Χωρίς αμφιβολία η νεροποντή που σε συνδυασμό με χαλαζόπτωση «έπνιξε» τη Θεσσαλονίκη το απόγευμα της Πέμπτης και δημιούργησε τεράστια προβλήματα στην πόλη δεν ήταν συνηθισμένη. Δε χρειάζεται κανείς τους μετεωρολόγους, για να βεβαιώσουν επιστημονικά ότι σε μία ώρα έπεσαν τόσα χιλιοστά βροχής, που αντιστοιχούν σε νερό που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα έπεφτε στην πόλη σε μερικούς μήνες. Όταν τα φαινόμενα είναι τόσο έντονα η απλή εμπειρία του κάθε ανθρώπου που κινείται στην περιοχή φτάνει και περισσεύει για να καταλάβει ότι κάτι ιδιαίτερο συνέβη. Διότι οι καταστάσεις που βίωσαν όσοι έτυχε να βρίσκονται στο δρόμο εκείνη την ώρα, αλλά και όσα είδαν οι πάντες σε πλάνα και φωτογραφίες, ήταν πρωτόγνωρης έντασης. Ή -εν πάση περιπτώσει- έχουν συμβεί ελάχιστες φορές στο παρελθόν, κυρίως τα τελευταία χρόνια, που κατά γενική ομολογία ο καιρός έχει… τρελαθεί. Είναι, μάλιστα, απορίας άξιο πως και δεν ενεργοποιήθηκε το «112», που μας έχει συνηθίσει να προειδοποιεί για φαινόμενα πολύ μικρότερης -έως μηδενικής- έντασης.
Το κακό της υπόθεσης, αυτό που γνωρίζουμε αλλά ήρθε να υπογραμμίσει η εικόνα του προχθεσινού απογεύματος, είναι ότι στη Θεσσαλονίκη τα τελευταία χρόνια δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα ακόμη και με λιγότερη και σαφέστατα ηπιότερη βροχόπτωση. Ίσως τα προβλήματα σε αυτές τις περιπτώσεις να δημιουργούνται κυρίως σε συγκεκριμένα σημεία -για παράδειγμα οι αερογέφυρες και τα τούνελ στα δυτικά του πολεοδομικού συγκροτήματος- ή σε βάθος μισάωρου και όχι λίγων λεπτών, αλλά δεν είναι λίγες οι φορές που και οι κεντρικοί δρόμοι γίνονται αδιάβατοι. Επειδή, μάλιστα, η Θεσσαλονίκη, λόγω των γύρω βουνών, αναπτύσσεται αμφιθεατρικά, οι δρόμοι που καταλήγουν στη θάλασσα γίνονται ορμητικά ποτάμια, που παρασύρουν ανθρώπους, αυτοκίνητα και ό,τι βρεθεί στο διάβα τους. Αυτές οι οριακές και κάτι παραπάνω καταστάσεις δοκιμάζουν τις υποδομές της πόλης, που στο πεδίο της άντλησης και αποστράγγισης των υδάτων φτιάχτηκαν πριν από αρκετές δεκαετίες, όταν ο αστικός ιστός ήταν σαφώς μικρότερος και τα καιρικά φαινόμενα πιο… τακτικά και σίγουρα ηπιότερα. Πριν από 40 χρόνια τούς χειμώνες στη Θεσσαλονίκη μπορεί να έβρεχε ακόμη και μια εβδομάδα σερί, χωρίς να δημιουργούνται ιδιαίτερα προβλήματα. Διότι η βροχή που έπεφτε ήταν κατά κανόνα ήσυχη, χωρίς τα χαρακτηριστικά της πολύ έντονης μπόρας. Σήμερα -στην πραγματικότητα τα τελευταία χρόνια- τα πράγματα έχουν αλλάξει και όπως φαίνεται θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με έντονες καιρικές διακυμάνσεις, κάτι που σημαίνει ότι οι κατακλυσμιαίες βροχοπτώσεις θα υπάρχουν και πιθανότατα θα συμβαίνουν όλο και συχνότερα.
