Skip to main content

Η φτώχεια στον καθρέφτη: Τρεις έρευνες-γροθιά στο στομάχι

Οι πρόσφατες έρευνες της ΕΛΣΤΑΤ και του ΙΝΕ ΓΣΕΕ που δείχνουν πως (δεν) έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, αντιθέτως χιλιάδες νοικοκυριά στην Ελλάδα δοκιμάζονται καθημερινά

Τέτοιες μέρες πέρυσι τα μεγάλα κόμματα σκοτώνονταν μεταξύ τους για το ποιος μιλάει με κοστολογημένα προγράμματα και ποιος παραθέτει ανέφικτους στόχους στη δημόσια συζήτηση λίγο πριν από τις εκλογές. Τελευταία και με αφορμή τις ευρωεκλογές, μπήκαν και πάλι στον δημόσιο διάλογο τα… κοστολογημένα προγράμματα και το εάν στη χώρα φύονται τελικά ή όχι λεφτόδεντρα. Και δώσ’ του πάλι από την αρχή οι κορώνες, να πηγαινοέρχονται για το ποιος λέει την αλήθεια, ποιος της κάνει λίφτινγκ και ποιος τελικώς έχει επαφή με την πραγματικότητα. Πώς τα ακούν όλα αυτά, αλήθεια, τα νοικοκυριά που βρίσκονται κάτω ή κοντά στο όριο της φτώχειας στην Ελλάδα; Σαν… γιαπωνέζικα γνωμικά θα τους φαίνονται.

Οι έρευνες που δημοσιοποιεί η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) και το ΙΝΕ ΓΣΕΕ κάθε φορά είναι γροθιά στο στομάχι. Υπενθυμίζω τρεις χαρακτηριστικές έρευνες (δύο της ΕΛΣΤΑΤ και μια του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ) τους τελευταίους μήνες, που προκάλεσαν μια σειρά εφήμερων δημοσιευμάτων και μετά «η ζωή συνεχίζεται» ή αλλιώς «από 'δω παν' κι άλλοι».

Τον περασμένο Απρίλιο η εθνική μας Αρχή επί των στατιστικών δημοσίευσε τα επεξεργασμένα δεδομένα της για τα νοικοκυριά που βρίσκονται στο όριο της φτώχειας. Τότε, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, o πληθυσμός που αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό, με βάση τα στοιχεία του 2023, ανέρχεται στο 26,1% του πληθυσμού της χώρας (2.658.400 άτομα). Το ποσοστό μάλιστα χαρακτηρίστηκε σχεδόν αμετάβλητο σε σχέση με το 2022, που ήταν 26,3%.

Για να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτό, αρκεί να ανατρέξουμε στην έρευνα: το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 6.030 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και 12.663 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών, ορίζεται δε στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο εκτιμήθηκε σε 10.050 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της χώρας εκτιμήθηκε σε 18.755 ευρώ.

Στις αρχές του μήνα δημοσιοποίησε έρευνα το Ινστιτούτο Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ, από όπου προκύπτει πως στα ελληνικά νοικοκυριά η κοινωνική και η υλική υστέρηση είναι πέντε φορές πιο πάνω από ό,τι στα αντίστοιχα νοικοκυριά των χωρών της ΕΕ. Τι σημαίνει αυτό; Φτώχεια. Στην ίδια έρευνα διακρίναμε και το εξής δεδομένο που κάνει ακόμη πιο ζοφερή την εικόνα μας. Τέσσερα στα 10 νοικοκυριά στην Ελλάδα αδυνατούν να καλύψουν μια έκτακτη ανάγκη υγείας. Με μια κουβέντα: μην τύχει κι αρρωστήσεις!

