Skip to main content

Η παγίδα των διατηρητέων για την ασφάλεια και τη δημόσια υγιεινή στη Θεσσαλονίκη

Ένα μέτρο, μία νομοθεσία που έγινε για καλό σκοπό και είχε αποτελέσματα, επιστρέφει ως… μπούμερανγκ

Στη δεκαετία του 1980, με νόμο, το κράτος απαγόρευσε την αλλοίωση της πρόσοψης κάποιων κτηρίων που χαρακτηρίστηκαν διατηρητέα για λόγους αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και αισθητικής. Η πρωτοβουλία ανήκε στην τότε υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη, η οποία επιχείρησε να βάλει φρένο στην κατεδάφιση κτηρίων με ύφος και στιλ, προς χάριν απρόσωπων πολυκατοικιών, που λίγο διέφεραν από τσιμεντένια κουτιά. Ήταν μία σωστή κίνηση, χάρη στην οποία στις ελληνικές πόλεις σώθηκαν κάποια κτήρια, αφού ακόμη και αν ο ιδιοκτήτης προχωρούσε στην αξιοποίηση ή στην ανακατασκευή τους ήταν υποχρεωμένος να διατηρήσει την πρόσοψη. Να τη συντηρήσει, αλλά να μην την αλλοιώσει, ώστε να διατηρηθεί η αύρα περασμένων εποχών, όταν η αρχιτεκτονική είχε μεγάλη σημασία. Εποχών κατά τις οποίες οικοδομήθηκε η προσωπικότητα των σημαντικών ελληνικών πόλεων και, πλέον, μέσω των διατηρητέων υπάρχουν έστω κάποια ίχνη τους, που σώθηκαν από τις πιεστικές συνθήκες της ανάγκης για στέγαση, με τη μαζικοποίηση της κατοικίας και το εμπορικό κέρδος. Στη Θεσσαλονίκη χαρακτηριστική περίπτωση είναι το ξενοδοχείο ΟΝ με το εστιατόρια «Όλυμπος Νάουσα», που βρίσκεται στη λεωφόρο Νίκης, με το διατηρητέο κτήριο να αξιοποιείται -στην ουσία το οικόπεδο κτίστηκε από την αρχή- με απόλυτο σεβασμό στην όψη.

Image

 

Ο νόμος Μερκούρη που ισχύει επί τέσσερις δεκαετίες έχει βέβαια και αδυναμίες, που αναδείχθηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Κυρίως δεν υπολόγισε την ανάγκη συντήρησης αυτών των παλαιών κτηρίων σε βάθος χρόνου, που είναι πολυδάπανη και πολύ συχνά ξεπερνάει τις οικονομικές δυνατότητες των ιδιοκτητών, οι οποίοι αφού δεν μπορούν να κερδίσουν από την ακίνητη περιουσία τους την εγκαταλείπουν στη μοίρα της. Επίσης, την ίδια άτυχη μοίρα της εγκατάλειψης έχουν και ακίνητα με μπερδεμένο ιδιοκτησιακό καθεστώς, που προέρχεται μετά από γενιές και γενιές κληρονόμων. Αλλά και ακίνητα που ανήκουν σε ιδρύματα και οργανισμούς, που δεν διαθέτουν πόρους, ενώ είναι ζήτημα εάν στοιχειωδώς ενδιαφέρονται για την αισθητική. Ειδικά όταν πιέζονται από άλλες καθημερινές ανάγκες. 

Ως αποτέλεσμα αυτής της αδυναμίας -ή και της σκόπιμης εγκατάλειψης ενός κτηρίου μέχρι καταρρεύσεως, αφού επί των ερειπίων ο χαρακτηρισμός διατηρητέο δεν ισχύει ούτε μπορεί να εφαρμοστεί- στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν σήμερα αρκετά τέτοιου τύπου κτήρια σε κακή κατάσταση. Όπως είναι φυσικό τα επί της ουσίας εγκαταλειμμένα αυτά κτήρια αφενός είναι επικίνδυνα για τους διερχόμενους και τους γείτονες, καθώς σε περίπτωση κατάρρευσης είναι πιθανόν να υπάρξουν υλικές ζημίες και τραυματισμοί, ενώ αφετέρου αποτελούν εστίες μόλυνσης. Η δημόσια υγεία προφανώς διατρέχει κινδύνους όταν σε αυτά τα κτήρια, που βρίσκονται συνήθως σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, βρίσκουν καταφύγιο μαζικά αδέσποτα ζώα και τρωκτικά. 

Image

 

Επιστρέφει ως... μπούμερανγκ

Το ζήτημα είναι εάν έχει φτάσει η ώρα κάποιος φορέας στη Θεσσαλονίκη να πάρει την πρωτοβουλία, ώστε να βρεθεί διέξοδος σε αυτή την κατάσταση. Να ξεκινήσει έστω κάποιες διαδικασίες, καθώς ενδεχομένως η βασική αρμοδιότητα ανήκει στην κεντρική διοίκηση, δηλαδή στα υπουργεία. Οι πινακίδες σαν κι αυτές των φωτογραφιών που δημοσιεύουμε «ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΣ» δεν καλύπτουν κανέναν και φυσικά δεν μπορούν να προστατεύσουν κάποιον διερχόμενο τη στιγμή που -ω μη γένοιτο- γίνει το κακό. Με το θέμα οφείλει να ασχοληθεί η αυτοδιοίκηση, δηλαδή οι δήμοι, που προφανώς έχουν έννοια και λόγο στην ευταξία, την ασφάλεια και την δημόσια υγιεινή. Και αν η όποια παρέμβαση σκοντάφτει στην παράμετρο της ιδιωτικής περιουσίας την οποία προστατεύει και ο νόμος για τα διατηρητέα, επίσης οι δήμοι -εν προκειμένω ο δήμος Θεσσαλονίκης- οφείλουν να υποδείξουν το πρόβλημα στην κυβέρνηση και τους αρμόδιους υπουργούς. Πρωτίστως στο υπουργείο Πολιτισμού και ενδεχομένως στο υπουργείο Περιβάλλοντος, ώστε να προσαρμόσουν τη νομοθεσία εξασφαλίζοντας τη διάσωση όσων διατηρητέων μπορούν να διασωθούν, ενώ παράλληλα θα λαμβάνουν πρόνοια για τα ερείπια που απειλούν ανθρώπους και περιβάλλον.  

Η υπόθεση είναι κλασικά ελληνική. Ένα μέτρο, μία νομοθεσία που έγινε για καλό σκοπό και είχε αποτελέσματα, επιστρέφει ως… μπούμερανγκ. Γίνεται παγίδα τόσο επειδή από την αρχή είχε κενά για τη χρηματοδότηση της συντήρησης των διατηρητέων κτηρίων, όσο και λόγω του ότι 40 χρόνια τώρα η συγκεκριμένη νομοθεσία ούτε ανανεώθηκε, ούτε συμπληρώθηκε. Επίσης, είναι θέμα εάν, ποιος και με ποια μέσα ελέγχει την εικόνα των διατηρητέων ή απλώς το ελληνικό κράτος -όπως το συνηθίζει σε πολλές περιπτώσεις- θα κινητοποιηθεί όταν -κούφια η ώρα- γίνει η… στραβή.