Η αποκάλυψη των συμμοριών που λυμαίνονται επί πολλά χρόνια τα πολεοδομικά ζητήματα στις παράκτιες περιοχές της Χαλκιδικής αποτελεί χωρίς αμφιβολία επιτυχία της Ελληνικής Αστυνομίας. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι δυνατόν να μην επισημάνει κανείς ότι η αποκάλυψη άργησε… μερικές δεκαετίες. Κι αυτό επειδή η Χαλκιδική είναι διαχρονικά η πρωτεύουσα των αυθαιρέτων της χώρας. Όχι μόνο των παράνομα, παράτυπα και χωρίς οικοδομική άδεια κτισμάτων, αλλά και ό,τι άλλο «συμπληρώνει» αυτή την κατάσταση. Από ιδιωτικούς δρόμους που αίφνης θεωρούνται δημόσιοι και επομένως ένα οικόπεδο ή ένα αγροτεμάχιο παύει να είναι… τυφλό, μέχρι ψευδείς βεβαιώσεις για κάποιο δήθεν άρρωστο άτομο τρίτης ηλικίας, που λόγω του χρόνιου χαρακτήρα της ασθένειάς του -για παράδειγμα καρδιοπαθής- μπορεί να ηλεκτροδοτηθεί νόμιμα, για ανθρωπιστικούς λόγους, μια παράνομη κατασκευή. Και από «ειδικευμένους» στις παράνομες κατασκευές εργολάβους με τα συνεργεία τους, μέχρι επίσης… ειδικευμένες μάντρες δομικών υλικών. Τα παραδείγματα της Νέας Καλλικράτειας και της Ποτίδαιας -κυρίως από την πλευρά του Θερμαϊκού Κόλπου- είναι χαρακτηριστικά. Τμήματα των δύο οικισμών έχουν εδώ και δεκαετίες μετατραπεί σε… παραγκουπόλεις βραζιλιάνικου τύπου, προκειμένου να στεγάσουν το όνειρο των καλοκαιρινών διακοπών και των αποδράσεων του σαββατοκύριακου!
Μετά το 2011 και τον επαίσχυντο νόμο περί νομιμοποίησης -ή τακτοποίησης- αυθαιρέτων κτισμάτων, που «κρύφτηκε» πίσω από την κουρτίνα της οικονομικής κρίσης και της χρεοκοπίας της χώρας και «δικαιολογήθηκε» από την ανικανότητα των δημοσίων φορέων να επιβάλουν το νόμο γκρεμίζοντας τα αυθαίρετα, το πρόβλημα μετατέθηκε αλλού. Διότι και η νομιμοποίηση είχε κάποιες προϋποθέσεις, τις οποίες κάποιος αρμόδιος φορέας -και κυρίως οι πολεοδομίες- όφειλαν να πιστοποιήσουν. Με τα γνωστά αποτελέσματα, που έχουν ως κατάληξη αυτές τις ημέρες το Δικαστικό Μέγαρο Πολυγύρου.
Αν δεχτούμε ότι ο πολυτελής βίος και πλουτισμός κάποιων εκ των εμπλεκομένων άνοιξε τα μάτια της αστυνομίας, τότε επιβεβαιώνεται το ρητό που αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο σε κάθε αστυνομική υπόθεση στην Αμερική. «Follow the money». Που σημαίνει ότι η διαδρομή του χρήματος αποκαλύπτει πάντα -ή σχεδόν πάντα- την αλήθεια. Από τα κίνητρα και τις προθέσεις μέχρι τα αποτελέσματα και τους δράστες. Στην περίπτωση της Χαλκιδικής, μιας περιοχής με τόσο εκτεταμένη αυθαίρετη δόμηση που κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν την είχε αντιληφθεί, προστίθεται μία ακόμη παράμετρος πέραν του… χρήματος. Η επαγγελματική και κοινωνική συμπεριφορά όσων ασκούσαν, διευκόλυναν ή έλεγχαν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Κανείς πρόεδρος κοινότητας, όπως ήταν παλαιότερα, κανείς δήμαρχος, αντιδήμαρχος, νομάρχης, αστυνομικός, επαγγελματίας ή οποιασδήποτε ιδιότητας κάτοικος της περιοχής δεν είναι… αθώος του αίματος. Στον βαθμό ευθύνης του ο καθένας είτε συμμετείχε, είτε αξιοποιούσε, είτε εκμεταλλευόταν την κατάσταση. Είτε έκλεινε τα μάτια είτε σιωπούσε για όσα συνέβαιναν. Ασφαλώς συλλογική ευθύνη δεν υπάρχει -ούτε καν στη ναζιστική Γερμανία, ούτε καν στην παλαιστινιακή Λωρίδα της Γάζας-, αλλά όπως επιμένει ένα κοινωνικό αξίωμα «η σιωπή είναι συνενοχή».