Το τρίτο και τελευταίο χτύπημα για την κατάστασή μας ήρθε από τη νέα έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ μες στον Ιούνιο, η οποία μας ενημέρωσε πως το 6,5% του πληθυσμού της Ελλάδας αντιμετώπισε μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής το 2023. Μάλιστα, το 1,4% του πληθυσμού δήλωσε ότι αντιμετώπισε μόνο σοβαρή ανεπάρκεια τροφής (σύμφωνα με την παγκόσμια τυπική κλίμακα ανεπάρκειας τροφής - FIES). Κι επειδή η ΕΛΣΤΑΤ κάνει και τις σχετικές αναφορές για τις προηγούμενες περιόδους, ας κρατήσουμε πως τα ποσοστά για τη μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής κατά τα  προηγούμενα έτη ήταν 6,6% το 2022, 6,0% το 2021, 6,1% το 2020 και 8,0% το 2019, ενώ για τη σοβαρή ανεπάρκεια τροφής την περίοδο 2019-2022 το ποσοστό ανήλθε στο 1,5% -εκτός του έτους 2020 που ήταν 1,6%. 

Και τι σημαίνουν όλα αυτά; Η απάντηση και πάλι από την ΕΛΣΤΑΤ: «Ένα νοικοκυριό θεωρείται ότι έχει μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, όταν τουλάχιστον ένα μέλος του  νοικοκυριού δήλωσε ότι, κατά τη διάρκεια των 12 προηγούμενων μηνών πριν τη διενέργεια της έρευνας, αναγκάστηκε να παραλείψει ένα γεύμα, έφαγε λιγότερο από όσο θεωρούσε ότι είχε ανάγκη, έμεινε χωρίς τροφή, πεινούσε αλλά δεν έφαγε, πέρασε μια ολόκληρη ημέρα χωρίς τροφή λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων». Και επιπλέον «ένα νοικοκυριό θεωρείται ότι έχει σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, όταν τουλάχιστον ένα μέλος του  νοικοκυριού δήλωσε ότι, κατά τη διάρκεια των 12 προηγούμενων μηνών πριν τη διενέργεια της έρευνας, πέρασε μια ολόκληρη ημέρα χωρίς τροφή λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων».

Επίσης, δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως η ΕΛΣΤΑΤ στο εν λόγω πόνημα που τιτλοφορείται «Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών», έχει συμπεριλάβει από το 2019 οκτώ́ ερωτήματα τα οποία πρότεινε ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (Foοd and Agriculture Organization - FAO) για την κατάρτιση του δείκτη 2.1.2 του στόχου 2 της βιώσιμης ανάπτυξης (εξάλειψη πείνας έως το 2030), ο οποίος αφορά́ στον επιπολασμό της μέτριας ή σοβαρής ανεπάρκειας τροφής.

Οι παραπάνω τρεις έρευνες είναι καθρέφτης ξεκάθαρος για το πού πορευόμαστε. Η αλήθεια είναι πικρή. Τα ποσοστά λίγο πολύ παραμένουν ίδια κι αν δεν τα αναγνωρίζουμε, μάλλον δεν μας αρέσει η αλήθεια ή νομίζουμε πως είμαστε στο κλαμπ των πετυχημένων της ΕΕ αδιαφορώντας για την αντιμετώπιση του ζητήματος αλλά και για τις γενιές που έρχονται και μπαίνουν (;) στην αγορά εργασίας και την καθημερινότητα.

Εσχάτως αναδείχτηκε πως το νούμερο 1 ζήτημα που έχει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση είναι η ακρίβεια και τα ζητήματα της καθημερινότητας. Καιρός ήταν. Γιατί κινδυνεύουμε όλο και περισσότερα νοικοκυριά να φλερτάρουν με τα ποσοστά της φτώχειας. Κι αν δεν είμαστε εμείς οι ίδιοι σε αυτήν την κατηγορία, είναι τα διπλανά μας σπίτια κι εδώ η κοστολόγηση δεν μετριέται μόνο σε ευρώ αλλά το κόστος είναι προπάντων κοινωνικό.