Μέχρι το 2023, όταν δήμαρχος Θεσσαλονίκης ήταν ο Κωνσταντίνος Ζέρβας και πρόεδρος του Οργανισμού Τουρισμού Θεσσαλονίκης η τότε αντιπεριφερειάρχης Θεσσαλονίκης Βούλα Πατουλίδου η γκρίνια των τουριστικών παραγόντων της πόλης ήταν μεγάλη. Τα πυρά στρέφονταν κατά του δήμου επειδή η πόλη ήταν πολύ βρόμικη, ενώ και η αταξία σε δρόμους, πλατείες και πεζοδρόμια ήταν -και λόγω Covid-19- εξαιρετικά εκτεταμένη. Οι επισκέπτες διαμαρτύρονταν για τους ξεχειλισμένους κάδους, τα μηχανάκια στα πεζοδρόμια, τα διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα και τα τραπεζοκαθίσματα, που σε πολλές περιπτώσεις δεν άφηναν χώρο στους πεζούς. Όσο για την αντιπεριφέρεια, η κριτική -κυρίως των ξενοδόχων της πόλης- ήταν ότι οι δράσεις προβολής της Θεσσαλονίκης ήταν λίγες και τετριμμένες, επομένως αναποτελεσματικές. Επίσης, υπήρχαν υπόνοιες ότι ορισμένα κονδύλια του ΟΤΘ κατευθύνονταν σε άλλους σκοπούς από αυτούς που προβλέπει το καταστατικό του. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και η εικόνα μελαγχολική, καθώς η Θεσσαλονίκη βρισκόταν σε μία φάση τουριστικής ανάπτυξης, με τον ιδιωτικό τομέα να επενδύει στη δημιουργία νέων καταλυμάτων, κινητικότητα που δεν σταμάτησε ούτε στην περίοδο της πανδημίας. Κινήσεις που σημαίνουν ότι από τότε κάποιοι άνθρωποι του τουρισμού έβλεπαν -και εξακολουθούν να βλέπουν- θετικές ενδείξεις στην τουριστική προοπτική της πόλης, ώστε να επενδύουν σημαντικά κεφάλαια.
Η αλλαγή διοίκησης στον δήμο Θεσσαλονίκης δημιούργησε ελπίδες ότι και στο συγκεκριμένο πεδίο κάτι θα αλλάξει προς το καλύτερο. Μάλιστα, ο δήμαρχος Στέλιος Αγγελούδης αποδεικνύοντας το ενδιαφέρον του ανέλαβε ο ίδιος επικεφαλής του Οργανισμού Τουρισμού, κίνηση που χαιρετίστηκε ως εξόχως θετική. Πέρα, όμως, από τους συμβολισμούς, εκείνο που τελικά θα μετρήσει στον απολογισμό είναι η ουσία, εάν δηλαδή ο τουρισμός της Θεσσαλονίκης βελτιωθεί ποσοτικά, με περισσότερους επισκέπτες, αλλά και ποιοτικά, με άνοδο του οικονομικού επιπέδου των επισκεπτών. Κάτι που δεν γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Ασφαλώς χρειάζεται χρόνος, αλλά όπως και να το δει κανείς οι ενδείξεις προϊδεάζουν. Διότι μπορεί η Θεσσαλονίκη τον τελευταίο χρόνο να έχει μια καλύτερη εικόνα σε ό,τι αφορά την καθαριότητα, την κυκλοφορία και τους δημόσιους χώρους -άλλωστε αυτές ήταν βασικές δεσμεύσεις του σημερινού δημάρχου έναντι των κατοίκων της πόλης, ενώ συνέβαλαν η κινητοποίηση της Τροχαίας και η λειτουργία του Μετρό-, αλλά στο πεδίο της προβολής μάλλον βαδίζουμε στα… καθιερωμένα. Μέχρι στιγμής. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η ανακοίνωση του Οργανισμού Τουρισμού Θεσσαλονίκης που αναφέρει τα ακόλουθα:
«Συνεχίζονται οι δράσεις του Οργανισμού Τουρισμού Θεσσαλονίκης για την ενίσχυση της πόλης ως κορυφαίου τουριστικού προορισμού. Από τις 19 ως τις 23 Φεβρουαρίου, συμμετείχε με ολοκληρωμένη εκθεσιακή αλλά και τηλεοπτική παρουσία, σε 3 παράλληλες χρονικά Διεθνείς Εκθέσεις (Βουκουρέστι, "TTR 2025", Μόναχο, "f.re.e 2025" και Βελιγράδι, "SAJAM TURIZMA") ακολουθώντας πιστά τον στόχο ανάδειξης της μοναδικότητας της πόλης, που συνδυάζει την πλούσια ιστορία με τη σύγχρονη ζωή, την παράδοση με τη μοντέρνα κουλτούρα. Πρόκειται για εκθέσεις που αποτελούν κομβικά σημεία προβολής της Θεσσαλονίκης, ενώ αποτελούν βήμα για την ενδυνάμωση των σχέσεων με άλλες χώρες και διεθνείς αγορές, ανοίγοντας προοπτικές για νέες συνεργασίες».
