Περισσότεροι από 800.000 Ισραηλινοί -από 700.000 το 2024- αναμένονταν το φετινό καλοκαίρι στην Ελλάδα για διακοπές, κυρίως στην Αττική, την Κρήτη και τη Ρόδο, που ήδη καταγράφουν ακυρώσεις, τουλάχιστον για τον Ιούλιο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία οι προγραμματισμένες αεροπορικές θέσεις για το σύνολο της θερινής σεζόν ανάμεσα στην Ελλάδα και το Ισραήλ άγγιζαν τα 1,3 εκατομμύρια, σημειώνοντας αύξηση 42% σε σύγκριση με πέρσι. H ισραηλινή αγορά χαρακτηρίζεται από τις πιο δυναμικές για τον ελληνικό τουρισμό, αφενός λόγω της έντονης ανάπτυξής της τα τελευταία πέντε χρόνια και αφετέρου λόγω της μειωμένης εποχικότητας, αφού οι πολίτες του Ισραήλ ταξιδεύουν στην Ελλάδα όχι μόνο για καλοκαιρινές διακοπές, αλλά και από το φθινόπωρο μέχρι την άνοιξη, κάτι, άλλωστε, που γνωρίζει πολύ καλά η Θεσσαλονίκη.
Παρ’ όλα αυτά η απουσία των Ισραηλινών το φετινό καλοκαίρι είναι κάτι που μπορεί να αντέξει το ελληνικό τουριστικό σύστημα. Αντίθετα ο σημαντικός κίνδυνος -και ο μεγάλος φόβος- για τον ελληνικό τουρισμό είναι οι έμμεσες επιπτώσεις, από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, που συνδέονται με τους εξής λόγους:
Πρώτον, την παγκόσμια οικονομία, που αναμένεται να πληγεί σοβαρά, σε περίπτωση που ο πόλεμος Ισραήλ – Ιράν είτε επεκταθεί στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή και εξελιχθεί σε περιφερειακή σύγκρουση, είτε επιμηκυνθεί επί μακρόν, αφού -ως γνωστόν- γνωρίζουμε πότε ξεκινάει ένας πόλεμος, αλλά όχι και πότε θα τελειώσει. Διότι μπορεί η Μέση Ανατολή να μην διαδραματίζει σήμερα στο διεθνές οικονομικό πεδίο τον ρόλο που έπαιζε στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, αλλά το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο παραμένουν βασικά καύσιμα, ακόμη και στην μεταβατική προς φιλικότερες μορφές ενέργειας εποχή που διανύουμε. Σε περίπτωση επιβράδυνσης της παγκόσμιας ανάπτυξης και του πληθωρισμού, λόγω των υψηλών τιμών των ορυκτών καυσίμων, που θα πυροδοτήσει ο πόλεμος, αλλά και της διατάραξης της εφοδιαστικής αλυσίδας εξαιτίας προβλημάτων ασφάλειας στα Στενά του Ορμούζ, την Ερυθρά Θάλασσα και το Σουέζ, που πιθανότατα θα σημαίνει ύφεση ή στασιμότητα σε μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, τα ταξίδια αναψυχής και γενικότερα οι μετακινήσεις θα περιοριστούν. Έτσι συμβαίνει πάντα, τόσο για αντικειμενικούς οικονομικούς λόγους, αφού η απασχόληση μειώνεται, τα εισοδήματα περιορίζονται και οι τιμές αυξάνονται, όσο και για ψυχολογικούς λόγους, αφού η αβεβαιότητα συνιστά σημαντικό αντικίνητρο στη διάθεση των ανθρώπων να μετακινούνται μακριά από τον τόπο κατοικίας τους, πολύ περισσότερο για αναψυχή.
