Ακόμα δυο σημαντικά έργα για τη Θεσσαλονίκη φαίνεται να πηγαίνουν πίσω. Μπορεί να μη συνιστά καν είδηση κάτι τέτοιο, όμως συνιστά απόδειξη ότι οι διαχρονικές παθογένειες είναι εδώ και αποτελούν ανάχωμα σε κάθε προσπάθεια προόδου.
Το πρώτο έργο είναι το εμβληματικό της ανάπλασης του παραλιακού μετώπου της Θεσσαλονίκης σε μήκος 40 χλμ. από το Καλοχώρι ως το Αγγελοχώρι. Το δεύτερο έργο είναι η μετατροπή του τμήματος της Μουδανιών από τη Βούλγαρη μέχρι τον ανισόπεδο της Θέρμης σε κλειστό αυτοκινητόδρομο.
Τα νέα δεν είναι και τα πλέον ευχάριστα για τα δυο αυτά πολύ σπουδαία έργα για τη λειτουργία της Θεσσαλονίκης.
Στην περίπτωση του μεγάλου και σε βάθος πολλών ετών μέχρι να ολοκληρωθεί, ταυτοτικού έργου για τη Θεσσαλονίκη, της ενοποίησης, ανάπλασης και αξιοποίησης του παραλιακού μετώπου δεν είχαμε κάποια ανατροπή. Είχαμε όμως μια αναγκαστική προσαρμογή σε νέα δεδομένα, έστω και σημειακά. Κάθε προσαρμογή, κάθε αλλαγή στον σχεδιασμό πρέπει να περάσει από τη βάσανο της δημόσιας διαβούλευσης. Και η βάσανος είναι πρωτίστως χρονική.
Περιμέναμε την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος για το συγκεκριμένο πρότζεκτ. Αντ' αυτού, η αρχική μελέτη (του Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου και η περιβαλλοντική) υποχρεώθηκε σε τρεις σημειακές, αλλά ουσιώδεις τροποποιήσεις κι έτσι υποχρεωτικά για τις συγκεκριμένες αλλαγές πρέπει να δοθεί εκ νέου η άποψη των εμπλεκόμενων φορέων.
Τις αλλαγές τις γνωρίζαμε εδώ και περίπου έναν χρόνο. Κατά τον οποίο έγιναν πολλές συζητήσεις με τους εμπλεκόμενους, ώστε να βρεθεί η κατάλληλη φόρμουλα και να επιτευχθεί η συμφωνία, ώστε ο σχεδιασμός να είναι ο κατάλληλος για όλους.
Επιγραμματικά τις αναφέρω. Η πρώτη είναι ο χώρος που θα φιλοξενήσει τη νέα ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη της Θεσσαλονίκης, σε αντικατάσταση των σημερινών ακατάλληλων ναυπηγείων. Αυτή χωροθετήθηκε αρχικά δίπλα στο αεροδρόμιο «Μακεδονία», το ΤΑΙΠΕΔ εξέφρασε αντιρρήσεις και τελικά παραμένει εκεί, όμως εντάσσεται και ένα ακίνητο του ΤΑΙΠΕΔ, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί για logistics. Η δεύτερη είναι στον εμπορευματικό σταθμό, κοντά στο λιμάνι, όπου προγραμματίζεται εκτός του Μουσείου Ολοκαυτώματος και μια συνολική ανάπλαση που περιλαμβάνει εκτάσεις της ΓΑΙΑΟΣΕ και του ΟΣΕ και συνδέει την περιοχή με τη δυτική είσοδο. Οι τροποποιήσεις έγιναν, αλλά και πάλι πρέπει να γνωμοδοτήσουν επί των αλλαγών οι εμπλεκόμενοι. Η τρίτη είναι η έκταση των ΕΛΠΕ στον δήμο Αμπελοκήπων – Μενεμένης που εξαιρέθηκε από τον σχεδιασμό.
Σε μια μελέτη προφανώς και μπορούν να γίνουν αλλαγές. Ειδικά σε μια μελέτη που αφορά σε έναν χώρο μήκους 40 χλμ. με τόσες σημαντικές υποδομές και με τόση σημασία για την πόλη. Όμως αυτές οι αλλαγές είναι προφανές ότι θα χρειαστεί χρόνο για να πάρουν το «πράσινο φως» από τα συναρμόδια υπουργεία, τους εμπλεκόμενους φορείς, αλλά κυρίως από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Όλη αυτή η διαδικασία, μακάρι να διαψευστώ αλλά, πηγαίνει πίσω την έκδοση του αναγκαίου για να αρχίσει το πρότζεκτ, Προεδρικού Διατάγματος. Να επισημάνω μόνο ότι το Προεδρικό Διάταγμα αποτελεί στόχο εδώ και μια διετία και δύσκολα θα επιτευχθεί η υπογραφή του πλέον ως το τέλος του 2025. Με ό,τι αυτό σημαίνει για το χρονοδιάγραμμα της συνολικής παρέμβασης. Το οποίο πάει αρκετά πιο μακριά από το 2030... Κι ακόμα δεν περάσαμε στην ουσία, που δεν είναι άλλη από τους πόρους με τους οποίους θα χρηματοδοτηθεί αυτό το πρότζεκτ.
