Skip to main content

Το κέντρο της Θεσσαλονίκης, η επιχειρηματικότητα και οι διάλογοι κωφών...

Χάνοντας το μέτρο και επιβάλλοντας μονοδιάστατη προοπτική, το κέντρο της Θεσσαλονίκης κινδυνεύει είτε να νεκρώσει είτε να γίνει αβίωτο. Η έλλειψη συνεννόησης και οι δογματισμοί δημιούργησαν τη σημερινή κατάσταση. Θα τους συνεχίσουμε;

Το κέντρο της Θεσσαλονίκης διατηρεί την αίγλη του χάρις στην επιχειρηματικότητα επί πολλές δεκαετίες. Είναι το εμπόριο, τα καταστήματα πάσης φύσεως, οι επαγγελματίες, σε συνδυασμό με την κατοικία προφανώς που κρατούν όχι απλά ζωντανό το κέντρο της πόλης, αλλά το καθιστούν διαχρονικά πόλο έλξης πρωτίστως για κατοίκους του πολεοδομικού συγκροτήματος και του νομού και δευτερευόντως για επισκέπτες (τουρίστες, προερχόμενους από άλλους νομούς κτλ.).

Πολλοί έχουν σκεφτεί τι θα γίνει εάν η επιχειρηματικότητα περιοριστεί δραματικά, αλλά κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να κάνει έστω μια υπόθεση εργασίας για την τύχη του κέντρου χωρίς να αποτελεί καταναλωτικό πυρήνα.

Λογικά υπάρχει γκρίνια για τις συνθήκες μετακίνησης και συνολικά καθημερινότητας στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Λογικά υπάρχει προβληματισμός και λογικά οι αρμόδιοι προκειμένου να βελτιώσουν τις συνθήκες στρέφονται σε περιοριστικές λογικές.

Δηλαδή, οι στόχοι, ειδικά τα τελευταία αρκετά χρόνια, αφορούν αποκλειστικά σε περιορισμούς. Πώς θα περιοριστεί η κυκλοφορία ΙΧ αυτοκινήτων, πώς θα περιοριστούν τα τραπεζοκαθίσματα, πώς θα περιοριστούν οι δρόμοι, πώς θα περιοριστούν οι υπηρεσίες, πώς θα περιοριστούν οι πάσης φύσεως εκδηλώσεις.

Η λογική αυτή γοητεύει γιατί στη φαντασία όλων φέρνει ένα κέντρο πιο λειτουργικό, πιο άνετο, πιο όμορφο, πιο βιώσιμο, πιο ελκυστικό. Και μέσα από αυτή τη λογική προκύπτει και η θεωρία ότι θα ενισχυθεί και το εμπόριο και η επιχειρηματικότητα.

Ας το πάρουμε όμως κι αλλιώς. Ας πούμε λοιπόν ότι αρχίζουν να φεύγουν από το κέντρο της πόλης και να δημιουργούν άλλους πυρήνες άσκησης δραστηριοτήτων οι επαγγελματίες. Γιατροί, δικηγόροι, λογιστές κτλ. Ας πούμε παράλληλα ότι μετακομίζουν από το κέντρο της πόλης οι υπηρεσίες που έχουν συναλλαγές με το ευρύ κοινό (ΕΥΑΘ κτλ.). Ας πούμε επίσης ότι περιορίζεται δραστικά η κίνηση των οχημάτων και ειδικότερα των ΙΧ, όπως και οι θέσεις στάθμευσης, που κατά τους ειδικούς προσελκύουν ακόμα περισσότερα αυτοκίνητα. Κι ας πούμε ότι ο ελεύθερος δημόσιος χώρος πολλαπλασιάζεται και γίνεται πιο άνετη η πεζή μετακίνηση. Και επίσης στην ίδια υπόθεση εργασίας ας πούμε ότι μετεγκαθίσταται και η ΔΕΘ και τη θέση της παίρνει ένα μητροπολιτικό πάρκο.

