Πρέπει η Θεσσαλονίκη να επενδύσει στο εφικτό ή στη διεκδίκηση; Ένα ερώτημα, που για την πόλη έχει μια ιδιαίτερη σημασία, τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς δεν έχουμε κατασταλάξει ως κοινωνία, με αποτέλεσμα να κατηγορούμε τους εαυτούς μας είτε για υπερφίαλες προσδοκίες είτε για μιζέρια.
Κι επειδή πολλές φορές βρίσκονται σε θέση απολογούμενου οι τοπικοί άρχοντες, το πολιτικό προσωπικό της Θεσσαλονίκης, το αυτοδιοικητικό προσωπικό και οι επικεφαλής φορέων και άλλων οργανισμών, που έχουν «εξουσία» στην καθημερινότητα, διαμόρφωσαν το παρελθόν, καθορίζουν το παρόν και θεμελιώνουν το μέλλον, καλό είναι όσοι τους κατηγορούν συλλήβδην να έχουν κατά νου ότι ουσιαστικά κατηγορούν τους εαυτούς τους και την τοπική κοινωνία.
Δεν ανήκω σε αυτή την κατηγορία. Όπως στο παρελθόν δεν μου έφταιξε η Αθήνα για όσα δεινά πέρασε η πόλη (και δεν μου φταίει), το ίδιο ισχύει και για το τοπικό προσωπικό. Επίσης, δεν δέχομαι ότι το τοπικό πολιτικό και αυτοδιοικητικό προσωπικό είναι κατώτερο συγκριτικά με εκείνο των Αθηνών ή άλλων περιοχών της χώρας. Γενικώς, το τσουβάλιασμα είναι το καταφύγιο όσων αποφεύγουν να προβληματιστούν λίγο παραπάνω και επιθυμούν τις εύκολες απαντήσεις και τη δαχτυλοδειξία, τα εξιλαστήρια θύματα και τους εύκολους στόχους, που αγαπούν την ανέξοδη κριτική, το «για όλα φταίνε οι άλλοι» και έχουν αλλεργία στη γνώση.
Κακά παραδείγματα διοίκησης έχουμε πάρα πολλά. Όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη -παντού. Δεν αποτελούμε εξαίρεση, δεν είμαστε κοινωνία και πόλη με ειδικές ανάγκες.
Είμαστε όμως μια κοινωνία που αδυνατεί, όπως έχει αποδείξει, να συνεννοηθεί με επάρκεια τόση, ώστε να παράγει αποτέλεσμα. Για να δώσω ένα παράδειγμα, ακόμα και σήμερα κουβεντιάζουμε για το πώς θα μπορούσε να είναι η πόλη εάν σε μια σειρά από έργα και δράσεις οι αποφάσεις που ελήφθησαν ήταν διαφορετικές. Ε δεν ήταν. Η αναζήτηση ευθυνών για κάτι που δεν πήγε καλά αφορά σε κάποιους οι οποίοι έχουν την πολυτέλεια του χρόνου και σε κάποιες κλειστές ομάδες κι όχι το σύνολο της κοινωνίας. Έχει φυσικά νόημα, αλλά όχι έτσι όπως γίνεται. Κι επειδή έχω και μια αλλεργία στην περιπτωσιολογία, αποφεύγω να αναφερθώ σε συγκεκριμένα παραδείγματα, που έτσι κι αλλιώς όλοι γνωρίζουμε και η επανάληψη είναι και κουραστική και δημιουργεί εντυπώσεις εύπεπτες, αλλά και επικίνδυνες. Εξάλλου, η κοινωνία αποδίδει τις ευθύνες όπου και σε όποιον πρέπει, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, μέσω απολύτως δημοκρατικών διαδικασιών, ενώ την ουσιαστική απόδοση ευθυνών την κάνει η Δικαιοσύνη. Οι υπόλοιποι περνούν ατζέντες, διαμορφώνουν κλίμα και μένουν κολλημένοι στο παρελθόν, όταν η κοινωνία παλεύει με το παρόν και το μέλλον. Χρήσιμος κι αυτός ο ρόλος δε λέω, αλλά η ζωή συνεχίζεται...
«Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού». Εμείς γιατί πρέπει πάντα στη Θεσσαλονίκη να καλούμαστε να επιλέξουμε εάν είμαστε με την τέχνη ή με το εφικτό; Πρόκειται περί ψευτοδιλήμματος. Εάν δηλαδή πρέπει μονίμως να διεκδικούμε το καλύτερο, κάτι «καλύτερο» ή εάν θα πρέπει να αποδεχόμαστε μοιρολατρικά αποφάσεις επειδή «δεν γίνεται αλλιώς»;
Ο Παντελής Μπουκάλας, το 2015, για άλλους λόγους και με άλλες αφορμές, αποτύπωσε με συνοπτικό τρόπο τα περί «τέχνης του εφικτού» και διεκδίκησης στην Καθημερινή. Το εφικτό δεν είναι μοιρολατρία αναγκαστικά. Και η αέναη διεκδίκηση δεν είναι τέχνη, ούτε μπορεί να λογίζεται ως ουτοπία. Πολύ δε περισσότερο εάν τέχνη και εφικτό αποκτήσουν σκοπιμότητες.
