Αν έχουν μια αξία οι έρευνες τύπου Βαρόμετρο, που γίνονται για τις επιχειρήσεις από κοινοτικούς, εθνικούς ή τοπικούς φορείς -από την Eurostat και το ΙΟΒΕ, μέχρι τα Επιμελητήρια- είναι η καταγραφή των νοοτροπιών, με τις οποίες εμφορούνται και βάσει των οποίων κινούνται οι παράγοντες του ιδιωτικού τομέα που διαμορφώνουν την αγορά. Διότι εν πολλοίς οι προοπτικές εξαρτώνται από τον τρόπο, το πνεύμα και την οπτική που αντιμετωπίζει το μέλλον της κάθε επιχείρηση, ενώ η εικόνα της επόμενης ημέρας προκύπτει από τη συνολική αλληλεπίδραση αυτών των μεμονωμένων και διακριτών κινήσεων.
Με αυτά τα δεδομένα τα μηνύματα που εκπέμπει το Βαρόμετρο του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης για τα θέματα της τεχνολογίας δεν είναι αισιόδοξα. Όχι για την οικονομία, ούτε για τους διάφορους επαγγελματικούς κλάδους, που υπάγονται στο ΒΕΘ. Δεν είναι αισιόδοξα για τα σημερινά μέλη του Επιμελητηρίου, που -με βάση την εικόνα- των απαντήσεων οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια, δηλαδή νομοτελειακά, στον επαγγελματικό αφανισμό. Κι αυτό επειδή -σύμφωνα με τις απαντήσεις- η πλειονότητά τους δεν μπορεί να επενδύσει στις νέες τεχνολογίες, κυρίως στην ψηφιακότητα, ενώ παράλληλα δείχνει είτε να αγνοεί, είτε να αδιαφορεί για το θέμα της Τεχνητής Νοημοσύνης. Και απ’ όσους έχουν κάνει τεχνολογικά ανοίγματα οι περισσότεροι περιορίζονται στα κοινωνικά δίκτυα, που προσφέρουν βοήθεια -κυρίως προβολή-, αλλά είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν μπορούν από μόνα τους να αποτελέσουν συγκριτικό πλεονέκτημα και να κάνουν τη διαφορά. Διότι όταν οι νέες τεχνολογίες έχουν εισχωρήσει σε κάθε πτυχή της οργανωτικής και παραγωγικής δραστηριότητας κάθε επαγγέλματος, ένα facebook από μόνο του πόσο μπορεί να βοηθήσει στον ανταγωνισμό;
Το συγκεκριμένο Βαρόμετρο έχει μεγάλο ενδιαφέρον και για τον πρόσθετο λόγο της μεγάλης ποικιλίας των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των μελών του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου, στο οποίο δεν ανήκουν μόνο οι μικρές μεταποιητικές μονάδες, δηλαδή οι βιοτεχνίες, αλλά και όλα τα επαγγέλματα που χρησιμοποιούν εργαλεία -από υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους και κομμωτές, μέχρι συνεργεία αυτοκινήτων, φούρνοι και ζαχαροπλαστεία. Το 66% των συμμετεχόντων στο Βαρόμετρο απάντησε πως οι επιχειρήσεις τους επενδύουν στις νέες τεχνολογίες, ενώ το 34% όχι. Εντούτοις το 54,5% από αυτούς που επένδυσαν λέει πως το ποσό που κατευθύνθηκε την τελευταία διετία για τεχνολογική αναβάθμιση από τις επιχειρήσεις τους ήταν από 1.000 έως 5.000 ευρώ, το 12,2% από 5.000 έως 10.000 ευρώ, το 14,4% από 10.000 έως 20.000 ευρώ, ενώ το 18,9% έχει διαθέσει άνω των 20.000 ευρώ.
Στην ερώτηση «προγραμματίζετε το επόμενο διάστημα να κάνετε χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στην επιχείρηση σας;» το 58,7% απάντησε πως δεν προτίθεται να κάνει χρήση του ΑΙ, το 26,2% απάντησε θετικά, ενώ το 15,1% απάντησε δεν γνωρίζω / δεν απαντώ.
