Δεν μας φταίει η κακιά η μοίρα, δεν μας φταίει η κλιματική κρίση, δεν μας φταίει η διαχρονική αδιαφορία για τα συμφέροντα, δεν μας φταίει ο ελλιπής συντονισμός, δεν μας φταίνε πολλά δεδομένα και μας φταίνε όλα αυτά και δεκάδες άλλα, όμως η όποια επιμέρους λύση πολύ απλά δεν συνιστά λύση.
Πυρκαγιές 2023. Άλλος ένας εφιάλτης που επέστρεψε. Αναμενόμενος όσο η κατανάλωση νερού κάθε μέρα. Να σηκώσουμε τα χέρια ψηλά κι απλώς να γεμίζουμε ήρωες, δάκρυα και στάχτες;
Να αποδεχτούμε μοιρολατρικά ότι ζούμε σε έναν τόπο που οι πυρκαγιές θα εντείνονται διαρκώς μέχρι να εξαφανιστεί κάθε δασική έκταση και κάθε δάσος και να έχουμε δικαιολογίες για τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και περιουσίες;
Ρητορικές οι ερωτήσεις. Και τι να κάνουμε; Το ξέρουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε. Παραδόξως έχουμε και μεγάλη συμφωνία ως προς αυτό που πρέπει να κάνουμε. Αλλά δεν το κάνουμε.
Η κουβέντα για τις φωτιές διαρκεί δεκαετίες τώρα στη χώρα μας. Φωτιές είχαμε, έχουμε και θα έχουμε. Το θέμα είναι αν έχουμε προετοιμαστεί καταλλήλως για να ανταποκριθούμε ως Πολιτεία και κοινωνία σε αυτή τη δυσάρεστη συνθήκη. Η απάντηση είναι απλή και σκληρή: Όχι.
Θα προσπαθήσω να δώσω με απλοϊκό τρόπο τι δεν γίνεται, προκειμένου να έχουμε ελπίδα να πάμε προς τη λύση του ζητήματος. Όπου λύση είναι η καλύτερη πρόληψη και προετοιμασία και στη συνέχεια η καλύτερη αντιμετώπιση, ώστε να περιορίσουμε τις ετήσιες ζημιές και απώλειες από τις πυρκαγιές, οι οποίες επαναλαμβάνω ότι θα συνεχιστούν, ίσως και με περισσότερη ένταση και συχνότητα. Το δείχνουν εξάλλου τα στοιχεία. Οι πυρκαγιές είναι πολλαπλάσιες σε σχέση με τους μέσους όρους προηγούμενων δεκαετιών (ακόμη κι από εκείνη την περίοδο που ό,τι καιγόταν χτιζόταν) και οι καμένες εκτάσεις μεγαλύτερες από ποτέ. Άρα, πέρα από την επιδείνωση λόγω κλιματικής κρίσης, κάτι κάνουμε λάθος σε όλα τα επίπεδα. Διότι την επιδείνωση των καιρικών φαινομένων αντισταθμίζει ο καλύτερος εξοπλισμός των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, η ενίσχυσή τους με προσωπικό και μέσα, η πολιτική βούληση για την αντιμετώπιση των φαινομένων και γεγονότων, ο εμπλουτισμός των γνώσεων, η καλύτερη προετοιμασία κτλ. Ναι, όλα γίνονται και μάλιστα από όλους (σε επίπεδο προθέσεων και προσπαθειών – ενεργειών), αλλά καταλήγουν αναποτελεσματικά.
Επιστήμονας δεν είμαι, αλλά έχω μπροστά μου τα δεδομένα δεκαετιών. Και αν το αποτέλεσμα είναι αυτό που μετράει, τότε τα δεδομένα οδηγούν σε ένα αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα: Αποτύχαμε.
