Skip to main content

Το νόημα της 25ης Μαρτίου δύο αιώνες μετά το 1821

Η σημερινή ημέρα είναι η κατ’ εξοχήν ημέρα του αναστοχασμού: Για το τι συνέβη το 1821 και για το πώς φτάσαμε ως εδώ δύο αιώνες μετά - Για όσα κάναμε σωστά και για το ποια λάθη πληρώσαμε ακριβά

Πριν από 204 χρόνια, στις 25 Μαρτίου 1821, η Ελληνική Επανάσταση βρισκόταν ήδη στην τρίτη της ημέρα, αφού ξεκίνησε στις 22 του μηνός στην Καλαμάτα. Άλλωστε στις 25 του μήνα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν βρισκόταν καν στα Καλάβρυτα, αλλά το λάβαρο ύψωσε ένας ιερέας που η μοίρα του ήταν να μείνει στην ανωνυμία. Αυτές είναι δύο ανορθογραφίες των ιστορικών γεγονότων, που αποδεικνύουν τη δύναμη του θρύλου, αλλά δεν αδυνατίζουν καθόλου τη σπουδαιότητα του εθνικού ξεσηκωμού, που οδήγησε στη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους, του πρώτου εθνικού κράτους που προέκυψε στα Βαλκάνια και σηματοδότησε τη σταδιακή διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Δύο αιώνες και κάτι χρόνια μετά, οι ιστορικοί της χώρας μας συμφωνούν ότι το βασικό μήνυμα της Επανάστασης του 1821, που εξακολουθεί να έχει μεγάλη αξία και χρησιμότητα σήμερα, είναι το αίτημα της ενότητας. Ό,τι πέτυχαν οι Έλληνες τότε οφείλεται στην ενότητα που επέδειξαν στα πρώτα χρόνια. Και ό,τι έχασαν ή κόντεψαν να χάσουν στα 200 τόσα χρόνια που ακολούθησαν οφείλεται κατά βάσιν στην διχόνοια και τους εμφύλιους πολέμους. Ο Εθνικός Διχασμός που ξεκίνησε επισήμως το 1915 μεταξύ του Βασιλιά Κωνσταντίνου και του Ελευθερίου Βενιζέλου συνεχίστηκε μέχρι τον Εμφύλιο της δεκαετίας του 1940 και τη Δικτατορία του 1967, ενώ κάποιοι επιμένουν ότι ο διχασμός των Ελλήνων συνεχίζεται 110 χρόνια τώρα. 

Ακόμη κι αν δεν είναι ακριβώς έτσι -ή μάλλον αν και αυτό το αίσθημα δεν είναι σήμερα γενικευμένο- η αλήθεια είναι ότι ακόμη υπάρχουν αρκετοί ανάμεσά μας που μιλούν με όρους Εμφυλίου. Εμείς κι εσείς. Αυτοί και οι άλλοι. Οι καλοί και οι κακοί. Οι θύτες και τα θύματα. Όλα αυτά παραπέμπουν απευθείας στο συναίσθημα, μόνο που -όπως αποδεικνύει διαρκώς η ιστορία- συχνά το συναίσθημα είναι καταστροφικό για τις δουλειές. Και όπως και να το κάνουμε η προκοπή μιας χώρας και η ευημερία μιας κοινωνίας είναι δουλειά και μάλιστα υπεύθυνη και επίπονη, που απαιτεί ορθολογισμό, σχέδιο και συνέπεια.

Η κοινωνική διάλυση

Στη σύγχρονη εποχή δεν χρειάζεται στρατιωτική κατοχή για να είναι μια χώρα υποδουλωμένη. Πιο αποτελεσματική είναι η κοινωνική διάλυση δια της οικονομικής καταρρεύσεως, οπότε και επέρχεται καταστροφή και… κατοχή . Όταν μια χώρα δεν μπορεί να δανειστεί, εξοβελίζεται στο περιθώριο του διεθνούς περιβάλλοντος και πιάνει δουλειά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Την τελευταία φορά που χρεοκόπησε η Ελλάδα, στις αρχές της δεκαετίας του 2010, οι Έλληνες αντί να ενωθούν για να αντιμετωπίσουν και να ξεπεράσουν το πρόβλημα, διχάστηκαν στις πάνω και κάτω πλατείες. 

Αποδέχθηκαν τα όμορφα λόγια και τις έτοιμες λύσεις δεξιόστροφων και αριστερόστροφων πολιτικών προσώπων, που δι’ αυτής της οδού βρέθηκαν στην εξουσία για να εφάρμοσαν τα εντελώς αντίθετα απ’ όσα υποσχέθηκαν και στο τέλος δεν καταδέχθηκαν να ζητήσουν ούτε μία συγνώμη.

