Ξερά, στεγνά και χωρίς φίλτρα οι αριθμοί μάς φανερώνουν, αν όχι πάντα, τις περισσότερες φορές όμως την αλήθεια. Αυτό δηλ. που συζητάμε στην καθημερινότητά μας έρχονται τα δεδομένα, οι αριθμοί να το πιστοποιήσουν με τον πλέον ευδιάκριτο τρόπο. Έτσι έγινε και στη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας, όταν έφερε στο φως τη μελέτη του για τα ενοίκια το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), μια μελέτη η οποία πάτησε πάνω σε πρόσφατα δεδομένα της Eurostat.
Το δυσβάσταχτο ενοικιοστάσιο στην Ελλάδα, το οποίο υπομένει σημαντικό μέρος των πολιτών της, κατατάσσεται, αρνητικά δυστυχώς, στις πρώτες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού μόνον η Κροατία μάς προσπερνά σε ό,τι αφορά τις αυξήσεις στα ενοίκια. Οι αριθμοί -που λέγαμε- μας αποκαλύπτουν ότι μόνο το 2025 τα ενοίκια είχαν μια αλματώδη άνοδο της τάξεως του 10,1%. Κι εάν εξετάσουμε αθροιστικά τα δεδομένα, θα διαπιστώσουμε πως την τελευταία τριετία έχουμε να κάνουμε με μια αύξηση στα μισθώματα που αγγίζει το 40%. Άρα, πολύ καθαρά, δεν χρειάζεται να είναι κανείς διάνοια για να καταλάβει πόσο οξυμμένο είναι το στεγαστικό πρόβλημα στη χώρα μας.
Τα στοιχεία όμως της μελέτης του ΚΕΦΙΜ, με οδηγό πάντα τη Eurostat, μας αποκαλύπτουν και τη διαδρομή που έχει ακολουθήσει η αγορά των ακινήτων στη χώρα μας , αφού όπως διαπιστώνεται, οι αποκλίσεις από τον μέσο όρο της Ευρώπης είναι σημαντικές.
Τα ενοίκια στην Ελλάδα τα τελευταία 25 χρόνια είναι ενδεικτικά μιας πορείας γεμάτης αστάθειες: στα χρόνια 2000-2011, τα ενοίκια εκτινάχθηκαν πάνω από 50%, αποτυπώνοντας από τη μια την οικονομική άνθηση της εποχής και από την άλλη το πόσο εύκολα μπορούσε κανείς να οδηγηθεί στον δανεισμό. Στη συνέχεια και με την ταφόπλακα της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, το σκηνικό άλλαξε εντελώς: στα χρόνια από το 2011 - 2018 τα ενοίκια έκαναν βουτιά κοντά στο 26%, αφού όπως θυμόμαστε όλοι πολύ καλά, η ανεργία εκτοξεύθηκε και τα εισοδήματα… εξαερώθηκαν. Μετά, διανύσαμε -πάντα σε σχέση με τα ενοίκια- ένα διάστημα με χαρακτηριστικά στασιμότητας μέχρι το 2021 κι από το 2022 και εξής σημειώθηκε μια εξαιρετικά έντονα ανοδική πορεία, που έφερε τα ενοίκια μετά από μια τρελή κούρσα στο 2025 σε επίπεδα τόσο ψηλά που προσπέρασαν ακόμη και τα δεδομένα του 2010!
Παράλληλα, και σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, φαίνεται πως η εγχώρια αγορά ακινήτων γνωρίζει την ίδια ευρύτερη περίοδο ακόμη μεγαλύτερες διακυμάνσεις: στα χρόνια 2000-2008 σχεδόν διπλασιάστηκαν οι τιμές, μετά έκαναν μια βαθιά βουτιά που κράτησε έως το 2017 κι από τότε μέχρι και πέρυσι, το 2025, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα (στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, δηλ. τις δύο πόλεις που αθροιστικά ξεπερνούν τα 6,5 εκατομμύρια κατοίκους), οι τιμές στην αγορά ακινήτων γνώρισαν αυξήσεις που αγγίζουν το 86%, προσπερνώντας με μεγάλες ταχύτητες ακόμη και τα δεδομένα της προ κρίσης εποχής.
