Skip to main content

Οι δύο Ελλάδες μπροστά σε ένα εκδοτήριο εισιτηρίων μέσα σε λεωφορείο του ΟΑΣΘ

Μια τυχαία, τηλεγραφικού τύπου συζήτηση δύο νέων κοριτσιών σε αστικό λεωφορείο του ΟΑΣΘ, παραμονές Χριστουγέννων του 2025, αποδεικνύεται αποκαλυπτική τόσο για τις ίδιες, όσο και για τους τυχαίους εκούσιους ωτακουστές

Πριν από λίγες ημέρες δύο κοπέλες ηλικίας πέριξ των 23 με 25 ετών συναντήθηκαν τυχαία μπροστά στο εκδοτήριο εισιτηρίων λεωφορείου της κάτω γραμμής του ΟΑΣΘ με κατεύθυνση προς τα ανατολικά. Αν και είχαν χρόνια να ιδωθούν αμέσως αναγνώρισαν η μία την άλλη, καθώς κατάγονταν από πόλη της Κεντρικής Μακεδονίας, όπου λίγο πολύ όλοι οι συνομήλικοι γνωρίζονται. Αφού χάρηκαν για την επαφή και θυμήθηκαν δυο – τρεις κοινούς φίλους ξεκίνησαν να συζητούν για το τι κάνουν στη ζωή τους. Η μία αν και πέρασε -και φοίτησε για ένα ή δύο χρόνια- στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, τελικά ασχολήθηκε με τον χορό, έφυγε στο Λονδίνο, ολοκλήρωσε έναν πρώτο κύκλο σπουδών, γύρισε στη Θεσσαλονίκη και ετοιμάζεται να επιστρέψει στη Βρετανική πρωτεύουσα για να συνεχίσει την τέχνη της. Η άλλη μόλις πριν από λίγες εβδομάδες πήρε το πτυχίο της Νομικής του ΑΠΘ και ήδη ψάχνεται για να ξεκινήσει από τον Σεπτέμβριο μεταπτυχιακό, επίσης στο ΑΠΘ. Μέχρι τότε αναζητά δικηγορικό γραφείο για άσκηση, φυσικά στη Θεσσαλονίκη. Μετά τις πρώτες πληροφορίες η υποψήφια δικηγορίνα σημείωσε στην συντοπίτισσά της ότι το να πάει κανείς για σπουδές στο Λονδίνο είναι κάτι δύσκολο. Στο τέλος της φράσης η φωνή της πήρε μια ερωτηματική έκφραση, αλλά το ύφος της αναζητούσε λιγότερο απάντηση και περισσότερο επιβεβαίωση για κάτι που η ίδια, αν και δεν το είχε δοκιμάσει, ήταν σίγουρη. Η απάντηση της υποψήφιας μπαλαρίνας ήταν αποστομωτική και γι’ αυτό αφοπλιστική. «Είναι δύσκολο, αλλά μόλις επέστρεψα κατάλαβα πόσο διαφορετικά είναι εδώ και θέλω επειγόντως να επιστρέψω». 