Με αυτό το δεδομένο, το οποίο προφανέστατα οφείλεται στην κλιματική αλλαγή που επηρεάζει όχι μόνο το γενικό κλίμα, αλλά και το μικροκλίμα κάθε περιοχής, οι υποδομές της Θεσσαλονίκης χρειάζεται να προσαρμοστούν. Κάτι που στην πράξη αποδεικνύεται πολύ δύσκολο για δύο συγκεκριμένους -γενικούς- λόγους: Ο πρώτος λόγος είναι τεχνικός και οικονομικός, αφού οι υποδομές υπάρχουν και πρέπει να διευρυνθούν. Στην περίπτωση των ομβρίων υδάτων -αν παραμείνουμε στο πεδίο των βροχοπτώσεων- είναι μάλλον ευχερέστερο να δημιουργήσεις νέο δίκτυο σε κάποιο υπό επέκταση σχέδιο πόλης, από το να διευρύνεις το υφιστάμενο, το οποίο σήμερα «κινείται» στο υπέδαφος δρόμων, οικοδομικών τετραγώνων και πλατειών. Φυσικά τεχνικές λύσεις υπάρχουν για τα πάντα, αλλά συχνά στις δύσκολες περιπτώσεις συνοδεύονται από αυξημένα κόστη, τα οποία εξ ορισμού περιορίζουν τις δυνατότητες. Από την άλλη πρόκειται για αποφάσεις πολιτικού χαρακτήρα, κάτι που σημαίνει ότι για τη λήψη τους εκτός από το καθαρά τεχνοκρατικό κομμάτι λαμβάνονται υπόψιν και άλλες παράπλευρες παράμετροι. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι η συντήρηση και η επέκταση υφιστάμενων δικτύων δεν προσφέρονται για εξαγγελίες ούτε συνεπάγονται κάτι θεαματικό, αποτελεί αρνητικό –ή έστω ουδέτερο- παράγοντα στην εξίσωση μιας απόφασης. Αντίθετα, οτιδήποτε καινούργιο… λάμπει και επομένως συνηθέστατα ιεραρχείται κατά προτεραιότητα. Άσε που η αντίληψη που επικρατεί γενικότερα στην κοινωνία είναι ότι οι δημόσιες υποδομές συνιστούν μόνιμες καταστάσεις κι επομένως κάθε εκ των υστέρων παρέμβαση θεωρείται… ύποπτη. Πόσοι από εμάς δεν κρυφογελούν πονηρά όταν βλέπουν έργα συντήρησης δρόμων, είτε πρόκειται για το αστικό είτε για το περιφερειακό, είτε για το εθνικό δίκτυο! Κι όμως, κάθε μηχανικός μπορεί να βεβαιώσει ότι οι δρόμοι που δεν συντηρούνται είναι καταδικασμένοι να καταρρεύσουν είτε -στην καλύτερη περίπτωση- να καταστούν επικίνδυνοι. Και οι δρόμοι ως έργα επιφανείας συνιστούν σαφώς απλούστερες και πιο… εύκολες καταστάσεις σχετικά με παρεμβάσεις σε δίκτυα ομβρίων ή αποχέτευσης.
«Στη Θεσσαλονίκη υπό βροχήν» -για να παραφράσουμε τον τίτλο ενός κλασικού αστυνομικού μυθιστορήματος του δημοφιλέστατου και στη χώρα μας Ισπανομεξικανού Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ- τα προβλήματα είναι, πλέον, πολλά. Και ορατά δια γυμνού οφθαλμού. Τόσο επειδή η πόλη έχει μεγαλώσει κι έχει γίνει υπερβολικά ασφυκτική, αφού πέραν της πλήρους τσιμεντοποίησης έχουν πολλαπλασιαστεί τα τελευταία 20 χρόνια και τα αυτοκίνητα, όσο κι επειδή ο καιρός έχει αλλάξει, με τις βροχές να έχουν αγριέψει. Ενδεχομένως, λοιπόν, ήρθε η ώρα για σχεδιασμούς αμυντικού χαρακτήρα, τουλάχιστον εν μέρει. Η ανοχύρωτη πόλη πρέπει να οχυρωθεί, όχι μόνο να επεκτείνεται. Μια ιδέα θα ήταν να διαχωριστούν με σαφήνεια οι προϋπολογισμοί για τα τεχνικά έργα στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης, που έχουν ως «ιδιοκτήτες» τους δήμους, την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και το κράτος. Το 50% να δαπανάται σε καινούργια έργα και το 50% στη συντήρηση και επέκταση των παλαιότερων. Πρόκειται για δίκαιη μοιρασιά, αν και οι ιθύνοντες μπορούν να βρουν μια άλλη αναλογία, που πάντως θα είναι σαφής, ξεκάθαρη και δημόσια. Με αυτόν τον τρόπο -πέραν των άλλων- θα εκπαιδεύσουν και τους πολίτες να εκτιμούν όχι μόνο τα καινούργια… μπιχλιμπίδια, αλλά και την καλή κατάσταση των βασικών υποδομών, που αθόρυβα, αλλά αποτελεσματικά συμβάλλουν σε μια βιώσιμη καθημερινότητα, που πολλοί ανάμεσά μας ίσως να θεωρούν δεδομένη, αλλά φτάνει μια βροχή -ακόμη κι ένα ατύχημα σε μια παιδική χαρά, για να αναφερθούμε σε κάτι σύνηθες- για να καταλάβουν ότι δεν είναι.