Skip to main content

Η Θεσσαλονίκη στη σκιά της δολοφονίας του 19χρονου Άλκη Καμπανού

Η δολοφονία που συγκλόνισε τους Θεσσαλονικείς και τη Θεσσαλονίκη η οποία δεν είναι μια πόλη αγγέλων ούτε όμως και μια πόλη διαβόλων...

Το γεγονός που σημάδεψε την κοινωνία της Θεσσαλονίκης τα τελευταία χρόνια, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο είναι η δολοφονία του Άλκη Καμπανού. Ο 19χρονος έπεσε νεκρός λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 1ης Φεβρουαρίου του 2022 από τα χτυπήματα μιας ομάδας νεαρών, που δε γούσταραν (sic) τις ποδοσφαιρικές επιλογές του. Τους τελευταίους μήνες διεξήχθη η δίκη των 12 κατηγορουμένων –ένας εκ των οποίων παραδέχθηκε ότι έδωσε θανατηφόρο κτύπημα με μαχαίρι στον 19χρονο- και σήμερα το μεικτό ορκωτό κακουργιοδικείο ανακοινώνει την απόφαση του. Λίγο πριν συμπληρωθεί το 18μηνο της προφυλάκισης, πέφτει η αυλαία της  πρώτης δίκης, διότι είναι απολύτως βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν κι άλλες. Η εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή και των 12 για διάφορα βαριά αδικήματα.

Η δολοφονία του Άλκη σημάδεψε τη Θεσσαλονίκη και τους Θεσσαλονικείς, κάτι που αποδεικνύεται από το ότι 18 μήνες τώρα η υπόθεση εξακολουθεί να συζητείται σε καθημερινή βάση. Όπως σε καθημερινή βάση απλοί άνθρωποι προσεγγίζουν το σημείο στο οποίο διαπράχτηκε η αποτρόπαια πράξη –η οδός πλέον έχει μετονομαστεί από τον δήμο Θεσσαλονίκης σε Άλκη Καμπανού- για να ανάψουν ένα κεράκι ή να αφήσουν ένα λουλούδι. Οι λόγοι που το συγκεκριμένο έγκλημα συγκλόνισε την κοινωνία είναι πολλοί. Οι κυριότεροι μπορούν να κωδικοποιηθούν ως ακολούθως:

Πρώτον, η πολύ νεαρή ηλικία του θύματος και των δραστών. Φυσικά ο 19χρονος Άλκης έφυγε από τη ζωή χωρίς να προλάβει ουσιαστικά να ζήσει, ενώ είναι απορίας άξιον πώς στην ψυχή των επίσης νεαρών δραστών πρόλαβε να φωλιάσει τόσο τυφλό μίσος.

Δεύτερον, τα αίτια της δολοφονίας. Οι δράστες δεν γνώριζαν το θύμα, αλλά το γεγονός ότι ήταν οπαδός άλλης ομάδας από τη δική τους, έφτανε και περίσσευε για να διαπράξουν το επαχθέστερο των εγκλημάτων, την αφαίρεση ανθρώπινης ζωής.   

Τρίτον, η βιαιότητα της εγκληματικής επίθεσης. Στα βίντεο που κυκλοφόρησαν –στην εποχή του Μεγάλου Αδελφού τα πάντα καταγράφονται στην κάμερα- οι εικόνες είναι συγκλονιστικές. Η μανία και η ένταση των επιτιθέμενων είναι αδιανόητη και φυσικά εντελώς αδικαιολόγητη. Αν κάποιος δεν ξέρει τι έγινε, ούτε γιατί έγινε θα νόμιζε ότι οι επιτιθέμενοι έδιναν τον δικό τους αγώνα ζωής και θανάτου. Ενώ στην πραγματικότητα έδιναν το αγώνα για το θάνατο κάποιων άλλων.