Το δεύτερο έργο της αναβάθμισης του τμήματος της Μουδανιών από τον ανισόπεδο κόμβο Κ12 της περιφερειακής οδού μέχρι τον ανισόπεδο κόμβο της Θέρμης (στροφή για Πράσινα Φανάρια – Κέντρο Υγείας) έμπλεξε στις δικαστικές διαμάχες και έχασε το τρένο της χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης, όπου είχε ενταχθεί.
Μελετητικά εκεί δεν υπήρξε κάποιο ζήτημα. Η προετοιμασία ήταν η κατάλληλη. Πλην όμως ο διαγωνισμός είχε ενστάσεις, οι ενστάσεις δεν εκδικάστηκαν εγκαίρως, το χρονοδιάγραμμα πήγε πίσω και τα λεφτά έκαναν φτερά, διότι το έργο δεν επρόκειτο να ολοκληρωθεί στο χρονικό πλαίσιο ολοκλήρωσης του Ταμείου Ανάκαμψης.
Από τον Μάρτιο του 2024 που έγινε η εκδίκαση της προσφυγής μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί η δικαστική απόφαση. Και κάπως έτσι χάθηκε η ευκαιρία να χρηματοδοτηθεί το συγκεκριμένο έργο.
Ευτυχώς σε αυτή την περίπτωση η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας βρήκε τους πόρους άμεσα (προφανώς το είδαν να έρχεται...) και θα εντάξει το έργο στο ΕΣΠΑ, προκειμένου να μην μείνει στα χαρτιά. Δεν μιλάμε άλλωστε σε αυτή την περίπτωση για μισό δισεκατομμύριο ευρώ που υπολογίζεται το κόστος του παραλιακού μετώπου, αλλά για 30 εκ. ευρώ. Κι επειδή η σπουδαιότητα του έργου είναι τεράστια για την περιοχή, για τη Θεσσαλονίκη συνολικά και για εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, η Περιφέρεια μόλις εκδοθεί η δικαστική απόφαση θα προχωρήσει στη σύμβαση με τον ανάδοχο για να αρχίσουν οι εργασίες.
Το έργο θα γίνει. Με καθυστέρηση, αλλά θα γίνει. Πόση καθυστέρηση; Κανένας δεν μπορεί να υπολογίσει, αφού ο χρόνος έκδοσης μιας δικαστικής απόφασης είναι συνήθως απρόβλεπτα μεγάλος έως παράλογα μεγάλος. Άλλωστε, μιλάμε για μια ένσταση μιας εταιρίας που συμμετείχε σε έναν διαγωνισμό έναντι της εταιρίας που αναδείχθηκε ανάδοχος. Ουσιαστικά δηλαδή μιλάμε για μια υπόθεση καθημερινότητας για το σύστημα, που δεν εκδίδεται επί έναν χρόνο και βάλε...
Μετά για ποιους σχεδιασμούς και για ποια χρονοδιαγράμματα να μιλήσουμε;
Οι γνωστές παθογένειες, τις οποίες έχουμε συνηθίσει και δεν μας κάνουν καμιά εντύπωση. Εκείνο που είναι δύσκολο να συνηθίσεις είναι να σε υποχρεώσουν να κινείσαι και στο μέλλον με τις ίδιες παθογένειες, χωρίς να διορθώνεται το παραμικρό.
Μελετητικές καθυστερήσεις, χρονοβόρες διαβουλεύσεις, δικαστικές εμπλοκές ετών, χρηματοδοτικά κενά και μετ' εμποδίων κατασκευή. Σε όλα τα στάδια ενός έργου ο χρόνος πηγαίνει με ρυθμούς Jack Daniels για να μην πω Macallan... Ε κάποια στιγμή δεν πρέπει να αλλάξει κάτι για να περιορίσουμε όλες αυτές τις καθυστερήσεις; Δηλαδή πρέπει να φτάνουμε στην απαξίωση των έργων από την ίδια την καθημερινότητα; Αν έτσι αντιμετωπίζουμε συνολικά ως Πολιτεία τις διαχρονικές προκλήσεις, πόσο πιθανό είναι να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τις νέες και πιο δύσκολες;