Skip to main content

Η Θεσσαλονίκη δεν πρόκειται ποτέ να γίνει ελκυστική χωρίς συγκεκριμένο και συνολικό σχέδιο

Οι προβλέψεις της δεκαετίας του 1980 για 4,5 εκατομμύρια πληθυσμό κάπου στις μέρες μας αποδείχτηκαν αφελείς. Οι υπολογισμοί όμως έγιναν στη βάση προϋποθέσεων που δεν υπήρξαν ποτέ και παραδοχών που αποδείχτηκαν αυθαίρετες

Σε μια συζήτηση που είχα την προηγούμενη εβδομάδα θυμήθηκα τα σενάρια εκείνα που δεκαετίες πριν ήθελαν τη Θεσσαλονίκη να φτάνει στα 4,5 εκατομμύρια πληθυσμό τα επόμενα χρόνια.

Τα τότε «επόμενα χρόνια» είναι το σήμερα. Η Θεσσαλονίκη φυσικά και δεν έπιασε αυτόν τον πληθυσμό. Τα σενάρια και οι υπολογισμοί διαψεύστηκαν παταγωδώς και σήμερα κανένας δεν τους θυμάται, παρότι προέρχονταν από επίσημα χείλη και επρόκειτο για επιστημονικά τεκμηριωμένες προβλέψεις. Με προϋποθέσεις και με παραδοχές. Οι πρώτες δεν υπήρξαν, οι δεύτερες αποδείχτηκαν αυθαίρετες.

Αντιθέτως τόσο η πόλη, όσο και ο νομός ακολούθησαν αντίθετη πορεία. Δεν έγινε πόλος έλξης η Θεσσαλονίκη, δεν έγινε πόλη (ή νομός) των ευκαιριών, δεν αποτέλεσε όνειρο για μόνιμη εγκατάσταση των πολιτών. Ούτε ημεδαπών, ούτε αλλοδαπών.

Η τελευταία απογραφή του 2021 έδειξε ότι ο δήμος Θεσσαλονίκης παραμένει ο δεύτερος δήμος της χώρας με 317.778 κατοίκους. Συνολικά το πολεοδομικό συγκρότημα φτάνει στους 802.392 κατοίκους και ο νομός στους 1.091.424. Οχτώ δήμοι από τους 14 σημείωσαν μείωση πληθυσμού και έξι αύξηση.

Στην απογραφή του 2011, δέκα χρόνια πριν, ο πληθυσμός του νομού ήταν 1.110.551 κάτοικοι, δηλαδή καταγράφηκε μείωση 19.127 κατοίκων (μείωση 1,7%).

Ο κεντρικός δήμος έχασε 7.404 κατοίκους (μείωση 2,2%) και μείωση πληθυσμού παρουσίασαν επίσης οι δήμοι Βόλβης (η μεγαλύτερη μείωση 15,6%), Χαλκηδόνος, Λαγκαδά, Θερμαϊκού, Αμπελοκήπων – Μενεμένης, Νεάπολης – Συκεών και Δέλτα.

Αύξηση πληθυσμού κατέγραψαν (με σειρά ποσοστών) οι δήμοι Ωραιοκάστρου (τη μεγαλύτερη με 4,7%), Θέρμης, Κορδελιού – Ευόσμου, Πυλαίας – Χορτιάτη, Καλαμαριάς και -στα όρια της σταθερότητας- Παύλου Μελά.

Η επόμενη απογραφή δεν αναμένεται να δώσει κατά πολύ αλλαγμένα στοιχεία, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στους δήμους όπου παρατηρείται αύξηση της συγκέντρωσης πληθυσμού πλέον. Ωραιόκαστρο, Θέρμη, Κορδελιό – Εύοσμος, Πυλαία – Χορτιάτης είναι δήμοι που έχουν οικιστική ανάπτυξη από το 2021 (με διαφοροποιήσεις ανά δήμο, αλλά όλοι έχουν εντάξει, εντάσσουν και έχουν περιθώριο να εντάξουν νέες εκτάσεις για κατοικία). Καλαμαριά και Παύλος Μελάς εξαντλούν τα όριά τους και σε λίγο καιρό θα αδυνατούν να υποδεχτούν νέους κατοίκους.

