Skip to main content

Πώς καθυστερήσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις υπονομεύουν την ανάπλαση της ΔΕΘ

Οι δύο λόγοι που αυξάνονται οι αμφιβολίες για την τελική επιλογή της ανάπλασης του Διεθνούς Εκθεσιακού Κέντρου Θεσσαλονίκης και ο πυρήνας του προβλήματος

Όσο περνάει ο καιρός τόσο η συζήτηση για το μέλλον της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης -για την ακρίβεια για το Διεθνές Εκθεσιακό Κέντρο Θεσσαλονίκης- εμπλουτίζεται. Παρότι πρόκειται για μια ανάπλαση που σχεδιάζεται από το 2012 από τους ίδιους ανθρώπους και παρά την αίσθηση που κάποια στιγμή δημιουργήθηκε ότι η οριστική και αμετάκλητη απόφαση είναι να παραμείνει η ΔΕΘ στο κέντρο της πόλης, πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν τη μετακόμισή της στα δυτικά, ώστε αφενός να κατασκευαστεί ένα μεγάλο και σύγχρονο εκθεσιακό και συνεδριακό κέντρο και αφετέρου η Θεσσαλονίκη, που στερείται πράσινου, να αποκτήσει στο κέντρο της ένα Μητροπολιτικό Πάρκο εκατοντάδων στρεμμάτων. Παρότι ακόμη μέχρι σήμερα το κυρίαρχο σενάριο είναι η ανάπλαση του υφιστάμενου εκθεσιακού κέντρου και η δημιουργία Μητροπολιτικού Πάρκου 100 στρεμμάτων το πολύ, οι αμφιβολίες για την τελική επιλογή -βρίσκεται σε εξέλιξη και σχετική καμπάνια για διενέργεια δημοψηφίσματος- αυξάνονται διαρκώς για δύο κυρίως λόγους:

Πρώτον, επειδή κάποιοι παράγοντες της Δυτικής Θεσσαλονίκης επιμένουν ότι η ευκαιρία να δημιουργηθεί στην πιο υποβαθμισμένη περιοχή του πολεοδομικού συγκροτήματος ένας αναπτυξιακός πόλος είναι μοναδική. Οι ίδιοι σημειώνουν ότι διαθέσιμος χώρος υπάρχει στη Σίνδο -αν και αυτό είναι συζητήσιμο-, αλλά και ότι μια τυχόν τέτοια απόφαση θα συμπαρασύρει υποχρεωτικά και την υλοποίηση άλλων έργων στην περιοχή που καθυστερούν και κυρίως τον προαστιακό σιδηρόδρομο, ο οποίος θα λειτουργήσει συμπληρωματικά με το μετρό συνδέοντας την περιοχή της Σίνδου με το κέντρο της Θεσσαλονίκης.  

Δεύτερον, λόγω της πρωτοφανούς βραδύτητας με την οποία κινείται το σχέδιο της ανάπλασης. Μια πολύχρονη καθυστέρηση, που οφείλεται όχι μόνο στην γραφειοκρατία, αλλά και στην προφανή διστακτικότητα στο ανώτερο πεδίο των αποφάσεων, κυρίως λόγω του υψηλού κόστους και του χρηματοδοτικού σχήματος, στο οποίο το κράτος θα συμμετέχει ενεργά. Σε κάθε περίπτωση ένα πρότζεκτ που δεν προωθείται με ικανοποιητικούς ρυθμούς και η σημασία του κινδυνεύει να απομειωθεί στο βάθος του χρόνου, είναι ευάλωτο στην κριτική και στην αμφισβήτηση. Η δυσκολία χρηματοδότησής του είναι δεδομένη, καθώς το κόστος αυξάνεται λόγω των καθυστερήσεων, ενώ το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν μπορεί να ξεπεραστεί με… κορόνες ενότητας. Ειδικά όταν καλείται ο ιδιωτικός τομέας να τοποθετήσει σημαντικά ποσά, ενώ υπάρχουν και παράγοντες της αγοράς του κέντρου της Θεσσαλονίκης που δεν βλέπουν με καλό μάτι τη δημιουργία ενός ακόμη ανταγωνιστικού σε κάποιες δραστηριότητες πόλου και μάλιστα με τις πλάτες του κράτους.