Φυσικά όλα αυτά συμβαίνουν -όχι μόνο στη Χαλκιδική, αλλά σε όλη την Ελλάδα- επειδή το ελληνικό κράτος μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να ανταποκριθεί στη βασική του ευθύνη, που είναι η εφαρμογή των νόμων και η τήρηση της νομιμότητας. Διακόσια τόσα χρόνια η οργάνωσή του παραμένει σε πολλές περιπτώσεις επιπέδου νηπιαγωγείου, όπου οι κανόνες που θέτουν οι δασκάλες βρίσκονται πάντα υπό την αίρεση της απρόβλεπτης συμπεριφοράς παιδιών τεσσάρων και πέντε ετών. Βασικό πρόβλημα στον δημόσιο τομέα παραμένει η απουσία συνειδητής επικοινωνίας και συνεργασίας στελεχών και υπηρεσιών. Η διασύνδεση που σήμερα πάει να επιβληθεί στη χώρα μας μέσω της ψηφιακότητας -μακάρι!-, τα τελευταία 50 χρόνια εφαρμόζεται στις ανεπτυγμένες χώρες με βάση τα καθήκοντα και την υπευθυνότητα των συναρμοδίων. Διότι οι κοινωνικοί κανόνες -επομένως και οι νόμοι- θα πρέπει να εφαρμόζονται με διαφάνεια, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που αφορούν το κοινό καλό -επομένως και τον δημόσιο χώρο.
Οι άνθρωποι της αυτοδιοίκησης και των υπηρεσιών που σήμερα απολογούνται στον Πολύγυρο και αν οι κατηγορίες που τους αποδίδονται αποδειχθούν στο δικαστήριο θα βρεθούν βαθιά μέσα στη φυλακή, δεν θα βρίσκονταν σε αυτή τη δύσκολη θέση εάν δεν είχαν την αίσθηση του ακαταδίωκτου, αλλά και ενός πέπλου κοινωνικής σιωπής. Επειδή όλοι λίγο πολύ κάτι ζητούσαν από τον δήμαρχο και τους αντιδημάρχους. Επίσης κάτι θα χρειάζονταν από μια υπηρεσία του δήμου ή της νομαρχίας. Επειδή ο ανιψιός έβγαζε μεροκάματο σε κάποιο από τα… συνεργεία των αυθαιρέτων, ο κουμπάρος πουλούσε τσιμέντο και άμμο ή ο αντιδήμαρχος κερνούσε που και που ένα τσιπουράκι με μεζέ στο καφενείο. Ακόμη χειρότερα: επειδή «τι με νοιάζει εμένα τι γίνεται παραδίπλα – άσε που μπορεί κάποια στιγμή κάτι να επωφεληθώ». Επίσης, ενδεχομένως οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι να μη βρίσκονταν σε αυτή τη θέση εάν στον κοινωνικό τους περίγυρο δεν μετρούσαν υπέρμετρα το μέγεθος του σπιτιού τους, τα κυβικά του αυτοκινήτου τους και ο αριθμός των λουλουδιών που πετούν στην πίστα. Προφανώς η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δεν καλύπτει την προσωπική τους ευθύνη, ούτε τους απαλλάσσει, αλλά καλό είναι να έχουμε συναίσθηση του σκηνικού και της ατμόσφαιρας στην οποία εκτυλίσσεται η υπόθεση.
Τελικά η ανεπάρκεια του κράτους, αποτελεί το έδαφος στο οποίο καλλιεργούνται κοινωνικές νοοτροπίες και αντικοινωνικές συμπεριφορές. Είναι ο λόγος -μιλώντας γενικότερα- που η γκρίζα έως κατάμαυρη οικονομία είναι τόσο διαδεδομένη και διογκωμένη. Είναι ο λόγος που διάφοροι επαγγελματίες διαμαρτύρονται επειδή το κράτος θεωρεί εν έτει 2024 ότι επειδή βρίσκονται πολλά χρόνια στην πιάτσα βγάζουν το ιλιγγιώδες ποσό των 900 ευρώ το μήνα! Και είναι ο λόγος που στην Ελλάδα του 2024 ένας στους πέντε Έλληνες εισπράττει από το κράτος κάποιου τύπου επίδομα, ενώ κάποιοι πιο γραφικοί στήνονται έξω από το σούπερ μάρκετ διαμαρτυρόμενοι για την ακρίβεια -που τα τελευταία χρόνια έχει διογκωθεί- με το επιχείρημα ότι όσα βγάζουν δεν τους αρκούν παρά μόνο για τις πρώτες 19 ημέρες του μήνα!
ΥΓ. Εννοείται ότι στις περιοχές και στις αυθαίρετες παραγκουπόλεις -πρακτικά σε όλες τις όμορφες γωνιές της Ελλάδας- το ενδιαφέρον για το φυσικό και γενικότερο περιβάλλον είναι μηδενικό.