Η μεγάλη επιχειρηματική είδηση της εβδομάδας, πιθανόν και του έτους, είναι η συγχώνευση των δραστηριοτήτων στο πεδίο της παραγωγής και της διανομής ηλεκτρικού ρεύματος των ομίλων Motor Oil και ΓΕΚ – ΤΕΡΝΑ. Και αν τους στόχους αυτής της κίνησης καλούνται να εξηγήσουν οι ίδιοι οι επιχειρηματίες, ενώ για τις συνέπειες στην αγορά οι εκτιμήσεις ανήκουν στους ειδικούς, το τρίτο στοιχείο που αναδεικνύεται πίσω από τις γραμμές των ανακοινώσεων -ίσως και μπροστά- είναι η έννοια της επιχειρηματικής συνεργασίας. Που τελικά συνδέεται απευθείας με την έννοια του επιχειρηματικού μεγέθους, το οποίο από την πλευρά του παίζει καθοριστικό ρόλο σε κάθε αγορά, αφού επηρεάζει ακόμη και τα μεγαλύτερα σχήματα, που στην προκειμένη περίπτωση είναι υγιή και εύρωστα οικονομικά.
Στον αντίποδα αυτής της εικόνας και του συγκεκριμένου παραδείγματος υπάρχει το περίπου ένα εκατομμύριο μικρών και μικρομεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων, με τζίρο από μερικές χιλιάδες ευρώ μέχρι δέκα εκατομμύρια, οι οποίες εδώ και δεκαετίες «γυρίζουν την πλάτη» στις προκλήσεις για αύξηση του μεγέθους τους μέσω συνεργασιών, εξαγωγών και συγχωνεύσεων. Παρά τα κατά καιρούς φορολογικά και άλλα κίνητρα της πολιτείας, που δεν κατάφεραν να κινητοποιήσουν το σύστημα.
Κατακερματισμένο τοπίο
Ως αποτέλεσμα στη χώρα μας υπάρχει ένα κατακερματισμένο επιχειρηματικό τοπίο, που καθορίζει τον χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας και συμβάλλει στο να παραμένει η χώρα οικονομικά υποβαθμισμένη, καθώς δημιουργεί μια σειρά από προβλήματα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται τα ακόλουθα:
Πρώτον, υπάρχει πολυδιάσπαση δυνάμεων, που δεν επιτρέπει την ορθολογική προσέγγιση των στόχων. Όταν ένας επιχειρηματίας ασχολείται διαρκώς με την καθημερινή επιβίωση της επιχείρησης, που σχεδόν πάντα ταυτίζεται απόλυτα με τον εαυτό του, δεν έχει ούτε τον χρόνο, ούτε την υπομονή, ούτε το καθαρό μυαλό να σκεφτεί την εξέλιξή της. Γι’ αυτό οι αναπτυξιακές πρωτοβουλίες λαμβάνονται συνήθως at hoc, αν όχι βιαστικά. Βάση αυτών των αποφάσεων είναι συνηθέστατα οι επιδοτήσεις των ευρωπαϊκών και εθνικών προγραμμάτων και όχι ένας μεσο-μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και προγραμματισμός.
Δεύτερον, ο καθημερινός αγώνας επιβίωσης πολλών επιχειρήσεων οδηγεί στη δημιουργία συνθηκών αθέμιτου ανταγωνισμού στην αγορά. Πολλοί σε έναν κλάδο, προκειμένου να επιβιώσουν, «υποχρεώνονται» να κλέψουν το κράτος, δηλαδή το κοινωνικό σύνολο, δια της φοροδιαφυγής. Να… ξεγελάσουν τον πελάτη, δια της εις βάρος του επιδείνωσης της σχέσης κόστους – οφέλους στα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσφέρουν. Επίσης, συχνά εκμεταλλεύονται τον εργαζόμενο, μη αναγνωρίζοντας πλήρη ωράρια, υπερεργασία και υπερωρίες.
Όλα αυτά, που αποτελούν καθημερινό φαινόμενο στην πιάτσα, δεν γίνονται σώνει και καλά από στρατηγικά προσχεδιασμένη σκοπιμότητα, αλλά αρχικά από ανάγκη, που στην πορεία εξελίσσεται σε τρόπο δουλειάς. Στον αντίποδα υπάρχουν -και θα υπάρχουν πάντα- οι τυπικοί κάθε κλάδου, οι οποίοι τηρούν πλήρως τη νομιμότητα και τελικά είναι αυτοί που… στριμώχνονται στη γωνία. Ανταγωνίζονται υπό εξόχως δυσμενείς συνθήκες και ποτέ δεν απολαμβάνουν του ηθικού πλεονεκτήματος το οποίο διαθέτουν.
Τρίτον, η δυσκολία στη χρηματοδότηση και το αυξημένο κόστος του χρήματος δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες ρευστότητας, που σε πολλές περιπτώσεις είναι αξεπέραστες. Δεδομένου ότι οι τράπεζες αφενός είναι επιχειρήσεις, που επιδιώκουν κέρδη και ασφάλεια στις συναλλαγές τους, ενώ αφετέρου διαχειρίζονται τα χρήματα των καταθετών τους και γι’ αυτό λειτουργούν υπό αυστηρό ελεγκτικό πλαίσιο, η πλειοψηφία των μικρών και μικρομεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων είτε είναι αποκλεισμένες από το τραπεζικό σύστημα, είτε αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες. Σε κάθε περίπτωση οι συνέπειες είναι αρνητικές τόσο στην παραγωγικότητα, όσο και στην ανταγωνιστικότητά τους.
