Skip to main content

Ο σιδηρόδρομος στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, η «έξωση» του ΣΒΕ από την ΤτΕ και η προοπτική του 2030

Πώς βρέθηκε εκτός Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας της Ελλάδος ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος και πως η «προοπτική του 2030» που ξεκίνησε στη Θεσσαλονίκη γίνεται πανελλήνιο σύνθημα

Καλημέρα σας!

Ντιμπέιτ ήταν και… πέρασε. Σοφότεροι δεν γίναμε, αυτό είναι βέβαιον. Οι αρχηγοί επέμειναν στις θέσεις τους τόσο για τη διαχείριση του εκλογικού αποτελέσματος της 21ης Μαΐου, όσο και στα ερωτήματα για τα επί μέρους θέματα της πολιτικής ατζέντας. Από τεχνική άποψη η παραγωγή κύλησε μια χαρά, κάτι που δείχνει τις δυνατότητες της δημόσιας τηλεόρασης, ενώ η ταυτόχρονη μετάδοση της τηλεμαχίας απ’ όλα τα ιδιωτικά κανάλια, πλην ενός, αλλά και από τις δύο εκ των τριών συχνοτήτων της ΕΡΤ στερεί τη δυνατότητα να μετρήσει κανείς την πραγματική τηλεθέασή της.

Η σιδηροδρομική σύνδεση του λιμανιού της Θεσσαλονίκης

Ο αρμόδιος για την υποδομές υφυπουργός Μεταφορών και Υποδομών Γιώργος Καραγιάννης μίλησε χθες από τη Θεσσαλονίκη –από την οποία κατάγεται- για τα έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη. Για τη νέα οδική σύνδεση του λιμανιού με την ΠΑΘΕ και την Εγνατία Οδό, που κατασκευάζεται αυτή την περίοδο, ώστε η κυκλοφορία να διεξάγεται μέσω οδογέφυρας απρόσκοπτα, χωρίς να παρεμβάλλονται ισόπεδοι κόμβοι και σηματοδότες, είπε ότι θα δοθεί στην κυκλοφορία τους πρώτους μήνες του 2024. Για το μετρό είπε ότι τελειώνει και για το Flyover, την υπερυψωμένη περιφερειακή οδό, ότι ξεκινά. Επίσης ο κ. Καραγιάννης υποστήριξε ότι ο προγραμματισμός για τα αντιπλημμυρικά έργα, τις 17 νέες σχολικές μονάδες, καθώς και όλα τα υπόλοιπα οδικά έργα που γίνονται στη Θεσσαλονίκη «προχωρά με συνέπεια, συνέχεια και σταθερότητα». Δεν ακούσαμε όμως κάτι για τη σιδηροδρομική σύνδεση του λιμανιού με το κεντρικό σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας. Έργο που αν και είναι μικρού μεγέθους εκκρεμεί δεκαετίες, χωρίς ιδιαίτερη πρόοδο τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Ένα έργο που (δήθεν) έχει αναλάβει η ΕΡΓΟΣΕ, η οποία όμως χαμένη στη μετάφραση και στις διαβουλεύσεις κινείται πιο αργά και από… χελώνα. Χρόνια τώρα οι διοικήσεις της ΟΛΘ ΑΕ –και η σημερινή του κ. Θάνου Λιάγκου με ιδιαίτερη επιμονή- εξηγούν στους εκάστοτε κυβερνώντες ότι χωρίς συνδυασμένες μεταφορές (πλοίο – τρένο) το λιμάνι της Θεσσαλονίκης δεν μπορεί να αναβαθμιστεί επί της ουσίας, ακόμη και αν –λέμε τώρα- η επέκταση της 6ης προβλήτας υλοποιηθεί σύντομα. Ας ελπίσουμε να υπάρξουν σύντομα εξελίξεις και σε αυτό το μέτωπο...

Εκτός ΤτΕ ο ΣΒΕ

Εκτός του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας της Ελλάδος βρίσκεται, πλέον, ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος. Αν και για πολλά χρόνια –δέκα και περισσότερα- ο ΣΒΕ, που τότε ήταν ΣΒΒΕ, εκπροσωπούνταν αρχικά από τον κ. Γιώργο Μυλωνά και μετά το 2017 από τον τότε πρόεδρο του Θάνο Σαββάκη, στην τελευταία αναδόμηση του Συμβουλίου βρέθηκε εκτός. Παρά το ότι οι άλλοι εργοδοτικοί κοινωνικοί εταίροι συμμετέχουν. Ο ΣΕΒ δια του κ. Σπύρου Θεοδωρόπουλου, η ΕΣΕΕ δια του κ. Γιώργου Καρανίκα, ο ΣΕΤΕ δια του κ. Ιωάννη Ρέτσου, η ΓΣΕΒΕΕ δια του κ. Γιώργου Καββαθά. Στο νέο Συμβούλιο συμμετέχει και ο κ. Ιωάννης Μασούτης, πρόεδρος του ΕΒΕΘ και της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος. Το γιατί έμεινε εκτός ο ΣΒΕ το γνωρίζουν ο Διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας και η κυβέρνηση, που ασφαλώς έχει λόγο. Αν η ίδια η διοίκηση του ΣΒΕ γνωρίζει τους λόγους αυτής της υποβάθμισης –όπως και να το δει κανείς το Γενικό Συμβούλιο της ΤτΕ είναι όργανο αυξημένου κύρους- δεν είναι γνωστό. Όπως δεν είναι γνωστό εάν η σημερινή πρόεδρος κ. Λουκία Σαράντη και οι συνεργάτες της στη διοίκηση του Συνδέσμου έδωσαν τη σχετική μάχη και απλώς την έχασαν, κάτι που μπορεί να συμβεί. Σε κάθε περίπτωση η ουσία για τον ΣΒΕ δεν αλλάζει.   