Τα όρια είναι πολύ δύσκολο να μπουν, αλλά κάποια στιγμή τα βάζει η ίδια η ζωή, τα βάζει ο χρόνος που περνά. Και επειδή είναι από τη μια αμείλικτος κι από την άλλη ο καλύτερος γιατρός, ο χρόνος τελικά είναι καθοριστικός ως προς τη στασιμότητα, τη μιζέρια, την αποδοχή, τον συμβιβασμό ή αντιθέτως ως προς την πρόοδο, την εξέλιξη, την ανάπτυξη, την επίτευξη στόχων.
Στη Θεσσαλονίκη και ειδικά σε επίπεδο υποδομών και αναπτυξιακό, με τον χρόνο δεν τα πηγαίνουμε καλά. Είναι μια πληγή που πρέπει να τη θεραπεύσουμε ακόμα και με τον βούρδουλα. Διότι δυστυχώς λίγα πράγματα έχουν βελτιωθεί ως προς την τήρηση χρονοδιαγραμμάτων κι αυτό είναι ένα ζήτημα, που εκθέτει πάντα το πολιτικό και αυτοδιοικητικό προσωπικό, είτε της πόλης, είτε της κεντρικής διοίκησης, στην τοπική κοινωνία και είναι λογικό να οδηγήσει στην απαξίωση και στο τσουβάλιασμα, στην εύκολη κριτική που λέγαμε. Η οποία δεν έχει και αποτέλεσμα. Λέμε για να λέμε...
Είναι εξαιρετικά εύκολο να βρεις κακά παραδείγματα και εξαιρετικά δύσκολο να βρεις καλές πρακτικές στην πόλη. Αυτό σημαίνει πολλά. Κυρίως σημαίνει ότι αφενός δεν παραδειγματιζόμαστε από το παρελθόν, αφετέρου δεν σχεδιάζουμε το μέλλον. Θέλουμε προφήτες ή αξιόπιστους να μας διοικούν; Η κοινωνία έχει δώσει ήδη απαντήσεις. Κάποιοι αδυνατούν να τις ασπαστούν, ακόμα και να τις αποδεχτούν.
Η πόλη κινείται στο μέλλον μετ' εμποδίων. Τα εμπόδια δεν είναι το πρόβλημα, δεν είναι το αγκάθι. Το θέμα είναι ότι η πόλη δεν έχει μάθει να τα ξεπερνά. Προτιμά να διχάζεται για χάρη του κάθε ξερόλα, για χάρη του κάθε εμμονικού και να προχωρά μέσα από συγκρούσεις αντί να προχωρά μέσα από συνθέσεις. Αντί να βρίσκει με καλή προαίρεση τη χρυσή τομή ανάμεσα στη διεκδίκηση και το εφικτό. Ας το κοιτάξουμε επιτέλους κάποτε ως παθογένεια και να αναλογιστούμε μήπως τελικά καλλιεργούμε τη μιζέρια και την ανακυκλώνουμε μεταξύ μας.
Πιστεύω πως τέχνη είναι να επενδύεις στη δημιουργία, στην προοπτική, στην πράξη, στο εφικτό, στο αποτέλεσμα. Κι αυτό προσπαθώ να κάνω. Ούτε να κατηγορήσω τον πολίτη ούτε να επιπλήξω όσους κριτικάρουν, ούτε να τσουβαλιάσω τους έχοντες μια κάποια (όποια) εξουσία στα χέρια τους.
Τα έργα που εξελίσσονται στην πόλη και οι αναπτυξιακές υποδομές έχουν ένα μείζον ζήτημα. Αυτό της καθυστερημένης υλοποίησης. Πρέπει να λυθεί. Και υποχρεωμένοι να το λύσουν είναι όσοι συμμετέχουν σε αυτό που ονομάζεται Πολιτεία. Είναι θέμα σχεδιασμού και προετοιμασίας; Είναι. Είναι θέμα συνέπειας; Είναι. Είναι θέμα αδυναμίας και σε ορισμένες περιπτώσεις ανικανότητας; Είναι.
Πόσες καθυστερήσεις να αντέξει μια πόλη και η κοινωνία της; Πηγή της τοπικής διχόνοιας και της επιφυλακτικότητας της κοινωνίας προς όποιον ασκεί διοίκηση σε οποιοδήποτε επίπεδο. Κι όμως, δεν είμαστε απέναντι. Είμαστε όλοι μαζί. Και ο χρόνος μπορεί να μας ενώσει, αντί να μας διχάζει όπως γίνεται σήμερα. Είναι εφικτό και δεν χρειάζεται και ιδιαίτερη τέχνη...