Όλα αυτά μαζί -και ακόμη περισσότερα- οφείλονται στο μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, που οριοθετεί περιορισμένες δυνατότητες, με αποτέλεσμα να εγείρονται ερωτηματικά βιωσιμότητας. Ταυτόχρονα συνθέτουν ένα προβληματικό περιβάλλον, στο οποίο οι δυσκολίες ανακυκλώνονται. Ένα περιβάλλον που δεν ευνοεί την ανάπτυξη της παραγωγικότητας και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Πολύ περισσότερο δεν ευνοεί την καλλιέργεια της καινοτομίας και της εξωστρέφειας, που στον 21ο αιώνα είναι καθοριστικοί παράγοντες στο επιχειρείν. Το μόνο που συμβαίνει είναι η εμπέδωση μιας μίζερης κουλτούρας επιβίωσης, που στην ουσία αντικατοπτρίζει μια επιχειρηματικότητα της ανάγκης. Επειδή κάποιος δεν μπορεί να βρει μια εξαρτημένη εργασία που να του ταιριάζει και να τον ικανοποιεί γίνεται επαγγελματίας ή επιχειρηματίας, χωρίς πολλές φορές να έχει ούτε τα προσόντα, ούτε τις δεξιότητες, ούτε το όραμα.
Αδύναμες προοπτικές
Στην πρόσφατη ημερίδα της Voria.gr, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων – ΣΕΒΕ Σίμος Διαμαντίδης πιστοποίησε δύο πράγματα:
Ότι το 80% των εξαγωγών της χώρας κάνουν λίγες μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των μικρομεσαίων περιορίζονται στην εσωτερική αγορά, και ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν έχουν κουλτούρα συνεργασιών. Πρόκειται για παραδοχές που στο βαθμό που ισχύουν -και ισχύουν απολύτως- δεν προοιωνίζουν τα καλύτερα ούτε για την ελληνική οικονομία, που είναι και θα παραμείνει εισαγωγική, ούτε για το αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας, που εξακολουθεί να εξαρτάται σε υπερβολικό βαθμό από την κατανάλωση. Κάτι που σημαίνει πως οι μικροί και οι μεσαίοι του επιχειρείν έχουν ενώπιον τους αδύναμες προοπτικές, αφού είναι σαφές ότι η πραγματικότητα πάντα επιβάλλει στις εξελίξεις τον δικό της νόμο. Συνήθως όποιος συντονίζεται μαζί της -δηλαδή όποιος προσαρμόζεται στην πραγματικότητα- έχει καλές πιθανότητες, ενώ όποιος την αγνοεί αλλοίμονό του. Βέβαια στην Ελλάδα βρισκόμαστε, όπου ως γνωστόν (κάποιοι επιμένουν ότι) ισχύει το ρητό: «Εάν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί μαζί μας τόσο χειρότερα για την πραγματικότητα»!
ΥΓ1. Στο περιθώριο της επικαιρότητας, εκεί που τα ζητήματα αναλύονται σοβαρά μακριά από μικρόφωνα και κάμερες, εκεί όπου λαμβάνονται οι στρατηγικές αποφάσεις, η συζήτηση για την ελληνική οικονομία και αγορά κινείται ανάμεσα στο δίπολο της διεθνοποίησης ή (και) των εθνικών πρωταθλητών. Κάθε άποψη έχει τα υπέρ και τα κατά της, αλλά και στις δύο περιπτώσεις το μέγεθος της επιχειρηματικής μονάδας παίζει πρωτεύοντα ρόλο, εάν -λέμε τώρα- η Ελλάδα θέλει επί της ουσίας να συγκλίνει με τα ανεπτυγμένα κράτη της Ευρώπης και του κόσμου.
ΥΓ2. Μιλώντας για οικονομία, αγορά και επιχειρείν κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει το ρόλο ενός συγκεντρωτικού, δυσκίνητου και γραφειοκρατικού δημόσιου τομέα, ο οποίος εκσυγχρονίζεται με αργούς, βασανιστικούς κι ανεπαρκείς ρυθμούς. Αλλά αυτή η αλήθεια δεν μπορεί να αποτελεί μονίμως τη δικαιολογία -τον φερετζέ που λέει ο λαός- για τις σημαντικές και δομικές αδυναμίες του ιδιωτικού τομέα.
ΥΓ3. Κάποιοι στο παρελθόν -κατά τεκμήριο σοβαροί άνθρωποι- έχουν αναρωτηθεί εάν σε μια οικονομία, στην οποία το 50% του ΑΕΠ, δηλαδή του πλούτου, παράγει ο -με την ευρεία έννοια δημόσιος- τομέας, στον οποίο οφείλεται το ένα από τα δύο ευρώ που πέφτουν στην αγορά, μπορεί να υπάρχει ιδιωτικός τομέας. Μόνο που αυτή είναι άλλη, πολύ μεγάλη, συζήτηση.