Πάμε πίσω δυόμιση δεκαετίες. Τότε που ως υπουργός Γεωργίας, ο Στέφανος Τζουμάκας, προτείνει στον πρωθυπουργό, Κώστα Σημίτη, να δώσει τη δασοπυρόσβεση στην Πυροσβεστική αντί στη Δασική Υπηρεσία, που είχε την ευθύνη. Λάθος ή σωστό ήταν μια απόφαση, η οποία έμελλε να σημαδέψει τον τόπο. Η απόφαση δεν ελήφθη για μικροπολιτικούς λόγους. Οι πυρκαγιές στις δεκαετίες του 1980 και 1990 ήταν μείζον θέμα και η αντιμετώπισή τους ανεπαρκής. Έπρεπε κάτι να αλλάξει. Και άλλαξε. Δυόμιση δεκαετίες μετά και με την εξέλιξη που είχαμε δεν είναι κακό να παραδεχτούμε ότι η απόφαση εκείνη δεν μας οδήγησε εκεί που θέλαμε. Όσο μάλιστα δεν αποδεχόμαστε το λάθος και δεν το διορθώνουμε, τόσο η κατάσταση θα επιδεινώνεται.
Γνωρίζω ότι η θέση μου αυτή θα βρει τους δασικούς να την επικροτούν και τους πυροσβέστες να την αποδοκιμάζουν. Διαβάζω κι εγώ το διαρκές ντιμπέιτ από τότε μέχρι σήμερα και ακούω τα επιχειρήματα και των δυο πλευρών. Παίρνω θέση, με βάση το αποτέλεσμα και τα γεγονότα. Άλλωστε, αν ήθελα να γίνω αφοριστικός, οι πυρκαγιές ενδείκνυνται για τέτοια σπορ, που μπορεί από ένα πληκτρολόγιο να τα παίξει ο καθένας με επιτυχία. Δεν είναι σκοπός μου αυτός. Όπως δεν είναι σκοπός μου να συνεχίσω το άστοχο, αδιέξοδο και αποπροσανατολιστικό ντιμπέιτ. Δεν πρέπει κανένας να πέφτει σε αυτή τη λούμπα. Πυροσβεστική και Δασική Υπηρεσία χέρι χέρι δίνουν αυτή τη μάχη στο πεδίο. Οπότε οι κόντρες είναι για κλάματα.
Θα το πω πολύ απλά. Οι δασικοί έχουν την επιστημονική κατάρτιση για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις. Τα στελέχη της Πυροσβεστικής έχουν την επιστημονική κατάρτιση, την εμπειρία και τη γνώση για την αντιμετώπιση της φωτιάς, αλλά πρωτίστως στον αστικό ιστό, στα όρια των δασών κι όχι μέσα στο πυκνό δάσος. Με τη μεταφορά του συνόλου της αρμοδιότητας στην Πυροσβεστική καταφέραμε και να μην έχουμε καλή αντιμετώπιση εντός των δασικών εκτάσεων και δασών, ειδικά στην πρόληψη, και ταυτόχρονα να αποδυναμώσουμε τη θωράκιση του δομημένου περιβάλλοντος. Έτσι καταλήγω στο συμπέρασμα ότι κάναμε (όχι έκαναν) λάθος.
Ενάμιση αιώνα πείρα στη δασοπυρόσβεση είχαν οι δασικοί. Αυτή χάθηκε. Η Πυροσβεστική που επικουρούσε τους δασικούς με πολύ ουσιαστικό τρόπο στο δικό τους βιλαέτι (δεν έμπαινε μέσα), το δάσος, βρέθηκε με το πάγιο αίτημά της ικανοποιημένο. Ακόμη όμως αδυνατεί να μπει μέσα στο δάσος για κατάσβεση. Επειδή δεν το ξέρει και δεν έχει την τεχνογνωσία που είχαν κάποτε οι δασικοί για να πραγματοποιήσουν την εντός του δάσους δέουσα προετοιμασία για την αποτροπή ανάφλεξης, αλλά και την πρώτη ανάσχεση.
Το λάθος για μένα είναι προφανές. Όχι τώρα. Εδώ και 15 χρόνια. Θέτω αυτό το ορόσημο (2007), διότι τότε είχαμε πολλούς νεκρούς από φωτιές και κοντά στα 3 εκατομμύρια καμένα στρέμματα. Τότε κινητοποιήθηκε η Βουλή. Συστάθηκε μια πολυμελής επιτροπή (39 άτομα), αναλύθηκαν τα πάντα, έγιναν προτάσεις, δεν εφαρμόστηκαν. Πρόεδρος της επιτροπής τότε ο νυν πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης. Οδηγηθήκαμε αργότερα στο Μάτι. Νέες επιτροπές και ένα πολύτιμο πόρισμα, το περίφημο πόρισμα Γκολντάμερ, αλλά να που είμαστε στο 2023 και τίποτα δεν άλλαξε.