Στην τελευταία ελληνική χρεοκοπία ευτυχώς υπήρχε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Έβαλαν πλάτη οι εταίροι της χώρας κι έτσι η καταστροφή δεν ήταν απόλυτη. Αλλά και πάλι το μάθημα «δανείζομαι άρα υπάρχω» δόθηκε για τα καλά. Το αντιλήφθηκαν, πλήρως, τουλάχιστον οι πολιτικοί όλων των αποχρώσεων, αν και με διαφορά φάσης. Στο τέλος η πραγματικότητα που δημιούργησε ο συνδυασμός της λειτουργίας ενός αναποτελεσματικού κράτους και μιας μη ανταγωνιστικής οικονομίας -και μάλιστα στο πλαίσιο ενός αναξιοκρατικού συστήματος- επικράτησε κάθε δεξιόστροφης ή αριστερόστροφης ονείρωξης, που βασίστηκε στο βαθύτατα ιδεοληπτικό επιχείρημα περί της ελληνικής ιδιαιτερότητας και ιδιοτυπίας.   

Κορώνες στον αέρα

Κάθε 25η Μαρτίου, όπως και κάθε 28η Οκτωβρίου, ο αέρας της Ελλάδας δονείται από κορώνες περί ομοψυχίας, εθνικής ανατάξεως και ευγενών στόχων, ώστε η χώρα να βρεθεί κάποια στιγμή ισότιμα δίπλα στα ανεπτυγμένα κράτη της Ευρώπης. Από την επομένη, όμως, των δύο σημαντικών εθνικών επετείων όλα αυτά ξεχνιούνται ή μάλλον πετιούνται στα σκουπίδια. Σαν προϊόντα με ημερομηνία λήξεως, επικίνδυνα προς χρήση ή κατανάλωση.

Κάπως έτσι και η φετινή 25η Μαρτίου, αν και ενωτική ημέρα, εντάσσεται σε έντονα διχαστικούς καιρούς. Οι οποίοι υπονομεύουν πρωτίστως το κοινωνικό και οικονομικό μέλλον της χώρας. Διότι στην εποχή μας μεγαλύτερος κίνδυνος από την κοινωνική αποσάθρωση και την οικονομική υποβάθμιση δεν υπάρχει. Όποιος δεν αντιλαμβάνεται ότι ειδικά στη σύγχρονη εποχή μια κοινωνία ή πηγαίνει μπροστά ή οπισθοδρομεί και οπισθοχωρεί, βρίσκεται απλώς στην… κοσμάρα του. Όσοι ξεσηκώθηκαν το 1821 έκαναν την υπέρβασή τους, με το μόνο μέσον που υπήρχε εκείνη την εποχή, με τα όπλα. 

Τις κρίσιμες στιγμές του αγώνα ενώθηκαν και με τη βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων στο τέλος της διαδρομής κατάφεραν να δικαιωθούν. Να δημιουργήσουν το ελεύθερο ελληνικό κράτος, που τις επόμενες δεκαετίες σε συνθήκες ομοψυχίας διπλασιάστηκε και στη συνέχεια, σε συνθήκες διχασμού, υπέστη την Μικρασιατική Καταστροφή. Η ιστορία σαφώς δεν επαναλαμβάνεται, αφού οι εποχές αλλάζουν. Διδάσκει όμως. Και η σημερινή ημέρα είναι η κατ’ εξοχήν ημέρα του αναστοχασμού. Για το τι συνέβη το 1821. Για το πώς φτάσαμε ως εδώ δύο αιώνες μετά. Για όσα κάναμε σωστά και για το ποια λάθη πληρώσαμε ακριβά. Μήπως, όμως, όλα αυτά είναι για τη σημερινή Ελλάδα ψιλά γράμματα;

ΥΓ. Το 1979 ο ποιητής του ελληνικού τραγουδιού Νίκος Γκάτσος, ένας άνθρωπος με βαθιά ιστορική γνώση και ακόμη βαθύτερη ελληνικότητα, έγραψε ένα τραγούδι σε μουσική Δήμου Μούτση, που τραγούδησε ο Μανώλης Μητσιάς, με τίτλο «Ελλάδα  Ελλάδα». Ένα τραγούδι που δεν ακούγεται στις μέρες μας συχνά, σχεδόν καθόλου, ενώ θα έπρεπε.   

Πού πήγαν οι ώρες, πού πήγαν οι μέρες, πού πήγαν τα χρόνια /
φωτιά στα Χαυτεία, καπνιά στην Αιόλου, βρωμιά στην Ομόνοια /
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ, Ρενώ και Τογιότα /
σε λίγο νυχτώνει, στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουνε τα φώτα /
κι ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση ετούτη θα γίνουν λαμπάδα. /
Πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα. /
Πού πήγες Αφρούλα του ονείρου λουλούδι, πού πήγες Ελένη /
κρυφές αμαρτίες της άχαρης μέρας, το φως δεν ξεπλένει /
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες /
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σαν στρείδια, σαν βδέλλες /
για ένα τριάρι, για λίγη βενζίνα για μια φασολάδα. /
Πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα. /
Πού πήγες αγάπη, παράδεισε πρώτε, πού πήγες ελπίδα /
περάσαν οι μέρες, περάσαν τα χρόνια κι ακόμα δεν είδα /
ατρόμητους άνδρες, σοφούς κυβερνήτες, μεγάλους αντάρτες /
να σπάζουν τις πύλες, να ρίχνουν τα τείχη, ν’ αλλάζουνε τις στράτες /
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι η χώρα λιακάδα. /
Πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα.