Μόλις ζέσταινε λίγο ο καιρός, εκεί στα τέλη Απρίλη με αρχές Μαΐου, δύο πετσέτες στην τσάντα, μαγιό και βουρ για τη Χαλκιδική. Τα πρώτα χρόνια με τα ΚΤΕΛ, ακόμη και όρθιοι, μετά με τις μηχανές και σταδιακά με τα αυτοκίνητα. Κι όταν λέμε Χαλκιδική, εννοούμε τα δύο πρώτα πόδια, γιατί με το Άγιον Όρος είχαμε άλλο ταξιδιωτικό πρωτόκολλο. Αυτό συνέβαινε και συμβαίνει για πάνω από 40 χρόνια. Και κάθε φορά συναντούσαμε και μια άλλη Χαλκιδική. Όσο μεγαλώναμε κι αλλάζαμε εμείς, άλλο τόσο μεγάλωνε, χτιζόταν αυτή. Γινόταν εν ολίγοις αγνώριστη. Αλλά οι θάλασσες ήταν πάντα το κάτι άλλο, νόμιζες πως βουτούσες σε παραδεισένια νερά, σε αφίσα κάποιου ταξιδιωτικού πρακτορείου με προορισμούς στη γειτονιά της Καραϊβικής. Μπορεί και καλύτερες να ήταν. Έτσι τη ζούσαμε την Χαλκιδική, αλλά κι αυτή μας ζούσε. Γιατί τη γνωρίσαμε ως εκδρομείς του 24ώρου, τη γυρίσαμε με διακοπές διαρκείας, αλλά τη βιώσαμε και ως εργαζόμενοι σε ξενοδοχεία, εστιατόρια και μπαράκια. Κυρίως για μας τους Θεσσαλονικείς, και σταδιακά για τους επισκέπτες από όλη την Ελλάδα και την αλλοδαπή, η ομορφιά της ήταν κοινό μυστικό κι από στόμα σε στόμα γινόταν σταδιακά παγκοσμίως γνωστή. Μάλιστα, το μότο μας κάθε φορά, εκεί περίπου στις μέρες της ΔΕΘ, όταν σμίγουν συνήθως οι παρέες, έβγαινε αβίαστα από όλους: ναι, σαν τη Χαλκιδική δεν έχει… Κι αυτό το μότο συνεχίσαμε να το πιπιλίζουμε, άσχετα αν στο μεταξύ γνωρίσαμε κι άλλους τόπους που μπορεί να ήταν και ομορφότεροι από αυτήν.
Το «σαν την Χαλκιδική δεν έχει» έφτασε όμως, χρόνο με τον χρόνο, να έχει άλλη χροιά. Από άποψη αυθαιρεσίας, όταν ξεφύτρωναν εν μία νυκτί αυθαίρετα και άλλαζε το… οικοσύστημα γενικώς, αλλά κι από άποψη αδιαφορίας: ο ένας έβλεπε τον άλλο να μην δίνει δεκάρα για τον τόπο, να αδιαφορεί, να καταστρέφει από γενιά σε γενιά. Μόνο εκεί, στη ζώνη της εισόδου στο πρώτο πόδι, στην ευρύτερη περιοχή της Καλλικράτειας, είχαν καταγραφεί γύρω στις 19.000 χιλιάδες αυθαίρετα το 1998. Κάπου εκεί χρονικά, είχαμε και τη μεγάλη φωτιά στην καρδιά του πρώτου ποδιού, από Κρυοπηγή και κάτω, κι όταν έσβησε, ανάμεσα στα αποκαΐδια πάνω στο Κασσανδρινό μάθαμε ότι υπήρχαν κρυμμένες βίλες! Τα συγκεκριμένα παραδείγματα είναι από έναν κατάλογο που τελειωμό δεν έχει και δεν προκαλούν καμία έκπληξη στους γνωρίζοντες. Τα βλέπαμε όλοι, εμείς οι επισκέπτες λέγοντας απλώς ένα «είδες τι έγινε εκεί…», τα έβλεπαν κι οι… αρμόδιοι κι αυτοί απλώς έκλειναν τα μάτια. Κι ως γνωστόν η ζωή συνεχίζεται. Ζούσαν κάποιοι καλά και κάποιοι άλλοι καλύτερα. Παγκόσμιος κανόνας, γιατί να μην εφαρμοστεί και στη Χαλκιδική;
