Skip to main content

Οι λίγες κενές θέσεις εργασίας απόδειξη για το χαμηλό επίπεδο της ανάπτυξης στη Βόρεια Ελλάδα

Οι επιχειρήσεις σε Μακεδονία, Ήπειρο και Θράκη υπολείπονται ως προς τις κενές θέσεις εργασίας έναντι της εικόνας στη νότια Ελλάδα

Η αδυναμία των ελληνικών επιχειρήσεων διαφόρων κλάδων -ιδίως της μεταποίησης και των υπηρεσιών- να βρουν τους κατάλληλους εργαζομένους, με αποτέλεσμα πολλές χιλιάδες θέσεις εργασίας να παραμένουν ακάλυπτες είναι σήμερα ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Επειδή, μάλιστα, η συγκεκριμένη συνθήκη ισχύει εδώ και κάποια χρόνια το πρόβλημα δεν θεωρείται συγκυριακό, αλλά έχει καταστεί χρόνιο. Ως εκ τούτου εξελίσσεται σε διαρθρωτικό πρόβλημα, που αναδεικνύει την αναντιστοιχία ανάμεσα στο εκπαιδευτικό σύστημα και την αγορά εργασίας. Πολύ απλά στην Ελλάδα «παράγουμε» υποψήφιους εργαζομένους, οι οποίοι δεν μπορούν να καλύψουν τις υφιστάμενες θέσεις, επειδή δεν έχουν τις ζητούμενες από την αγορά εργασίας δεξιότητες, ενώ υστερούν και σε επίπεδο νοοτροπίας, αφού οι έρευνες δείχνουν προβλήματα συνεργασίας σε ομάδες ή δυνατότητα επίλυσης προβλημάτων. Όλα αυτά οφείλουν να τα λάβουν υπόψιν τους όσοι αρμόδιοι παράγοντες σχεδιάζουν και εφαρμόζουν πολιτικές για την απασχόληση και κυρίως τα υπουργεία παιδείας και Εργασίας και οι οργανισμοί που εποπτεύουν.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα από τις έρευνες που πραγματοποιούνται για τους λόγους που οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να καλύψουν θέσεις εργασίας που προσφέρουν, ακόμη κι όταν οι αμοιβές είναι ικανοποιητικές για τα ελληνικά δεδομένα. Πέραν αυτού υπάρχουν και δευτερεύοντα συμπεράσματα που αφορούν αυτήν καθαυτή την ανάπτυξη της χώρας, την περιφερειακή της διάσταση και τη συμβολή του ιδιωτικού τομέα. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα στοιχεία πρόσφατης πανελλαδικής έρευνας, που πραγματοποίησε η εταιρεία Palmos Analysis για λογαριασμό της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος για τις επιχειρήσεις με κενές θέσεις εργασίας, η αναπτυξιακή αδυναμία των περιφερειών του βορειοελλαδικού τόξου είναι εμφανής. Η εικόνα είναι σαφής κι αποκαλύπτει την αναπτυξιακή καχεξία των επιχειρήσεων του Βορρά της χώρας, έναντι των επιχειρήσεων της Κεντρικής και Νοτίου Ελλάδος. Οι επιχειρήσεις όλων των περιφερειών της Β. Ελλάδος υστερούν ως προς τις κενές θέσεις εργασίας που έχουν. Υπολείπονται αισθητά του μέσου όρου της χώρας, ενώ σε σύγκριση με κάποιες περιοχές του νότου τη χώρας η διαφορά είναι πολύ μεγάλη. Σε όλη τη χώρα οι επιχειρήσεις που δηλώνουν ότι έχουν κενές θέσεις εργασίας είναι μεσοσταθμικά το 37%. Στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας το ποσοστό είναι 31%, στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη το 33%, στην περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας το 27% κι στην Ήπειρο το 30%. Όπως εξηγεί ο υπεύθυνος ερευνών της Palmos Analysis Πασχάλης Τεμεκενίδης, στην Κεντρική Μακεδονία, στη Δυτική Μακεδονία και στην Ήπειρο τα ποσοστά στο σχετικό πίνακα είναι κοκκινισμένα, επειδή στατιστικά η διαφορά (προς τα κάτω) από τον εθνικό μέσο όρο είναι σημαντική. Εάν, μάλιστα, συγκριθεί με την Αττική (39%), την Θεσσαλία (43%), τη Στερεά Ελλάδα (39%), τα νησιά του Ιονίου (46%), το Βόρειο Αιγαίο (40%), το Νότιο Αιγαίο (47%) και την Κρήτη (46%) η απόσταση είναι έως και… χαώδης. Καλά που υπάρχει η περιφέρεια Πελοποννήσου (28%) για να υπάρχει μια κάποια παρηγοριά για τον Ελληνικό Βορρά, αν και η συγκεκριμένη περιφέρεια δικαιολογείται να έχει μείνει πίσω, αφού καταγράφει ελάχιστες εξαγωγές.