Σε μια τέτοια προοπτική η επιχειρηματικότητα ωφελείται; Η άποψη των εμπόρων, των καταστηματαρχών, των επαγγελματιών και όσων ασχολούνται με το επιχειρείν στο κέντρο είναι ότι δεν ωφελείται, αντιθέτως βλάπτεται. Και αναφέρομαι σε όσους καταθέτουν δημοσίως ήπιες θέσεις και δεν καταφεύγουν σε ακρότητες.

Η επιχειρηματικότητα δεν είναι επάρατη. Και ειδικά για το κέντρο της πόλης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τέτοια. Προφανώς προτεραιότητα έχει η βιωσιμότητα και οι ανθρώπινες συνθήκες μετακίνησης, επίσκεψης, παραμονής και διαμονής. Όμως για όλα τα κακά του κέντρου δεν φταίει η επιχειρηματικότητα που ασκείται σε αυτό. Ο επιχειρηματίας δεν είναι εχθρός της βιωσιμότητας, αλλά κάποια στιγμή, παρά τις στρεβλώσεις και τις ευθύνες που διαχρονικά, συλλογικά ή μεμονωμένα έχουν οι επιχειρηματίες, έμποροι και επαγγελματίες για τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε και διαμορφώθηκε η σημερινή κατάσταση, οφείλουν όλοι να αναγνωρίσουν ότι αποτελούν ταυτόχρονα και αναντικατάστατο asset για το κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Ανέφερα προηγουμένως μια συνθήκη στη βάση επιδιώξεων, που απασχολούν την τοπική κοινή γνώμη, στη βάση ενός θολού, πλην όμως υπαρκτού προβληματισμού και σχεδιασμού για ένα κέντρο διαφορετικό από αυτό που έχουμε σήμερα. Προφανώς και όλες οι προσπάθειες που είναι σε εξέλιξη κατατείνουν σε κάτι τέτοιο. Ωστόσο, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί το μέτρο.

Πώς; Αν προσθέσουμε άλλη μια συνθήκη σε όσα προανέφερα. Και η προσθήκη αυτή προκύπτει ως συνέπεια μιας αφαίρεσης. Ας σκεφτούμε λοιπόν τι γίνεται εάν αφαιρέσουμε μεγάλο μέρος από τον κόσμο που καθημερινά ή τακτικά επισκέπτεται για τις ανάγκες του το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Όλους εκείνους που επισκέπτονται τους επαγγελματίες που φεύγουν γι' αλλού, όλους εκείνους που οι δουλειές τους μετακινούνται σε άλλες περιοχές, όλους εκείνους που οι συναλλαγές τους γίνονται αλλού, όλους εκείνους που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να κουβαλήσουν τα ψώνια τους από το κέντρο με το αστικό ή με το μετρό.

Είναι φυσιολογικό ότι η επιχειρηματικότητα θα αρχίσει να αποχωρεί από το κέντρο της πόλης για να πάει σε περιοχές όπου η άσκησή της θα είναι πιο εύκολη, όπου θα είναι καλύτερα προσβάσιμες, όπου θα έχουν την ευκαιρία να προσελκύσουν περισσότερο καταναλωτικό κοινό και πελατεία.

Τα πρώτα δείγματα γραφής τα έχουμε ήδη και έχουν αποκτήσει ισχυρό brand στην πόλη. Τα μεγάλα εμπορικά κέντρα στις παρυφές της Θεσσαλονίκης εδραιώθηκαν και δημιούργησαν πόλους σημαντικής επισκεψιμότητας. Όμως μιλάμε για μεμονωμένες περιπτώσεις, παρότι ο επιχειρηματίας του κέντρου υποστηρίζει ότι επλήγη ανεπανόρθωτα από αυτές τις δραστηριότητες. Δεν έχει άδικο ως προς το ό,τι επλήγη. Για το ανεπανόρθωτα δεν είμαι βέβαιος. Ορισμένοι ίσως, οι περισσότεροι όχι. Και το αναφέρω αυτό, βλέποντας τις κινήσεις των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, που μέχρι σήμερα επιλέγουν να παραμένουν στο κέντρο της πόλης, αναγνωρίζοντας την αίγλη του, την ελκυστικότητά του και την ισχυρή καταναλωτική δύναμη που έχει.