Εκλογές καρικατούρα

Χθες ήταν η ημέρα διεξαγωγής των φοιτητικών εκλογών. Αν και βρισκόμαστε στην τελική ευθεία της κεντρικής προεκλογικής περιόδου για τις εκλογές της 21ης Μαΐου και επομένως (υποτίθεται ότι) τα πολιτικά αντανακλαστικά είναι ενεργοποιημένα, σχεδόν κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για τις εκλογές στα πανεπιστήμια. Ούτε, καν, οι ίδιοι οι φοιτητές, που σε μεγάλο ποσοστό δεν καταδέχονται να ψηφίζουν. Έτσι συμβαίνει όταν μια διαδικασία υποβαθμίζεται εκ των έσω επί πολλές δεκαετίες. Διότι κάποτε, στις δεκαετίας του 1970 της Μεταπολίτευσης, στη δεκαετία του 1980 της Αλλαγής και στη δεκαετία του 1990 του Εκσυγχρονισμού, τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών ήταν πρώτο θέμα σε όλες τις πολιτικές εφημερίδες, που εκείνα τα χρόνια έδιναν τον τόνο στις εξελίξεις. Οι συσχετισμοί των φοιτητικών παρατάξεων λειτουργούσαν σαν βαρόμετρο της πολιτικής συγκυρίας, τα κόμματα έβγαζαν ανακοινώσεις και οι πολιτικοί αρχηγοί προσμετρούσαν την άποψη των φοιτητών στις κινήσεις και τα προγράμματά τους. Γι’ αυτό και πολλά μετέπειτα πολιτικά στελέχη πρώτης γραμμής προήλθαν από τις φοιτητικές παρατάξεις, με καριέρα στην πανελλαδική ΕΦΕΕ και την ΦΕΑΠΘ της Θεσσαλονίκης. Όταν, όμως, οι ίδιες οι παρατάξεις ξεκίνησαν να  αμφισβητούν ακόμη και τους αριθμούς και να βγάζει η κάθε μία τα δικά της αποτελέσματα, η υπόθεση φοιτητικές εκλογές άρχισε να φθίνει. Παρέμεινε υπόθεση των κομματοδίαιτων σπουδαστών, οι οποίοι από την αρχή της ακαδημαϊκής χρονιάς έστηναν τα τραπεζάκια τους στις εισόδους των σχολών με στόχο να στρατολογήσουν τους πρωτοετείς και να εξασφαλίσουν οι ίδιοι θέση στους μηχανισμούς και στα ψηφοδέλτια των κομμάτων τους. Κάπως έτσι οι φοιτητικές εκλογές κατάντησαν καρικατούρα, χωρίς κανένα απολύτως ενδιαφέρον. Μια παλιομοδίτικη συνήθεια, δίχως αντίκρισμα στην σημερινή εποχή. Ούτε κάποιου είδους επιρροή στα σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.   

Με ορίζοντα το 2030…

Ο «ορίζοντας 2030» ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, αφού την αναφέρουν τα τελευταία δύο χρόνια σε σχέση με τις προοπτικές της πόλης όλοι οι τοπικοί πολιτικοί και αυτοδιοικητικοί παράγοντες, που συνδέουν τη συγκεκριμένη χρονολογία με την ολοκλήρωση και την ωρίμανση μεγάλων έργων που έτσι κι αλλιώς καθυστερούν και (υποτίθεται ότι) θα της αλλάξουν την εικόνα. Τώρα η συγκεκριμένη χρονιά χρησιμοποιείται ως όριο και για την επίτευξη πανελλαδικών στόχων, όπως –για παράδειγμα- η προσέγγιση του 85% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, έναντι του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επίπεδο στο οποίο βρισκόταν στην αρχή της κρίσης, το 2010, πριν υποχωρήσει σήμερα στο 68%, στη χειρότερη θέση μετά τη Βουλγαρία και τη Σλοβακία. Την ίδια επταετή προοπτική βάζουν οι οικονομολόγοι της Alpha Bank και για την κάλυψη του μεγάλου επενδυτικού κενού που δημιουργήθηκε στα μνημονιακά χρόνια και υπολογίζεται στα 100 δισ. ευρώ. Όλα αυτά, βέβαια, υπό προϋποθέσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν κυρίως την επίτευξη –και όπου είναι δυνατό την υπέρβαση- των στόχων του Προγράμματος Σταθερότητας που κατέθεσε η ελληνική κυβέρνηση στην Κομισιόν την περασμένη εβδομάδα. Ένα πρόγραμμα που προβλέπει αρκετά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, με οδηγό τις επενδύσεις και λόγω των δυνατοτήτων που παρέχουν οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις. Ταυτόχρονα το Πρόγραμμα προβλέπει δημοσιονομική πειθαρχία σε πρωτογενή πλεονάσματα, με αποτέλεσμα τη δραστική μείωση του δημοσίου χρέους.