Εικόνα πρώτη: Πολυκατοικία στη Βασ. Όλγας, στο ύψος της Σχολής Τυφλών. Από τα πέντε μαγαζιά που υπάρχουν στο ισόγειο τα τρία ανήκουν στον ευρύτερο κλάδο της εστίασης. Τα δύο είναι καφέ και το τρίτο σαντουιτσάδικο. Παραδίπλα σε πολυκατοικία με τρία μαγαζιά το ένα είναι καφέ και το άλλο μίνι μάρκετ, που επίσης παρέχει καφέ στο χέρι.
Εικόνα δεύτερη: Σε μια δημοφιλή γωνία της πόλης, ας πούμε στη διασταύρωση της Παπαναστασίου με την 25ης Μαρτίου, τις περισσότερες ώρες της ημέρας τα πεζοδρόμια είναι… αδιάβατα, επειδή τα καταλαμβάνουν μηχανάκια διανομέων, των γνωστών ντελιβεράδων.
Εικόνα τρίτη: Όποια στιγμή της ημέρας και -εν μέρει- και της νύχτας κι αν μπει κάποιος στο αυτοκίνητό του για να μετακινηθεί στους δρόμους του πολεοδομικού συγκροτήματος θα συναντήσει «άπειρα» μηχανάκια διανομέων να κυκλοφορούν παντού. Ενίοτε να τρέχουν ή να κινούνται με… ευελιξία στην κίνηση, στα όρια του επικίνδυνου και να μπαίνουν κόντρα στους μονόδρομους. Σε κάθε περίπτωση είναι… αμέτρητα.
Εικόνα τέταρτη: Σε πολυκατοικία στην περιοχή της οδού Δαγκλή, κάτω από την Αλεξάνδρου Σβώλου και πάνω από την Τσιμισκή, όπου ζουν πολλοί φοιτητές οι ντελιβεράδες ξεκινούν να εμφανίζονται από νωρίς το πρωί «σερβίροντας» καφέ, φρεσκοστυμμένο χυμό και τυρόπιτα σε αγουροξυπνημένα κορίτσια και αγόρια. Διότι αυτή η διανομή φαγητού κατ’ οίκον που κάποτε ξεκίνησε και απλώθηκε με παραγγελίες πίτσας και αναψυκτικών τα βράδια που η τηλεόραση μετέδιδε ευρωπαϊκούς αγώνες ή τον διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision, έχει πλέον επεκταθεί και διογκωθεί σε βαθμό… κακουργήματος.
Οι τέσσερις αυτές απολύτως αυθεντικές εικόνες από τη Θεσσαλονίκη του 2026 αποκαλύπτουν νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες και παράλληλα νέες καταναλωτικές συνήθειες. Ταυτόχρονα τροφοδοτούν έναν σημαντικότατου εύρους οικονομικό κύκλο, που -υπό φυσιολογικές συνθήκες- βασίζεται αφενός στην μεγάλη συσσώρευση πληθυσμού στο αστικό κέντρο και αφετέρου στους πιεστικούς ρυθμούς της ζωής. Ισχύουν αυτές οι προϋποθέσεις στη σημερινή Θεσσαλονίκη; Ή πρόκειται απλώς για συμπτώματα μιας… απελπισμένης οικονομίας και μιας… κουρασμένης κοινωνίας; Η απάντηση είναι μάλλον αυτονόητη και ως εκ τούτου εύκολη.
Πρωτεύουσα του καφέ
Αν και η Θεσσαλονίκη παραμένει εδώ και δεκαετίες η «πρωτεύουσα του καφέ» στην Ελλάδα, όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια μοιάζουν… αδιανόητα. Στην πόλη έχει δημιουργηθεί μια υπερδιογκωμένη οικονομία του delivery και του take away, δηλαδή της διανομής καφέ και φαγητού σε σπίτια και γραφεία, αλλά και η παροχή καφέ και φαγητού στο χέρι. Συχνά στο κέντρο της πόλης η εικόνα θυμίζει -προφανώς ως καρικατούρα- τη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1980. Όταν η δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας -ιδιαίτερα του χρηματοπιστωτικού κλάδου στο Μανχάταν- είχε ως αποτέλεσμα λίγο πριν τις 9 το πρωί χιλιάδες νέοι εργαζόμενοι να βγαίνουν μαζικά από το μετρό και να προμηθεύονται τον καφέ τους σε πλαστικό ποτήρι από κάποιο μαγαζί τύπου Starbucks για να προλάβουν να βρίσκονται εγκαίρως στη θέση τους. Μόνο που οι περισσότεροι από αυτούς ζούσαν τότε σε συνθήκες συγκατοίκησης τριών ή τεσσάρων ατόμων και ήταν ζήτημα εάν είχαν την πρακτική δυνατότητα να κάνουν και να πιούν τον καφέ τους στον… συνωστισμό του σπιτιού. Άλλωστε και η νοοτροπία στην Αμερική σε σχέση με την εν γένει σίτιση του ανθρώπου στη μεγαλούπολη ήταν -και παραμένει- εντελώς διαφορετική από τη δική μας.
