οι τρεις πρόεδροι των Επιμελητηρίων της Θεσσαλονίκης (Γ. Μασούτης, Μ. Παπαδόπουλος, Κ. Μερελής), οι πρόεδροι των δύο επιχιερηματικών συνδέσμων που εδρεύουν στη Θεσσαλονίκη (Λ. Σαράντη, Σ. Διαμαντίδης), ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου (Π. Φιλιππίδης) και ο εντεταλμένος σύμβουλος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, επίσης Θεσσαλονικιός, Θ. Αλεξανδρής.
Τώρα εάν ο ρόλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής θα είναι ουσιώδης ή τυπικός θα φανεί στην πορεία. Πάντως, το γεγονός ότι τα μέλη του είναι όλα από τη Θεσσαλονίκη δίνει την αίσθηση ότι ενδέχεται να λειτουργεί ως… φερετζές για αποφάσεις, από τις οποίες (υποτίθεται ότι) η πόλη και η επιχειρηματικότητά της δεν μπορεί να απουσιάζει. Από την άλλη τα πρόσωπα και οι ιδιότητές τους εγγυώνται σε μεγάλο βαθμό την ανεξαρτησία της γνώμης, καθώς είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς κάποιον στη σημερινή ΔΕΘ – Helexpo να χειραγωγήσει τους έξι προέδρους και τον εντεταλμένο. Ίσως το στοίχημα να παιχτεί στο κατά πόσο οι άνθρωποι αυτοί -για την ακρίβεια ορισμένοι από αυτούς- θα έχουν τον χρόνο να ασχοληθούν, αφού οι επιχειρηματικές και ευρύτερες υποχρεώσεις τους είναι μεγάλες και το ωρολόγιο πρόγραμμά τους πολύ βαρύ. Κι αυτό θα φανεί ή δεν θα φανεί στην πράξη. Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι από τους έξι προέδρους οι πέντε -πλην της κ. Λουκίας Σαράντη του ΣΒΕ- συμμετείχαν αυτοπροσώπως στο τελευταίο Δ.Σ. της προηγούμενης περιόδου της εταιρείας και άρα εν πολλοίς γνωρίζουν τα… κατατόπια.
Σταθερή στάση
Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης το βράδυ της Τρίτης έγινε ό,τι γίνεται συνήθως. Κάποιοι θέλησαν να παραμείνουν εντός του μετά τις 10 που όρισε η διοίκηση του πανεπιστημίου να κλείνουν οι χώροι του και η Πρυτανεία κάλεσε την αστυνομία, η οποία συνέλαβε πολλούς. Αυτή η στάση, που ναι μεν συνιστά… πρωτόγονη μέθοδο, αλλά έναντι των αμετανόητων λειτουργεί, πρέπει να παραμείνει σταθερή και αμετακίνητη για καιρό, έως ότου το όλον… σύστημα του ΑΠΘ το πάρει απόφαση. Κάτι που δεν είναι βέβαιον ότι θα συμβεί ούτε εύκολα, ούτε σύντομα. Ήδη υπάρχουν «επαναστατικές» ανακοινώσεις περί αστυνομοκρατίας στα πανεπιστήμια και τα γνωστά, κλασικά, επαναλαμβανόμενα και… βαρετά. Υπομονή…
Η Λυσιστράτη του ΚΘΒΕ
Με τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη ένα βαθύτατα πολιτικό και ανθρωποκεντρικό έργο, επίκαιρο όσο ποτέ στις μέρες μας, κατηφορίζει το καλοκαίρι το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στην Επίδαυρο. Η μετάφραση είναι του Κωνσταντίνου Μπούρα, η σκηνοθεσία και η δραματουργική σκηνοθεσία του Αστέρη Πελτέκη - απέκτησε πρόσφατα με άριστα το διδακτορικό του από το Iόνιο Πανεπιστήμιο με θέμα διατριβής τη συμβολή των ΔΗΠΕΘΕ στην πολιτιστική ανάπτυξη της Περιφέρειας-, ενώ τον ρόλο της Λυσιστράτης θα κρατήσει η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου. Η πρεμιέρα της παράστασης θα γίνει, όπως πάντα, στο Θέατρο Δάσους και θα παρουσιαστεί στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου την Παρασκευή 21 και το Σάββατο 22 Αυγούστου 2026. Οι πρόβες είναι εντατικές και ήδη κυκλοφόρησε η σχετική αφίσα, η οποία προμηνύει ένα ενδιαφέρον ανέβασμα της δημοφιλούς κωμωδίας του Αριστοφάνη.

Στη «Λυσιστράτη», η πόλη-κράτος βρίσκεται σε παρατεταμένη φθορά: ο πόλεμος έχει καταστεί αυτοσκοπός, η πολιτική έχει αποκοπεί από την ανθρώπινη εμπειρία και το σώμα έχει εξοριστεί από τον δημόσιο λόγο. Η αρχετυπική μορφή / ηρωίδα δεν προτείνει μια μεταρρύθμιση, ούτε εισηγείται έναν νέο θεσμό. Η Λυσιστράτη εισάγει κάτι ριζικά διαφορετικό: την επανεμφάνιση του σώματος, της επιθυμίας, της φροντίδας και της συλλογικής ευθύνης ως πολιτικής πράξης. Η αποχή από τον έρωτα δεν λειτουργεί «τιμωρητικά» αλλά ως πράξη «αναστολής της εντροπίας». Ένα προσωρινό «πάγωμα» του συστήματος, ώστε να καταστεί δυνατή η επανεκκίνησή του.
Στον πυρήνα της σκηνοθετικής προσέγγισης του Αστέρη Πελτέκη βρίσκεται ακριβώς αυτή η χειρονομία, η οποία δεν επιτυγχάνεται μέσα από τη βία ή την επιβολή, αλλά μέσα από τη συνειδητή άρνηση συμμετοχής σε έναν φαύλο κύκλο. Οι γυναίκες δεν καταλαμβάνουν απλώς την Ακρόπολη, «καταλαμβάνουν» τον χρόνο, τη ροή των πραγμάτων, την ίδια τη λογική της αναπόφευκτης καταστροφής. Η κωμωδία, εδώ, δεν λειτουργεί ως εκτόνωση, αλλά ως μηχανισμός αποκάλυψης.