Δεύτερον, η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή είναι εξόχως πιθανόν να επηρεάσει επισκέπτες της χώρας μας από μακρινούς προορισμούς, όπως είναι οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Αυστραλία, ακόμη και η Κίνα ή η Νότια Κορέα. Όπως σημειώνουν παράγοντες της αγοράς, μπορεί η Ελλάδα να είναι τελείως αμέτοχη με τα γεγονότα και στην πραγματικότητα να βρίσκεται σε απόσταση ασφαλείας από το θέατρο του πολέμου, αλλά αν κάποιος από μακριά κοιτάξει τον χάρτη ενδέχεται να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι γειτνιάζει και βρίσκεται σε όμορο χώρο, τουλάχιστον με το Ισραήλ. Ως εκ τούτου μπορεί να διστάσει. Και αν τελικά κάνει το πολύωρο αεροπορικό ταξίδι προς τη Μεσόγειο, να καταλήξει κάπου αλλού στην Ευρώπη ή την Βόρεια Αφρική, σε περιοχές που θα του φανούν ότι βρίσκονται μακρύτερα από το επίμαχο σημείο και άρα είναι ασφαλέστερες.
Ο πραγματικός, λοιπόν, κίνδυνος για τον ελληνικό τουρισμό είναι η επιδείνωση των οικονομικών του πλανήτη -άρα και των ξένων πελατών-, αλλά και η διατάραξη του αισθήματος ασφαλείας στην ευρύτερη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Εάν αυτά τα δύο στοιχεία διαταραχθούν -δηλαδή επιδεινωθούν-, τότε εκτιμάται ότι οι αρνητικές επιπτώσεις θα είναι σημαντικές, ακόμη και από φέτος. Επειδή, μάλιστα, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή «τρέχουν» από ώρα σε ώρα και από ημέρα σε ημέρα, η αβεβαιότητα το φετινό καλοκαίρι πιθανόν θα είναι κλιμακούμενη, με την αγορά των κρατήσεων και ακυρώσεων της τελευταίας στιγμής να λειτουργεί περίπου ως… ροντέο στην Άγρια Δύση. Και ως γνωστόν η αβεβαιότητα και η έντονη μεταβλητότητα που τη συνοδεύει είναι ό,τι χειρότερο για μια αγορά και τις επιχειρήσεις, που λειτουργούν μέσα σε αυτήν.
Για τη Θεσσαλονίκη των τελευταίων χρόνων οι Ισραηλινοί επισκέπτες αποτελούν σημαντική πηγή τουριστικών εσόδων. Αυτή η εικόνα μεσομακροπρόθεσμα δεν πρόκειται να διαταραχθεί, ακόμη και αν τους επόμενους μήνες λόγω πολέμου η επισκεψιμότητα από το Ισραήλ στη Θεσσαλονίκη μειωθεί. Αντίθετα το πιθανότερο σενάριο είναι η παρουσία των Ισραηλινών στην πόλη τα επόμενα χρόνια να διευρυνθεί. Η παραδοσιακή διασύνδεση των Εβραίων του Ισραήλ με τη Θεσσαλονίκη, την οποία πολλοί ανάμεσά τους βλέπουν ως… εναλλακτικό Τελ Αβίβ, στην απευκταία περίπτωση που στη Μέση Ανατολή οι εξελίξεις για το κράτος του Ισραήλ είναι καταστροφικές, αναμένεται να ενδυναμωθεί με την ολοκλήρωση του Μουσείου Ολοκαυτώματος, το οποίο βρίσκεται σε φάση κατασκευής. Η Θεσσαλονίκη ήταν μια ευρωπαϊκή πόλη με πολύ έντονο και εξαιρετικά δραστήριο εβραϊκό στοιχείο μέχρι την δεκαετία του 1940, όταν οι ναζί ενορχήστρωσαν και εκτέλεσαν το Ολοκαύτωμα και η πόλη πλήρωσε πολύ ακριβό τίμημα. Παρά, λοιπόν, την εξολόθρευσή τους σε ποσοστό άνω του 90% στη διάρκεια της Κατοχής, οι μνήμες και οι δεσμοί παραμένουν. Γι’ αυτό κάθε χρόνο χιλιάδες Εβραίοι από το Ισραήλ την επισκέπτονται, ενώ σε πολλές περιπτώσεις επενδύουν σε αυτήν είτε ασκώντας επιχειρηματική δραστηριότητα, είτε αποκτώντας ακίνητη περιουσία.