Όλα αυτά που ίσως ξεπεραστούν -ή αντίθετα παραμείνουν εμπόδια- το επόμενο διάστημα τροφοδοτούν πολιτική αντιπαράθεση, κάτι εξίσου επικίνδυνο για ένα έργο που στην ουσία βρίσκεται ακόμη στα χαρτιά. Διότι μπορεί η διοίκηση της ΔΕΘ – Helexpo που προωθεί την ανάπλαση να είναι επί της ουσίας υπερκομματική -τοποθετήθηκε επί Γ. Παπανδρέου στις αρχές της δεκαετίας του 2010 και έκτοτε παραμένει με όλες τις κυβερνήσεις-, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι, αφενός και στη Δυτική Θεσσαλονίκη υπάρχουν ισχυροί παράγοντες της Νέας Δημοκρατίας, ιδιαίτερα στην αυτοδιοίκηση, ενώ αφετέρου -σε ό,τι αφορά την αντιπολίτευση- το μεν ΠΑΣΟΚ εσχάτως… «γέρνει» προς τα δυτικά, ενώ στον ΣΥΡΙΖΑ η εποχή Τσίπρα, ο οποίος ως πρωθυπουργός υποστήριζε τουλάχιστον θεωρητικά την ανάπλαση, έχει παρέλθει. Και άλλωστε ο σημερινός πρόεδρος του κόμματος προέρχεται πολιτικά από τη Β΄  Θεσσαλονίκης.

Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα συζητούσαμε σήμερα εάν μια δουλειά αρχικά 120 εκατ. ευρώ, δεν καθυστερούσε επί 13 χρόνια -και που είσαι ακόμα-, ενώ το κόστος έχει φτάσει λόγω διαφόρων εξελίξεων στα 300 με 350 εκατ. ευρώ. Διότι οι καθυστερήσεις και οι αναβολές συχνά έχουν τέτοιες συνέπειες. Ο πυρήνας του προβλήματος ενδεχομένως να βρίσκεται στο ότι στην πραγματικότητα κανείς από τους εμπλεκόμενους φορείς του δημοσίου, δηλαδή η κυβέρνηση, και του ιδιωτικού τομέα δεν πιστεύουν στην οικονομική αξία της εκθεσιακής δραστηριότητας στη Θεσσαλονίκη. Κάτι που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η αναζήτηση ιδιωτικών κεφαλαίων που θα αξιοποιηθούν στην ανάπλαση της ΔΕΘ έχει ως αντιπαροχή το ξενοδοχείο και τους γραφειακούς χώρους και όχι τα περίπτερα και την εκθεσιακή δραστηριότητα, η οποία ενώ ανθεί στην Αθήνα στη Θεσσαλονίκη βρίσκεται περίπου στα αζήτητα. Ο ιδιωτικός τομέας, δηλαδή, αντιμετωπίζει την ανάπλαση της ΔΕΘ ως ένα real estate project, που ναι μεν έχει ενδιαφέρον, αλλά απέχει από την αίσθηση μιας συνολικότερης αναπτυξιακής παρέμβασης στη Θεσσαλονίκη. Εάν δίπλα σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και τη γοητεία που μπορεί να ασκεί στην τοπική αυτοδιοίκηση η δυνατότητα δημιουργίας Μητροπολιτικού Πάρκου, που θα συμβάλλει στην κάλυψη του ελλείμματος πρασίνου στο κέντρο της πόλης, αλλά και θα παραδοθεί στους πολίτες περίπου ως μια δεύτερη Νέα Παραλία, αντιλαμβάνεται τους λόγους που οι αρνητές της ανάπλασης επιμένουν και τροφοδοτούν υπόγειες διεργασίες. Μέχρι τον Σεπτέμβριο και την παρουσία του πρωθυπουργού στα εγκαίνια της 89ης ΔΕΘ το θέμα θα έχει ξεκαθαρίσει. Ή μήπως όχι;    

ΥΓ. Η δημόσια αντιπαράθεση γύρω από την ανάπλαση της ΔΕΘ -και μάλιστα μέσω των κοινωνικών δικτύων-, ιδιαίτερα όταν σε αυτήν εμπλέκονται θεσμικοί φορείς και παράγοντες προφανώς δεν βοηθάει την υπόθεση. Αντίθετα, ενισχύει την άποψη ότι κάτι συμβαίνει. Ή ότι οι υπόγειες κόντρες υπάρχουν, είναι σκληρές και μεγεθύνονται.