Οι προτάσεις είναι δεδομένες για να βελτιωθεί ουσιαστικά η κατάσταση. Εφόσον επιμένουμε στα λάθη μας διαχρονικά θα έχουμε τα ίδια και τα ίδια κάθε χρόνο. Και τώρα τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα. Η επαναφορά της αρμοδιότητας της δασοπυρόσβεσης στη Δασική Υπηρεσία δεν είναι καν εφικτή, ούτε λογική. Διότι μέσα σε 25 χρόνια οι δασικές υπηρεσίες έχουν αποδυναμωθεί, η όποια εμπειρία χάθηκε μαζί με τους συνταξιούχους και η απλή λύση προ δεκαετίας και βάλε δεν είναι καν λύση πια.
Τώρα ό,τι πρέπει να γίνει είναι δύσκολο. Αλλά αναγκαίο. Πρέπει να γίνει η προσπάθεια και να αλλάξουν τα πράγματα. Η πορεία που χαράξαμε νομοτελειακά οδηγεί σε μια νέα καταστροφή, σε μια νέα εθνική τραγωδία. Δεν θα δώσω εγώ τη λύση. Οι πολιτικοί, οι επιστήμονες, οι υπηρεσιακοί, η Αυτοδιοίκηση, η κυβέρνηση και ο ίδιος ο σημερινός πρωθυπουργός προσωπικά, έχουν απόλυτη και επαρκή γνώση του προβλήματος. Αν δεν κάνουν το επόμενο βήμα, αν δεν παραδεχτούν τα δομικά λάθη, ώστε να τα διορθώσουν, αν συνεχίσουν να εμμένουν σε ένα μοντέλο εμφανώς αποτυχημένο ή έστω αναποτελεσματικό στη χώρα μας, τότε κάθε χρόνο θα θρηνούμε απώλειες.
Ένας νέος φορέας θα ήταν λύση; Πιθανώς ναι, πιθανώς όχι. Η διαχείριση των δασών όμως είναι ένα επιστημονικό καθήκον, που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις και συγκεκριμένες αποφάσεις. Επιμένω σε αυτό, διότι είναι η εστία των μεγάλων πυρκαγιών. Εκεί δηλαδή που πρέπει να παρέμβουμε για να μην μας έρθει το πύρινο κύμα μαινόμενο σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με όσα μέσα κι αν διαθέτουμε, με όση αυτοθυσία και αυταπάρνηση κι αν λειτουργήσουν οι πυροσβεστικές δυνάμεις μας, που έχουν αποδείξει και τον ηρωισμό και την υπεράνθρωπη αίσθηση καθήκοντος που διαθέτουν, αξίζοντας τον σεβασμό όλων μας.
Ανατρέχω στη φράση του καθηγητή δασολόγου, Σπύρου Ντάφη, που μας την άφησε παρακαταθήκη και τα λέει όλα: Τη φωτιά στην αρχή τη σβήνεις με ένα ποτήρι νερό. Αν αργήσεις το πιθανότερο είναι να ηττηθείς.
Το πρόβλημα είναι δομικό. Είναι ένα πρόβλημα που φαντάζει δυσεπίλυτο και είναι, αλλά προτάσεις υπάρχουν, λύσεις υπάρχουν για να βελτιωθεί η κατάσταση. Μια ενιαία αρχή που θα συντονίζει και θα επενδύσει στην πρόληψη, με την κατάλληλη διοίκηση και επιστημονική επάρκεια και με συγκεκριμένο σχέδιο προετοιμασίας και αντιμετώπισης, με έλεγχο και ορθολογική διαχείριση των δυνάμεων αντιμετώπισης της πυρκαγιάς, αποτελεί άμεση προτεραιότητα. Οι στρεβλώσεις στο σημερινό σύστημα είναι πανθομολογούμενες. Ώρα να αλλάξει.