Όπως κι αν έχουν τα πράγματα η αλήθεια είναι ότι στη σημερινή Θεσσαλονίκη η εστίαση και οι υπηρεσίες delivery και take away έχουν γιγαντωθεί μάλλον αφύσικα και εκτός λογικής. Ως μόδα που κάποτε -πιθανόν με μια αφορμή που σχετίζεται με τις δυσκολίες της οικονομίας- θα περάσει, αφήνοντας πίσω της συντρίμμια. Διότι οι μεν επιχειρήσεις που βασίζονται σε delivery και το take away είναι, πλέον, πολλές χιλιάδες. Αλλά πολλές χιλιάδες είναι και οι κατά βάσιν νέοι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτές. Μόνο οι ντελιβεράδες με τα μηχανάκια στο πολεοδομικό συγκρότημα υπολογίζονται -τόσο στις μεγάλες πλατφόρμες, όσο και οι μεμονωμένοι- σε 4.000 με 5.000 χιλιάδες, εκ των οποίων η συντριπτική πλειονότητα, άνω του 95%, εργάζονται ως ελεύθεροι επαγγελματίες, αφού μισθωτοί παραμένουν μερικές… δεκάδες, ίσως 100 ή 150.
Πόσο θα αντέξουν;
Το ερώτημα για πόσο διάστημα μπορεί να διατηρηθεί αυτή η κατάσταση θα το απαντήσει η ίδια η ζωή και η πραγματικότητα, ενώ οι εξελίξεις συνδέονται εν μέρει με το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, που σήμερα βασίζεται στον τουρισμό και την παροχή υπηρεσιών. Κάτι που δύσκολα θα αλλάξει στο άμεσο μέλλον, αλλά πιθανότατα θα συρρικνωθεί λόγω οικονομικών συνθηκών. Παρά την αναγκαιότητα στροφής της οικονομίας προς πιο παραγωγικές δραστηριότητες που επισημαίνουν πολιτικοί, τεχνοκράτες και επιχειρηματίες η στρατηγική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου είναι δύσκολη υπόθεση, ενώ τα βήματα που έγιναν προς αυτή την κατεύθυνση μετά την πανδημία του κορωνοϊού, με όχημα το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είναι περιορισμένα. Άλλωστε η «οικονομία του delivery και του take away» συνιστά πανελλαδικό φαινόμενο με ιδιαίτερη ένταση στις πόλεις και τα τουριστικά μέρη, κάτι το οποίο μέχρι ενός σημείου εξηγείται από την ανάπτυξη του τουρισμού της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Απλώς στη Θεσσαλονίκη βοηθάει η χωροταξία και το μεσαίο μέγεθος του χώρου και οι λεπτομέρειες του είναι ορατές δια γυμνού οφθαλμού.
Συνωστισμός καφέ
Στο σύνολο της χώρας λειτουργούν σήμερα περίπου 85.000 – 90.000 σημεία που πουλάνε καφέ, από φούρνους και καφετέριες, μέχρι μίνι μάρκετ, all day bars, καντίνες, εστιατόρια και ξενοδοχεία. Με δεδομένο ότι μόνο στο Περιστέρι της Δυτικής Αττικής λειτουργούν περί τα 3.000 σημεία που πουλάνε καφέ, ενώ στη Λάρισα τα αντίστοιχα σημεία είναι περίπου 2.000, στο πολεοδομικό συγκρότημα Θεσσαλονίκης υπολογίζεται ότι ο αριθμός τους διαμορφώνεται μεταξύ 5.000 και 7.000. Οι καφετέριες και τα μπαρ αποτελούν το 59% του συνόλου της εστίασης στη χώρα, μετατρέποντας τον καφέ στην πιο διαδεδομένη μορφή μικροεπιχειρηματικής δραστηριότητας. Το παράδοξο της αγοράς δεν είναι μόνο η έκταση της προσφοράς. Είναι και η ταχύτητα με την οποία κλείνουν τον κύκλο τους αυτές οι επιχειρήσεις.
Παράγοντες της ευρύτερης αγοράς της εστίασης εκτιμούν ότι πάνω από το 20% των νέων καταστημάτων κλείνει μέσα στα πρώτα δύο χρόνια λειτουργίας, ενώ η μέση διάρκεια ζωής ενός ανεξάρτητου καφέ σπάνια ξεπερνά τα τρία χρόνια. Ο κλάδος των επιχειρήσεων υγειονομικού ενδιαφέροντος, κορμός των οποίων είναι η καφεστίαση, αποτελεί εδώ και χρόνια την πιο εύκολη είσοδο στην επιχειρηματικότητα, καθώς το αρχικό κόστος επένδυσης θεωρείται χαμηλό.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε πρόσφατα η αλυσίδα Coffee Lab, πάνω από το 90% των νέων καταστημάτων ανοίγει με προϋπολογισμό κάτω από 10.000 ευρώ, με τον μηχανολογικό εξοπλισμό, δηλαδή τις μηχανές του καφέ να παρέχονται ως χρησιδάνειο από τις εταιρείες προμήθειας καφέ. Πρόκειται για ένα ποσό που μπορεί σχετικά εύκολα να συγκεντρωθεί, ενώ στη συγκεκριμένη δραστηριότητα κατευθύνεται και μέρος των επιχορηγήσεων των προγραμμάτων ενίσχυσης νέας επιχειρηματικότητας, για ανέργους 18–29 ετών, της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης, ύψους 17.500 ευρώ. Ωστόσο, σε έναν κλάδο με εξαιρετικά έντονο ανταγωνισμό η δημιουργία βιώσιμης επιχείρησης είναι πολύ δύσκολο στοίχημα. Ως αποτέλεσμα έχει δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος πολύ μικρών επιχειρήσεων που ανοίγουν γρήγορα, λειτουργούν με οριακά περιθώρια κέρδους και κλείνουν εξίσου γρήγορα.