Προφανώς κανείς δεν μπορεί να έχει κάτι ούτε με το Βελιγράδι ούτε με το Βουκουρέστι, ούτε με το Μόναχο. Μια χαρά πόλεις είναι και οι τρεις. Αλλά για τη Θεσσαλονίκη που (υποτίθεται ότι) αναζητά περισσότερους και πιο εύπορους επισκέπτες το… ταβάνι του συγκεκριμένου τρίπτυχου είναι πολύ χαμηλό. Έτσι κι αλλιώς τα Βαλκάνια είναι Βαλκάνια κι έχουν τη Θεσσαλονίκη με τη θάλασσα και τη Χαλκιδική στις βασικές τους προτεραιότητες. Όσο για το Μόναχο, είναι πρωτεύουσα της Βαυαρίας, του γερμανικού κρατιδίου που φιλοξενεί σημαντικό αριθμό ομογενών, οι περισσότεροι εκ των οποίων κατάγονται από τη Β. Ελλάδα και θεωρούν τη Θεσσαλονίκη και το αεροδρόμιό της τη δική τους πύλη για την πατρίδα.
Πέρα από αυτές τις παρατηρήσεις, που ενδεχομένως κανείς να μην είναι υποχρεωμένος να τις λάβει υπόψιν του, ενδιαφέρον θα είχε η αποκάλυψη των λόγων που οδήγησαν στις συγκεκριμένες επιλογές. Υπάρχει ένα πλάνο; Κι αν υπάρχει αυτό το πλάνο υπηρετεί κάποια συγκεκριμένη στρατηγική; Και αν υπάρχει στρατηγική πού βασίζεται; Και τι ακριβώς περιλαμβάνει το «πακέτο Θεσσαλονίκη» που προωθείται από τον Οργανισμό Τουρισμού;
Οι ερωτήσεις αυτές σε σημαντικό βαθμό είναι ρητορικές, υπό την έννοια ότι η εμπειρία που υπάρχει δύσκολα οδηγεί σε κάτι διαφορετικό από τον αυτοσχεδιασμό και την κεκτημένη ταχύτητα, που είναι οι πιο συνηθισμένες πρακτικές και τακτικές στη Θεσσαλονίκη, τουλάχιστον στα θέματα του τουρισμού. Διότι σε αυτήν την πόλη -όπως και στην τελευταία γωνιά της Ελλάδας- τον τουρισμό και τα έσοδά του πολλοί αγάπησαν, αλλά τις δυσκολίες, τη μέθοδο, το σύστημα, τον χρόνο και την υπομονή που τα συνοδεύουν λίγοι. Ή μάλλον ελάχιστοι. Ίσως στο μέλλον τα πράγματα να εξελιχθούν καλύτερα, ποιος ξέρει; Ας παραμείνουμε αισιόδοξοι…