Τέταρτον, η συνειδητοποίηση ότι ακόμη και οι πιο ειρηνικές και ήσυχες γειτονιές της πόλης μπορούν να γίνουν θέατρο απαίσιων πράξεων. Για καιρό μετά το περιστατικό οι δρόμοι, τα πεζοδρόμια, οι πλατείες και τα πάρκα της Θεσσαλονίκης δεν ήταν ίδια. Και μπορεί ο χρόνος να λειτουργεί κατευναστικά, αλλά στο βάθος του μυαλού των Θεσσαλονικέων υπάρχει πλέον η υποψία ότι «μπορεί να γίνει κι αυτό, το αδιανόητο».

Τίποτε από αυτά –και πολύ περισσότερο όλα μαζί- δεν τα χωράει ο νους ενός κανονικού ανθρώπου. Δεν υπάρχει ούτε ένας –εννοείται κανονικός- άνθρωπος που όχι να δικαιολογεί, αλλά ούτε καν να καταδέχεται να προσπαθήσει να εξηγήσει τι έγινε από την πλευρά των επιτιθέμενων. Το τέλος μιας ακόμη εποχής αθωότητος γράφτηκε σε έναν δρόμο της συνοικίας Χαριλάου. Ούτε τα πώς, ούτε τα γιατί έχουν σημασία. Κάποιοι –λογικά- προσπάθησαν να εντάξουν το περιστατικό στην οπαδική βία, που προφανώς ανήκει, αλλά και στη γενικότερη βία που υπάρχει ανάμεσα στους σημερινούς νέους, κάτι που επίσης είναι αλήθεια. Μόνο που απολύτως κανένας λογικός άνθρωπος δεν έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτές τις αναλύσεις και τις εξηγήσεις. Ό,τι έγινε εκείνο το βράδυ είναι τόσο αδικαιολόγητο, που μπλοκάρει οποιαδήποτε διάθεση για προεκτάσεις, πέραν των ειδικών, οι οποίοι εκ της ιδιότητός τους οφείλουν να δώσουν απαντήσεις. Για όλους τους υπόλοιπους η κοινωνιολογική ανάλυση του γεγονότος μοιάζει πολυτέλεια. Επιπλέον, πέφτει πολύ βαριά!

Η Θεσσαλονίκη του 21ου αιώνα δεν είναι μία πόλη αγγέλων. Ούτε, όμως, μια πόλη διαβόλων. Έχει απ’ όλα σε μια δοσολογία που σηκώνει η παράδοση και η ιστορία της. Και μπορεί κατά καιρούς να έγινε σκηνικό βίαιων καταστάσεων και δολοφονιών –κυρίως πολιτικών δολοφονιών-, αλλά ποτέ δεν έζησε κάτι τόσο απόλυτα ανεξήγητο. Γι’ αυτό η σκιά του πέφτει βαριά επάνω της. Ο Άλκης δεν γνώριζε τους δολοφόνους του, ούτε καν είχε ακούσει τα ονόματά τους. Ούτε οι δολοφόνοι του τον γνώριζαν, ούτε είχαν ακούσει το όνομά του. Ήταν όλοι τους νέα παιδιά και είχαν –κυριολεκτικά- ολόκληρη ζωή μπροστά τους. Σταματάει ο νους του ανθρώπου… Η σημερινή απόφαση ασφαλώς θα λειτουργήσει και ως βαλβίδα εκτόνωσης, αφού πάντα οι κοινωνίες ησυχάζουν όταν υπάρχει η αίσθηση της δικαιοσύνης. Ιδιαίτερα όταν αυτή η δικαιοσύνη απονέμεται σε λογικό χρόνο, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Φυσικά η ουσία δεν αλλάζει. Ο Άλκης δεν ζει και η ζωή των 12 επιτιθέμενων συνομηλίκων του άλλαξε για πάντα. Χωρίς λόγο. Ούτε καν λόγω τρέλας και ακαταλόγιστου. Μόνο βία για τη βία!