Από την πανευρωπαϊκή έρευνα του European Housing Trend Report, που πραγματοποίησε το κτηματομεσιτικό δίκτυο REMAX Ευρώπης, για το 2025 προκύπτει πως περίπου ένας στους τρεις Έλληνες δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στο κόστος της τωρινής του κατοικίας, έναντι 17% στο σύνολο των Ευρωπαίων. Επίσης, το 34% των Ελλήνων αντιμετωπίζει δυσκολίες με τους λογαριασμούς ενέργειας, όταν στην Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό είναι 16% και, το σημαντικότερο, ένας στους δέκα (11%) ξοδεύει πάνω από το 50% του εισοδήματός του σε στέγαση και λογαριασμούς, κάτι που επηρεάζει αρνητικά τα επίπεδα στεγαστικής ικανοποίησης. Ένα επιπλέον στοιχείο από τα δεδομένα της Eurostat για την τελευταία και πάλι 25ετία μάς αποκαλύπτει ακόμη μια ιδιαίτερη πτυχή στην αγορά ακινήτων: το ποσοστό της ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα μειώνεται, υποχωρώντας κάτω από το 70% το 2024, από τα επίπεδα άνω του 75% το 2019 και 84,6% το 2005!
Επίσης, πανευρωπαϊκά φαίνεται πως, κοντά σε όλα αυτά, η συγκατοίκηση δείχνει αυξητική τάση και προφανώς στις μεγάλες πόλεις, με τη Eurostat να μας αποκαλύπτει πως το ποσοστό των νέων ηλικίας 25-34 που ζουν με άλλους, είτε με γονείς είτε με συγκατοίκους, παραμένει υψηλό ειδικά στον ευρωπαϊκό Νότο, δηλ. και στην Ελλάδα. Το παράδοξο που καταγράφεται είναι το εξής: ενώ η συγκατοίκηση ξεκίνησε από τη γενιά Gen Z και τους Μillennials, φαίνεται πως σταδιακά υιοθετείται και από πολλά άτομα που έχουν περάσει το 35ο έτος της ηλικίας τους.
Φιλτράροντας όλα αυτά τα δεδομένα των ερευνών γίνεται κατανοητό πόσο δύσκολη γίνεται μέρα με την ημέρα η καθημερινότητα ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων, ειδικά των 25άρηδων, των 30άρηδων και των 35άρηδων. Για σκεφτείτε λίγο πόσες πολλές περισσότερες δεξιότητες έχουν, πόσο πολύ περισσότερο μορφωμένοι είναι και τι μισθούς παίρνουν παρόλα αυτά, πόσο πιο ορεξάτοι για ζωή είναι κι αυτή τους ξεπληρώνει με άγχη του τύπου «μείνε με τους γονείς σου», «βρες κάποιον να συγκατοικήσεις», «διασκέδασε λιγότερο», «ψώνισε τα απαραίτητα», «μείνε σε ένα ανακαινισμένο ισόγειο-πρώην κατάστημα με κάγκελα στο παράθυρο» για τον εξής πολύ απλό λόγο: δεν βγαίνεις οικονομικά…
Το να παλεύει όμως ένας νέος απλώς για να μπορέσει να πληρώσει το ενοίκιό του δεν είναι κάτι που πρέπει να το προσπεράσουμε σαν κοινωνία. Είναι ένας αγώνας άνισος που δεν κερδίζεται στα σημεία, ο νέος βγαίνει εκτός του τερέν της δημιουργικότητας, της συμμετοχής στα κοινά, της πραγματικής ζωής γενικότερα. Κι αυτό είναι αφενός σκληρό, αφετέρου είναι διαβατήριο για μια εξασφαλισμένη θέση στο περιθώριο, στην «απ’ έξω» με απίστευτες προεκτάσεις. Μια από αυτές είναι και η αποχή στις εθνικές εκλογές. Η περιθωριοποίηση και τα αδιέξοδα της νεολαίας ενίοτε οδηγούν και σε… πολιτική αστεγία!