Στο στενό πολεοδομικό συγκρότημα επίσης τα όρια οικιστικής ανάπτυξης περιορίστηκαν δραματικά. Σχεδόν όλες οι εκτάσεις έχουν χτιστεί και κατοικούνται και μάλιστα πλέον με χειρότερους όρους σε σχέση με το παρελθόν. Επίσης, το βάρος των δημοτικών αρχών στις περιοχές που κορέστηκαν πληθυσμιακά, πέφτει ορθώς στη βελτίωση της καθημερινότητας και στη βελτίωση του δημόσιου χώρου για τους νυν κατοίκους, ώστε η ποιότητα ζωής να γίνει καλύτερη και να μην αρχίσουν κι αυτοί να αντιμετωπίζουν φαινόμενα πληθυσμιακής συρρίκνωσης.

Για τους δε δήμους που εμφάνισαν μείωση πληθυσμού τη δεκαετία 2011 – 2021 ανάκαμψη προς το παρόν δεν φαίνεται. Και την ευθύνη δεν τη φέρουν οι δημοτικές αρχές. Την ευθύνη την έχει συνολικά η διοίκηση του τόπου. Η Πολιτεία, η οποία δεν κάνει το παραμικρό για να αποκτήσει η Θεσσαλονίκη (ως νομός, ως μητρόπολη) εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα την κάνουν ελκυστική.

Δουλειές, υποδομές για την οικογένεια, υποδομές για τον δημόσιο χώρο, δομές υγείας και παιδείας, επενδύσεις, μεγάλα έργα. Λείπουν όλα αυτά για πολλά χρόνια. Κι αυτή είναι η αιτία της συρρίκνωσης, που ό,τι και να κάνουν οι τοπικοί φορείς δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν.

Τι έβλεπαν συνεπώς οι ειδικοί κάποιες δεκαετίες πριν και προέβλεπαν κάτι εξωπραγματικό; Τόσο λάθος είχαν κάνει; Προφανώς υπολόγιζαν με μια παραδοχή που αποδείχτηκε ανεδαφική στην πράξη. Πίστευαν πως μια σειρά από υποδομές που από τότε (τη δεκαετία του 1980, κάποιες και πιο πριν) είχαν εξαγγελθεί ότι θα γίνουν, θα είχαν ολοκληρωθεί. Δεν έγινε κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, η σημερινή ατζέντα υποδομών της Θεσσαλονίκης είναι σχεδόν ίδια με εκείνη που είχαμε τέσσερις δεκαετίες πριν. Κάποια έργα εγκαταλείφθηκαν, κάποια προστέθηκαν, κάποια άλλαξαν. Οι προτεραιότητες μεταβλήθηκαν, τα πλεονεκτήματα του τόπου παρέμειναν αναξιοποίητα και το αποτέλεσμα ήταν ευθέως αντίστροφο με το προβλεπόμενο.

Πολλοί από τότε έβλεπαν υπεραισιόδοξες τις προβλέψεις. Κι όσοι όμως άσκησαν κριτική δεν έβλεπαν μείωση του πληθυσμού αντί για αύξηση. Κι εκείνοι αύξηση έβλεπαν και ευκαιρίες, οπότε κι εκείνο διαψεύστηκαν από την πράξη. Εάν έλεγες τότε ότι η Θεσσαλονίκη θα χάνει πληθυσμό αντί να κερδίζει αντιμετώπιζες τη χλεύη όλων. Και το θυμάμαι πολύ καλά, καθώς οι αντίθετες φωνές φιμώθηκαν στο γενικό κλίμα ευφορίας που επικρατούσε σε μια πόλη που πετούσε από πάνω της σταδιακά τον μανδύα της επαρχίας φιλοδοξώντας να ντυθεί τον μανδύα της «συμπρωτεύουσας». Θυμίζω ότι οι προβλέψεις εκείνες έγιναν στη βάση μιας «επίθεσης έργων» στην πόλη και τον νομό. Από την περιφερειακή οδό και την εξωτερική περιφερειακή, μέχρι την Εγνατία οδό, τη ΒΙΠΕ κτλ. Κι από τις προσδοκίες για το αεροδρόμιο, το λιμάνι, μέχρι και τις επεκτάσεις των σχεδίων πόλης που λίγο αργότερα άρχισαν να κάνουν πόλεις τους σημερινούς δήμους από χωριά που ήταν τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η ανάπτυξη αυτή φρέναρε. Και δεν της έβαλε το φρένο η οικονομική κρίση, όπως πολλοί σπεύδουν να επιχειρηματολογήσουν. Αυτή ήρθε πολύ αργότερα. Η Θεσσαλονίκη είχε ήδη εξαντλήσει τα όριά της και βάδιζε επί δεκαετίες χωρίς συνεκτικό σχέδιο, χωρίς πλάνο, χωρίς πυξίδα. Θυμίζω την κινδυνολογία που στήθηκε πάνω στο μεταναστευτικό. Πρόβλημα συγκυριακό, το οποίο όμως εργαλειοποιήθηκε, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή η συζήτηση για την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης να αποπροσανατολιστεί και να πάει σε ατραπούς του παραλόγου. Ότι δήθεν η περιοχή θα άλλαζε πληθυσμιακή σύνθεση άρδην και θα έψαχνες άνθρωπο να μιλήσεις ελληνικά...