Είναι προφανές ότι η δημιουργία θέσεων εργασίας και η ανάγκη για κάλυψη τους συνιστά για μια επιχείρηση αναπτυξιακό μέγεθος, αφού όσο πιο δυναμική είναι μια εταιρεία τόσο οι ανάγκες της για προσωπικό αυξάνονται. Μαζί, βέβαια, μεγαλώνουν και οι δυσκολίες να βρει τους κατάλληλους εργαζομένους για τα πόστα της, κάτι εξαιρετικά… βασανιστικό στη σημερινή Ελλάδα. Όπως φαίνεται, λοιπόν, στη Β. Ελλάδα εκτός από τις παραλείψεις της κεντρικής εξουσίας, που στην πράξη αδιαφορεί για την περιφερειακή ανάπτυξη και αποκέντρωση, κάτι που αποδεικνύεται από την κατάσταση των υποδομών και την κατανομή των πόρων του προϋπολογισμού και των κοινοτικών κονδυλίων, ο ιδιωτικός τομέας βρίσκεται ένα -ίσως και περισσότερα- βήματα πίσω από την Αττική και το υπόλοιπο νότιο κομμάτι της χώρας, αφού υπολείπεται σε επενδύσεις. Η τουριστική ανάπτυξη είναι πιθανότατα μία εξήγηση. Όπως και η πρόοδος τόσο του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας, όσο και της αγροδιατροφής, αλλά και του ευρύτερου μεταποιητικού τομέα. Η Β. Ελλάδα εδώ και δεκαετίες «ζει» με τα περασμένα μεγαλεία άλλων εποχών, που, πλέον, δεν υπάρχουν. Για παράδειγμα, οι άλλοτε ακμάζουσες Βιομηχανικές Περιοχές, που σε αρκετές περιπτώσεις μαραζώνουν, όπως συμβαίνει στη Θράκη. Ή η ενεργειακή παραγωγή στη Δυτική Μακεδονία, που λόγω της απολιγνιτοποίησης έχει ατονήσει, χωρίς μέχρι στιγμής να αντικατασταθεί από κάποια άλλη δραστηριότητα. Ακόμη και στη Θεσσαλονίκη, όπου η μεταποιητική δραστηριότητα στη ΒΙΠΕ Σίνδου, στο Καλοχώρι και λιγότερο στα ανατολικά του πολεοδομικού συγκροτήματος παραμένει σχετικώς ισχυρή με έντονο εξαγωγικό αποτύπωμα, άλλες προνομιακές (υποτίθεται) δραστηριότητες παραμένουν στάσιμες, αν δεν υποχωρούν. Το εμπόριο, οι μεταφορές και τα logistics, που εξαρτώνται από τις (μη) εξελίξεις στο λιμάνι της πόλης, αλλά και οι κατασκευές που ελλείψει χώρων ασθμαίνουν, παρά τη θετική συγκυρία για τον κλάδο μετά την οικονομική κρίση και την πανδημία.