Μια τυχαία, τηλεγραφικού τύπου συζήτηση δύο νέων κοριτσιών σε αστικό λεωφορείο του ΟΑΣΘ, παραμονές Χριστουγέννων του 2025, αποδεικνύεται αποκαλυπτική τόσο για τις ίδιες, όσο και για τους τυχαίους εκούσιους ωτακουστές. Οι δύο σημερινές Ελλάδες με βάση την εμπειρία και την αντίληψη για το εξωτερικό. Από τη μία η σιγουριά της επιστήμης και την εγχώριας -ή μάλλον τοπικής- πιάτσας και αγοράς. Από την άλλη η εγκατάλειψη των θετικών σπουδών προς χάριν της τέχνης και μάλιστα της δύσκολης και απαιτητικής τέχνης του χορού. Αλλά και η αντίληψη ότι το παιχνίδι της ζωής που παίζεται σε μια μεγάλη πρωτεύουσα της Δύσης είναι διαφορετικό από το αντίστοιχο μιας μικρομεσαίας -ευρωπαϊκής κατά την γεωγραφία- πόλης με βαλκανικά χαρακτηριστικά, όπως η Θεσσαλονίκη.
Φυσικά τίποτα δεν είναι τυχαίο. Όπως βέβαια υπάρχει ο χαρακτήρας και η ιδιοσυγκρασία κάθε ανθρώπου, που κινητοποιούνται ή… παγώνουν από τις εμπειρίες που βιώνει. Στην προβολή της ιστορίας μας στο μέλλον είναι εξίσου πιθανό οι δύο κοπέλες να έχουν επιτύχει τους στόχους τους ή και να έχουν αποτύχει με βάση ό,τι ήθελαν και ό,τι κυνήγησαν στην επαγγελματική τους ζωή. Το πιθανότερο, βέβαια, είναι οι εξελίξεις να ακολουθήσουν μια κάποια μέση οδό, με επιτυχίες και ατυχίες για κάθε μία από τις δύο κοπέλες. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η χορεύτρια, που ψάχνεται σε μια διεθνή πόλη όπως το Λονδίνο, έχει να μάθει -και να ξεπεράσει- πολύ περισσότερα. Και μάλλον θα πλουτίσει -εσωτερικά εννοείται- έναντι της συντοπίτισσάς της δικηγόρου στη Θεσσαλονίκη. 

Η Ελλάδα ως κατά βάσιν συντηρητικής ψυχοσυνθέσεως κοινωνία, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν οι Έλληνες πολιτικά για τον εαυτό τους, εκπροσωπείται αυθεντικά από τη νεαρή νομικό που κυνηγάει και παλεύει τη ζωή της στον τόπο της, στην κοντινότερη μεγάλη πόλη στην ιδιαίτερη πατρίδα της. Και στην Αθήνα να βρισκόταν δεν υπάρχει διαφορά, αφού είχε να κινηθεί μέσα σε μια λίγο έως πολύ ανάλογη νοοτροπία. 

Η ίδια η χώρα όμως -και η κοινωνία της εννοείται- έχουν πολλά να κερδίσουν από την ξενιτεμένη καλλιτέχνιδα, που κάποια στιγμή ενδεχομένως να επιστρέψει στην πατρίδα, μεταφέροντας τις επιτυχίες και τις ατυχίες της. Έχοντας όμως ως πλούτο στις αποσκευές της διαφορετικές εμπειρίες, οι οποίες σχεδόν υποχρεωτικά θα την ακολουθήσουν στον γενέθλιο τόπο, συμβάλλοντας στην αλλαγή των πραγμάτων, ξεκινώντας από την καθημερινότητα. Διότι τα απευθείας ερεθίσματα είναι πολύ πιο επιδραστικά  από αυτά που κάποιος αντιλαμβάνεται στην τηλεόραση, στο σινεμά, στο θέατρο, στο internet, στα βιβλία ή από τις διηγήσεις φίλων και γνωστών.  

Για τους νέους ανθρώπους η επιλογή δεν αποτελεί πάντα δυνατότητα. Διότι όλοι οι άνθρωποι μπορεί να γεννιούνται γυμνοί και μόνοι, αλλά εντάσσονται από την πρώτη ημέρα της ζωής τους σε ένα περιβάλλον που τους καθορίζει.

Μεγαλώνουν ακούγοντας συγκεκριμένες ιδέες και συνειδητοποιούν σχετικά νωρίς τις δυνατότητες που έχουν, άλλοι λιγότερες και άλλοι περισσότερες. Κάποιοι τις ξεπερνούν. Τουλάχιστον προσπαθούν να διευρύνουν τους ορίζοντές τους. Κάποιοι άλλοι βολεύονται με αυτό που τους έτυχε, «νοσταλγώντας» πάντα ένα διαφορετικό μέλλον. Δύο κόσμοι, που κάποια στιγμή συναντιούνται τυχαία. Μπορεί να μπροστά σε ένα εκδοτικό μηχάνημα εισιτηρίων σε λεωφορείο του ΟΑΣΘ για μια σύντομη τηλεγραφική συζήτηση, σε μια συμβολική διαδρομή από το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου μέχρι το γερμανικό ινστιτούτο Γκαίτε.