Σε αυτό το σκηνικό οι εκτιμήσεις για το μέλλον των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης δεν μπορούν να είναι αισιόδοξες. Στην εποχή μας τόσο οι εξελίξεις, όσο και ο ανταγωνισμός τρέχουν πολύ γρηγορότερα απ’ ότι στο παρελθόν, απ’ ότι πριν από λίγα μόλις χρόνια. Στην πραγματικότητα ο χρόνος αντίδρασης μιας επιχείρησης έναντι του ανταγωνισμού έχει περίπου μηδενιστεί, υπό την έννοια ότι οι εξελίξεις προδιαγράφονται καιρό πριν και στην πραγματικότητα οδηγούνται από επιθυμίες και ιδέες, στις οποίες προσαρμόζονται και υπηρετούν οι νέες τεχνολογίες, που αποδεικνύονται ευέλικτες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αγορά σήμερα η έκφραση «το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη» έχει ελάχιστη εφαρμογή, αφού, πλέον, οι πελάτες και καταναλωτές, που κάποτε λειτουργούσαν για τις επιχειρήσεις και τους κλάδους και ως φορείς ιδεών, βρίσκονται διαρκώς ενώπιον νέων προκλήσεων που τους θέτει η αγορά, οι επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες. Η εξέλιξη που βασίζεται στις νέες τεχνολογίες είναι σε όλους τους κλάδους συνεχής και ραγδαία.
Το Βαρόμετρο του ΒΕΘ δείχνει κάτι που όλοι στην αγορά γνωρίζουν, ακόμη και αν αποφεύγουν να το κοιτάξουν. Η επιβίωση -και πολύ περισσότερο- η ανάπτυξη μιας επιχείρησης είναι, πλέον, κουραστική υπόθεση. Χρειάζεται καθημερινή φροντίδα και προτεραιότητα στον εκσυγχρονισμό και τις επενδύσεις. Είναι, δηλαδή, εξουθενωτική σε κάθε επίπεδο, κάτι που προφανώς ευνοεί τους μεγαλύτερους παίκτες και περιθωριοποιεί τους μικρότερους. Και μπορεί αυτή αλλαγή σκηνικού να μην γίνεται απολύτως αντιληπτή μέρα με την ημέρα, αλλά σίγουρα -εάν κρίνουμε από τη Θεσσαλονίκη- σε πολύ λίγα χρόνια οι πάντες, δηλαδή καταναλωτές και επαγγελματίες, αντιλαμβάνονται τις αλλαγές. Η νοσταλγία μπορεί να πουλάει στον κινηματογράφο, στη μουσική, στα βιβλία, όπου το παλιό κατοχυρώνει τη θέση του δίπλα στο καινούριο. Αντίθετα εκεί όπου απαιτούνται άμεσες λύσεις το καλύτερο επιβάλλεται συντριπτικά στο παλαιότερο, που σχεδόν πάντα θεωρείται παρωχημένο.
Αυτά ίσως και να αποτελούν… ψιλά γράμματα και τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα της Θεσσαλονίκης και του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου, αλλά καθημερινά παράγουν αποτελέσματα σε κάθε γωνιά της αγοράς. Και ασφαλώς το θέμα εμπίπτει στις αρμοδιότητες του ΒΕΘ -και του κάθε Επιμελητηρίου-, που δεν είναι συνδικαλιστικό σωματείο, ούτε φιλάνθρωπο ταμείο κι ας κινείται συχνά ως κάτι τέτοιο. Είναι αφενός σύμβουλος της πολιτείας και αφετέρου υποστηρικτής των επιχειρήσεων, πιστοποιώντας δραστηριότητες και ανοίγοντας δρόμους για το μέλλον, πριν η ίδια η αγορά με το ένστικτο και την ορμή της σαρώσει μια παλιά κατάσταση και τοποθετήσει στη θέση της μια καινούρια.