Skip to main content

Οι προϋποθέσεις για να πετύχει η νέα προσπάθεια εξόδου της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας στα Βαλκάνια

Τι οφείλει να διασφαλιστεί και τι πρέπει να αποφευχθεί για να ευοδωθεί ο σχεδιασμός του ΥΜΑΘ με τα όμορα κράτη

Η πρωτοβουλία του υφυπουργού Μακεδονίας-Θράκης Κώστα Γκιουλέκα να προσπαθήσει να προωθήσει μια οργανωμένη προσέγγιση της Ελλάδας -και ειδικότερα της Βόρειας Ελλάδας- με τις γειτονικές χώρες σε επίπεδο περιφερειών, πανεπιστημίων, επιχειρήσεων και επιμελητηρίων της Μακεδονίας και της Θράκης αναβιώνει -κατά κάποιον τρόπο- το σενάριο για κεντρικό ρόλο της Θεσσαλονίκης στα Βαλκάνια.

Μια φιλολογία που αναπτύχθηκε στη δεκαετία του 1990, όταν κατέρρευσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός και τα προς Βορράν σύνορα της χώρας χαμήλωσαν, αλλά παρέμεινε στη θεωρία, αφού ποτέ η ελληνική πολιτεία δεν υποστήριξε ενεργά έναν σχεδιασμό για την ανάδειξη της Θεσσαλονίκης σε επίκεντρο των Βαλκανίων. Κάτι που τότε είχε προϋποθέσεις να επιτευχθεί επειδή οι βαλκανικές χώρες έκαναν τα πρώτα τους βήματα στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς, ενώ παράλληλα γλυκοκοίταζαν τους ευρωατλαντικούς θεσμούς και κυρίως την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.

Μόνο που τότε η Ελλάδα είχε σχεδόν αποκλειστικά τον νου της σε δύο στόχους, έναν απολύτως κατανοητό κι έναν απολύτως… ακατανόητο. Διότι μπορεί η ένταξη στην Ευρωζώνη και η αντικατάσταση της δραχμής από το ευρώ στην τσέπη του Έλληνα να αποτέλεσε κομβικό σημείο στη σύγχρονη ιστορία της χώρας, αλλά η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, αν και εντελώς αχρείαστη πρωτοβουλία, έγινε με τρόπο που ωφελήθηκε μόνο η πρωτεύουσα της χώρας, εις βάρος της περιφέρειας, καθώς πόροι και ενέργεια κατευθύνθηκαν μονοσήμαντα.

Κάπως έτσι το μόνο που έμεινε ως μεσομακροπρόθεσμη ελληνική πινελιά στα Βαλκάνια προήλθε από τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες, κυρίως των επιχειρήσεων, που εκ των πραγμάτων έχουν μεμονωμένα αποτελέσματα, τα οποία δικαιολογούνται από τη γεωγραφική γειτνίαση. Και σήμερα ελληνικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στις γειτονικές χώρες, το διμερές εμπόριο με την Ελλάδα υπάρχει, ενώ οι επισκέπτες στη χώρα μας από τις βαλκανικές εξακολουθούν να είναι πολλοί. Η ιστορία και η γεωγραφία στην περιοχή κάνουν ό,τι μπορούν για την Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη, όχι όμως και η πολιτική.     

Με το μεγάλο, λοιπόν, στοίχημα των Βαλκανίων να έχει δια παντός χαθεί για την Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη, αφού άλλες χώρες και δυνάμεις ανέλαβαν να καθοδηγήσουν τις βαλκανικές χώρες, οι οποίες σιγά σιγά βρήκαν τον δρόμο τους -ήδη Βουλγαρία και Ρουμανία είναι πλήρη μέλη της ΕΕ και από την 1η Ιανουαρίου 2026 η Βουλγαρία γίνεται και μέλος της Ευρωζώνης- η προσπάθεια του Κ. Γκιουλέκα για στοχευμένη και σχετικά χαμηλόβαθμη προσέγγιση της Ελλάδας με τις όμορες χώρες, όπως η Βουλγαρία, η Σερβία, η Αλβανία, η Ρουμανία και η Βόρεια Μακεδονία παρουσιάζει ενδιαφέρον για έναν βασικό λόγο. Έχει καλές πιθανότητες να αποφέρει αποτελέσματα, τα οποία αθροιζόμενα και συμποσούμενα να γράψουν ένα καλό -και κυρίως χειροπιαστό και μετρήσιμο- σκορ.

Χθες το απόγευμα ήταν προγραμματισμένη η πρώτη προπαρασκευαστική σύσκεψη του ΥΜΑΘ με τους Περιφερειάρχες της Β. Ελλάδος και θα ακολουθήσουν τα πανεπιστήμια, τα επιμελητήρια και οι επιχειρηματικοί φορείς. Στόχος είναι να αναληφθούν πρωτοβουλίες -επισκέψεις, προσκλήσεις κλπ.- από τις αρχές του επόμενου έτους.

Όπως διδάσκει η εμπειρία, αφού διμερείς επαφές με πενιχρά αποτελέσματα υπάρχουν σε όλα αυτά τα επίπεδα εδώ και δεκαετίες, το σημείο – κλειδί σε αυτό το σχέδιο είναι ενδεχομένως το είδος των πρωτοβουλιών που θα αναληφθούν. Διότι ο κίνδυνος να εξελιχθούν οι εκατέρωθεν επισκέψεις σε… ταξιδάκια αναψυχής χωρίς καμία ουσία και με μόνο αποτέλεσμα την υπογραφή κάποιων MoUs, δηλαδή Μνημονίων Κατανόησης, που θα πρωτοκολληθούν και θα μπουν σε κάποιο συρτάρι είναι υπαρκτός. Έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν, αποδεικνύοντας ότι στα Βαλκάνια οι συζητήσεις για τις συζητήσεις και οι επισκέψεις για τις επισκέψεις αποτελούν ισχυρή κουλτούρα και εμπεδωμένη νοοτροπία.

Το εάν αυτήν τη φορά τα πράγματα εξελιχθούν διαφορετικά, δηλαδή πιο παραγωγικά, εξαρτάται εν πολλοίς από την ελληνική πλευρά, που παίρνει την πρωτοβουλία. Το τι θα ζητήσουμε και τι θα προτείνουμε στην άλλη πλευρά πρέπει να είναι απολύτως ξεκάθαρο, κάτι που σημαίνει σοβαρή προεργασία. Διότι εάν οι πρώτες επαφές αναλωθούν στο να αναζητήσουμε τα πεδία συνεργασίας το παιχνίδι έχει χαθεί. Διότι όλα αυτά τα τελευταία χρόνια επαφές υπάρχουν, άρα οι διερευνήσεις του εδάφους (πρέπει να) έχουν γίνει. Υποτίθεται ότι τώρα θα πραγματοποιηθεί το επόμενο βήμα, με το πρόσθετο πλεονέκτημα της εποπτείας της ελληνικής πολιτείας, η οποία μπορεί να βοηθήσει να ξεπεραστούν κάποια εμπόδια, εάν υπάρξουν.

Διαφορετικά, εάν ξεκινήσουμε για μία ακόμη φορά από το μηδέν δηλαδή, τότε ακόμη και αυτή η οργανωμένη προσπάθεια του ελληνικού κράτους -ο κ. Γκιουλέκας θα επισκεφθεί τις γειτονικές χώρες- να ασκήσει μια κάποιου τύπου ενιαία βαλκανική προσέγγιση, έστω σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής και τοπικού ενδιαφέροντος, θα αποδειχθεί… πουκάμισο αδειανό.