Με τα χρόνια ο τόπος αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη αξία. Πρωτίστως ήταν η απόβαση των Θεσσαλονικέων. Αμέτρητα νέα σπίτια και πολλές φορές χλιδάτα, πέρασαν στα χέρια των Θεσσαλονικιών κατά πλειονότητα και δευτερευόντως στα χέρια ενδιαφερομένων από άλλες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας. Μετά όταν ήρθε η κρίση με τα μνημόνια και γονάτισε κι η οικοδομή, πολλά από τα σπίτια άλλαξαν χέρια και τα πήραν κυρίως Βαλκάνιοι και μάλιστα κοψοχρονιά. Όσο ανέβαιναν αυτοί βιωτικό επίπεδο, έγιναν επενδυτές και μαζί με τα κύματα των Ρώσων «χτύπησαν» και επιχειρήσεις, αλλάζοντας σταδιακά και το πληθυσμιακό προφίλ της περιοχής. Αυτό που δεν άλλαξε ήταν η αδιαφορία, η απερισκεψία, η παντελής έλλειψη μιας προοπτικής βιωσιμότητας για το μέλλον. Ό,τι αρπάξουμε στα γρήγορα και πάμε παρακάτω. Βέβαια, όλα αυτά με το κλείσιμο του ματιού και πολλών μόνιμων κατοίκων της περιοχής. Γιατί στο κάτω κάτω της γραφής, δικός τους τόπος ήταν, αυτοί θα έπρεπε περισσότερο απ’ όλους να τον πονέσουν. Αυτό βέβαια δεν έγινε. Από τις φαραωνικές τουριστικές επενδύσεις μέχρι τις γελοίες μικροαυθαιρεσίες της καθημερινότητας, κανένα ενδιαφέρον για τον δημόσιο χώρο κι εκτός των άλλων, φοροδιαφυγή και μαύρο χρήμα να κάνουν πάρτι. Εξαιρέσεις υπήρξαν από κάποιους, με διαμαρτυρίες, με άλλη στάση ζωής κι ενδιαφέρον για το φυσικό και το δομημένο περιβάλλον, για να μην τους τσουβαλιάζουμε όλους, αλλά ήταν μετρημένες στα δάχτυλα αυτές οι περιπτώσεις, ίσα που χαλούσαν την πιάτσα.
Τα παραπάνω τα βλέπαμε και τα βλέπουμε λίγο πολύ κάθε χρόνο. Μόνο που φέτος παράγινε. Αρχικά και καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, με το νερό, που το είπαν κυριολεκτικά «νεράκι» στο πρώτο πόδι, ώρες στεγνή να μένει η βρύση, για να φτάσει για όλους. Μετά ήρθε ο πνιγμός της 8χρονης στην πισίνα της κατασκήνωσης. Δεν ξανάγινε. Μετά το… Σικάγο με τους Βούλγαρους «επενδυτές» και μπράβους στο μπιτσόμπαρο στη Χανιώτη. Και μετά από όλα αυτά, ο χαμός του 19χρονου Γιάννη στο λούνα παρκ στο Πευκοχώρι. Μια τραγική τριπλέτα, που όμοιά της δύσκολα συναντάται. Η υπόθεση του πνιγμού του μικρού κοριτσιού στην κατασκήνωση πήρε τον δρόμο της Δικαιοσύνης. Οι δικοί της έχασαν ένα αγγελούδι. Στο μπιτσόμπαρο, ήμασταν τυχεροί και δεν χάθηκε κανείς -από τύχη καθαρά- από το πιστολίδι. Στην περίπτωση του Γιάννη όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τίποτα από όσα έπρεπε να ισχύουν δεν τηρήθηκε. Από την άδεια, από την ηλεκτροδότηση, από τη λειτουργία, τους κανόνες ασφαλείας, τους ελέγχους; Τίποτα δεν πήγε όπως θα έπρεπε. Οι δικοί του έχασαν ένα παλικάρι που αύριο θα ήταν ένας ωραίος πιλότος, όπως ονειρευόταν ο ίδιος.
Ο άδικος χαμός του 19χρονου ήταν τραγική υπενθύμιση – σουβλιά στην καρδιά πως σαν… την αδιαφορία μας για την Χαλκιδική δεν έχει. Μέχρι στιγμής, η μοναδική εξήγηση -θα δούμε τι θα δείξει η έρευνα και η Δικαιοσύνη- είναι η αδιαφορία σε όλα τα στάδια μέχρι το κακό. Το δυστύχημα πάνω από όλα είναι πως η αδιαφορία και η αυθαιρεσία δεν κατοικοεδρεύουν μονάχα στη Χαλκιδική, ζουν και βασιλεύουν γενικώς και σε άλλα όμορφα μέρη. Σε ένα κράτος - ροντέο ο καθένας κάνει ό,τι θέλει κι όλα επιτρέπονται. Ακόμη κι όταν οι συμπολίτες του αναθέτουν την ευθύνη με την ψήφο τους. Αυτό θέλουμε να είμαστε; Αυτό θα αφήσουμε στα παιδιά μας;