Επιστρέφω στο ζητούμενο, δίνοντας το παράδειγμα των ίδιων μελετών που προέβλεπαν πληθυσμιακή αύξηση. Όχι την υπερφίαλη των 4,5 εκατομμυρίων μόνιμων κατοίκων, αλλά κάποιες άλλες (είχαμε πολλές) που έβλεπαν σενάρια αύξησης του πληθυσμού του νομού στους 2 εκατομμύρια κατοίκους. Ενώ υπήρχε αυτή η πρόβλεψη δεν υπήρχε αντίστοιχη για ανοικοδόμηση νέων εκτάσεων γης. Ή ορθότερα οι εντάξεις εκτάσεων στα σχέδια πόλης και η ανοικοδόμησή τους αποδείχτηκε ότι γίνεται με πολύ αργούς ρυθμούς. Πού θα έμεναν αυτοί οι άνθρωποι;

Επειδή μιλάμε για ελεύθερη αγορά, που όλα καθορίζονται από την ισορροπία προσφοράς – ζήτησης, θύμα της στρέβλωσης που υφίσταται αυτός ο κανόνας στην Ελλάδα έπεσε και η ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης.

Και με τις συνέπειες αυτής της κατάστασης ζούμε το παρόν. Όπου υπάρχει προσφορά, που είναι απλησίαστη για τη ζήτηση, αλλά και μεγάλη ζήτηση (δυσανάλογη της προσφοράς), που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Αναφέρομαι προφανώς στις κατοικίες. Είτε για αγορά, είτε για ενοικίαση. Ακόμα και με τις διαστάσεις που πήρε η βραχυχρόνια μίσθωση (Airbnb) ως μόδα των καιρών.

Θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί το στεγαστικό (το οποίο είναι αποτρεπτικός παράγοντας για την εγκατάσταση νέου πληθυσμού στην περιοχή σχεδόν ίδιας βαρύτητας με την έλλειψη ευκαιριών για επαγγελματική αποκατάσταση) με επιθετική λογική. Με την ένταξη πολλών νέων εκτάσεων γης στα σχέδια πόλης των δήμων που διαθέτουν τέτοιες εκτάσεις. Όμως για να γίνει κάτι τέτοιο πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο. Κι αυτό δεν υπάρχει γιατί δεν υπάρχει κάποιος που να το υποστηρίξει, να το εκπονήσει, να το υλοποιήσει.

Οι υφιστάμενες δομές σχεδιασμού της προοπτικής της περιοχής έχουν όρια. Έχουν περιορισμούς στις αρμοδιότητες, έχουν θεσμικούς περιορισμούς, έχουν αδυναμία σε προσωπικό, μέσα και πόρους για να κάνουν μια τέτοια δουλειά και κυρίως δεν έχουν την υποστήριξη της Πολιτείας, που σε αυτό το ζήτημα είναι απούσα από τη Θεσσαλονίκη.

Για τις δημόσιες επενδύσεις και τις περιοχές που αυτές υπάρχει περιθώριο να γίνουν, όπως και για τη στρεβλή λογική να γίνονται τελικά σε περιοχές ήδη κορεσμένες έχω αναφερθεί και στο παρελθόν.

Η Θεσσαλονίκη όμως θα συνεχίσει να πορεύεται χωρίς πυξίδα και με ασήμαντους αναπτυξιακούς ρυθμούς ή με συνθήκες στασιμότητας και τα επόμενα χρόνια εάν δεν αλλάξει αυτή η λογική. Εάν δεν ενδιαφερθεί η Πολιτεία σοβαρά για την περιοχή καταρτίζοντας ένα σχέδιο ανάπτυξης συνεκτικό, συνολικό και με κάποιον να μπορεί να το βάλει σε εφαρμογή. Με μετρήσιμους στόχους, που θα συγκλίνουν όλοι στον κεντρικό στόχο: Να γίνει η Θεσσαλονίκη ελκυστική και μια περιοχή που αξίζει να ζεις, να δημιουργείς και να έχουν προοπτική τα παιδιά σου. Κάτι λείπει και είναι προφανές τι...