Οι επιχειρήσεις όμως έχουν αποκλειστικό στόχο το κέρδος. Κι όταν αυτό το κέρδος, λόγω απώλειας κόσμου αρχίσει να περιορίζεται, τότε μοιραία θα ακολουθήσουν το χρήμα και οι ίδιες. Σκεφτείτε λοιπόν εάν ο όμιλος Inditex μια ωραία πρωία αποφασίσει να φύγει από την Τσιμισκή πόσο ζωντανός θα είναι ο πιο κεντρικός δρόμος της Θεσσαλονίκης. Σκεφτείτε τι θα γίνει εάν οι επιχειρήσεις εστίασης λόγω των περιορισμών κλείσουν ή μετακομίσουν από το κέντρο, επειδή δεν βγαίνουν οικονομικά. Σκεφτείτε ένα κέντρο με περιορισμένη επιχειρηματικότητα και με περιορισμένες επισκέψεις...

Προφανώς και δεν υποστηρίζω ότι πρέπει να γίνεται το θέλημα των επιχειρηματιών και επ' ουδενί οι παράλογες απαιτήσεις τους ή οι παρανομίες τους και οι καταλήψεις του ελεύθερου δημόσιου χώρου, ούτε να παγώσουν τα σχέδια για αύξηση του πρασίνου ή των ελεύθερων δημόσιων χώρων ή της διευκόλυνσης πεζών, ποδηλατών, μετακινούμενων με τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Το αντίθετο. Απλώς καταθέτω έναν προβληματισμό, διότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με λογικές άσπρο – μαύρο. Υπάρχει και η χρυσή τομή, την οποία οφείλουμε να επιδιώξουμε όλοι μαζί.

Αφενός για να μπορέσουμε να βελτιώσουμε τις συνθήκες καθημερινότητας, ποιότητας περιβάλλοντος και μετακίνησης στο κέντρο της πόλης, χωρίς να αφανίσουμε την επιχειρηματικότητα, αφετέρου για να ενισχύσουμε την εμπορικότητα και την επισκεψιμότητα του κέντρου, χωρίς να χρειάζεται να καταστρατηγηθούν δικαιώματα, όπως στην ελευθερία στη μετακίνηση, σε ένα καλύτερο περιβάλλον, σε πιο βιώσιμες συνθήκες, σε καλύτερη ατμόσφαιρα, σε περισσότερο πράσινο.

Είναι μια άσκηση ισορροπίας, η οποία είναι εφικτή αν πάψουμε να σκεφτόμαστε με δογματισμούς και να αντιμετωπίζουμε την αντίθετη άποψη με εχθρότητα και με ακρότητες. Είναι εφικτή αν μάθουμε να ακούμε ο ένας τον άλλο και να ψάχνουμε με καλή προαίρεση να βρούμε τη βέλτιστη λύση για όλους.

Στη Θεσσαλονίκη αυτό έχει λείψει επί πολλά χρόνια. Η αναγκαία συνεννόηση, που θα εξασφάλιζε ένα μίνιμουμ κοινωνικής συνοχής και ανεκτικότητας, λείπει. Όλοι έχουν μια ιδέα, μια στάση αδιάλλακτη, λες και όλα είναι μονόδρομος. Ή θα γίνει το δικό μου ή θα καταστραφούμε. Δεν πάει έτσι. Και δεν αναφέρομαι σε «εκπτώσεις», αλλά σε αναγκαίες προσαρμογές και συνεννόηση, που τελικά θα μας βγάλει από ένα αδιέξοδο διαρκούς διαμάχης για το παραμικρό ή το μείζον. Σε όλα υπάρχει ένα μέτρο. Από τα τραπεζοκαθίσματα και τις θέσεις στάθμευσης μέχρι τις πεζοδρομήσεις και τις εξώσεις.