Skip to main content

Τα βαριά ονόματα που επενδύουν στα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης προδιαγράφουν την τουριστική έκρηξη στην περιοχή

Σε μια περίοδο εκτίναξης του Airbnb, η πραγματοποίηση μεγάλων ξενοδοχειακών επενδύσεων δείχνει ότι η Θεσσαλονίκη μπορεί τα επόμενα χρόνια να αλλάξει τουριστικό επίπεδο

Η χθεσινή είδηση για τη συμφωνία στην οποία κατέληξε η HotelBrain, ένας από τους μεγαλύτερους ξενοδοχειακούς ομίλους της χώρας, με την εταιρεία NIMTENKO AE, συμφερόντων του επιχειρηματία Τέλη Μυστακίδη, για τη 10ετή μίσθωση του ξενοδοχείου Nikopolis, που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης και τους τελευταίους μήνες παραμένει κλειστό, συνιστά μια πολύ ευχάριστη εξέλιξη για την ευρύτερη περιοχή. Ένα από τα πιο γνωστά τα τελευταία χρόνια πεντάστερα ξενοδοχεία της πόλης έχει βγει εδώ και λίγους μήνες από τον «χάρτη φιλοξενίας», κάτι που ασφαλώς αποτέλεσε «σκιά» για έναν κλάδο που τα τελευταία δέκα χρόνια αναπτύσσεται με έντονους ρυθμούς -ακόμη και στην περίοδο της πανδημίας- επιβεβαιώνοντας ένα καλό παρόν και προοιωνίζοντας ένα λαμπρότερο μέλλον για την επισκεψιμότητα και τον τουρισμό της Θεσσαλονίκης. Διότι σε μια περίοδο εκτίναξης της βραχυχρόνιας μίσθωσης -δηλαδή των ενοικιάσεων κατοικιών τύπου Airbnb- η πραγματοποίηση μεγάλων ξενοδοχειακών επενδύσεων δείχνει ότι η Θεσσαλονίκη μπορεί τα επόμενα χρόνια να αλλάξει τουριστικό επίπεδο και να αποκομίσει τα οφέλη που αντικειμενικά δικαιούται από τον τουριστικό καταμερισμό στη χώρα. 

Πέρα από τον Τέλη Μυστακίδη, ο οποίος διά του Nikopolis εισήλθε στην αγορά ξενοδοχειακών ακινήτων και επομένως εμμέσως στην τουριστική αγορά της Θεσσαλονίκης, αυτήν την περίοδο, στη γωνία των οδών Τσιμισκή και Εθνικής Αμύνης, ο όμιλος των Electra Hotels & Resorts της οικογένειας Ρέτσου κατασκευάζει ενδεκαόροφο ξενοδοχείο πολυτελείας σε ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της πόλης. Πρόκειται για επενδύσεις δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, που εντάσσονται -με θεαματικό είναι η αλήθεια τρόπο- στην έντονη κινητικότητα που καταγράφεται την τελευταία δεκαετία στη Θεσσαλονίκη στο συγκεκριμένο επιχειρηματικό πεδίο. Ήδη στο ευρύτερο κέντρο της πόλης λειτουργούν από τα μέσα της δεκαετίας του 2010 νέες μονάδες ξενοδοχείων πόλης -πρόκειται κυριολεκτικά για δεκάδες που δεν υπήρχαν πριν από μερικά μόλις χρόνια-, το σύνολο των οποίων στεγάζεται σε κτήρια -παραδοσιακά και μη- που υπήρχαν και είχαν εγκαταλειφθεί ή άλλαξαν χρήση. Και έπεται συνέχεια, αφού υπάρχουν ακόμη «δεσμευμένα» για τον σκοπό αυτόν ακίνητα, η ανάπλαση των οποίων έχει καθυστερήσει, πρωτίστως λόγω των οικονομικών παρενεργειών της πανδημίας της Covid-19 και δευτερευόντως λόγω των πολεμικών συρράξεων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή. Και μόνο το γεγονός ότι βασικοί ξένοι επενδυτές στον ξενοδοχειακό κλάδο της Θεσσαλονίκης τα τελευταία χρόνια είναι Ισραηλινοί φτάνει για να αντιληφθεί κανείς ότι λογικά έχουν δημιουργηθεί εκκρεμότητες, οι οποίες -επίσης λογικά- το επόμενο διάστημα θα διευθετηθούν. 

Ο δυναμισμός του ξενοδοχειακού κλάδου στη Θεσσαλονίκη, που εκφράζεται τόσο ποιοτικά από τα βαριά ονόματα των επιχειρηματιών που εμπλέκονται όσο και ποσοτικά, ενδιαφέρει επειδή αποτελεί το μόνο μέχρι στιγμής χειροπιαστό στοιχείο για το ευοίωνο μέλλον του τουρισμού στη Θεσσαλονίκη. Η κρουαζιέρα, την οποία κάποιοι παράγοντες της πόλης επιχειρούν να βάλουν στο σχετικό κάδρο, είναι μεν σε άνοδο σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, αλλά προς το παρόν με πολύ χαμηλά μεγέθη. Χρειάζεται χρόνος για να αποδειχθεί στην πράξη ότι η Θεσσαλονίκη μπορεί να προσελκύσει σημαντικό αριθμό κρουαζιερόπλοιων, που αφενός θα της προσδώσουν ιδιαίτερη δυναμική και αφετέρου θα βαθύνουν το οικονομικό αποτύπωμα στην πόλη. Διότι το χαρακτηριστικό -και μαζί το καλό- του τουρισμού είναι ότι ο πλούτος που δημιουργεί διαχέεται οριζόντια στην κοινωνία, μέσω του κύκλου του χρήματος, ενώ παράλληλα αυξάνεται η απασχόληση. Επίσης, η πορεία του τουρισμού δεν εξαρτάται τόσο από δημόσιες επενδύσεις -αν και αυτοκινητόδρομοι, αεροδρόμια, λιμάνια συνιστούν δημόσιες επενδύσεις- όσο από την κινητικότητα των ιδιωτών να αξιοποιήσουν τα πλεονεκτήματα που η Θεσσαλονίκη αναμφισβήτητα διαθέτει σε επίπεδο φυσικής ομορφιάς, τρόπου ζωής, γεωγραφίας και ιστορίας. Άλλωστε τα τελευταία χρόνια οι αυτοκινητόδρομοι που διέρχονται από τη Θεσσαλονίκη έχουν ολοκληρωθεί, το αεροδρόμιο «Μακεδονία» έχει βελτιωθεί αισθητά και το λιμάνι μπορεί να εξυπηρετήσει την κρουαζιέρα. Οι μόνες δημόσιες επενδύσεις που θα μπορούσαν να στηρίζουν τη Θεσσαλονίκη ως τουριστικό προορισμό, αλλά παραμένουν μέχρι σήμερα εξαιρετικά υποβαθμισμένες, είναι αυτές που συνδέονται με τις σιδηροδρομικές συνδέσεις της πόλης, αλλά το συγκεκριμένο πεδίο είναι εξαιρετικά υποβαθμισμένο στο σύνολο της χώρας, οπότε στην ουσία δεν υπολογίζεται στην εξίσωση της επισκεψιμότητας. 

Ασφαλώς το τουριστικό μέλλον της Θεσσαλονίκης μπορεί να είναι καλύτερο και οι ευνοϊκές εξελίξεις να επιταχυνθούν εάν υπάρξει δράση από τους αρμόδιους φορείς, κυρίως του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού τομέα. Κυρίως εάν υπάρξουν συνεργασία και συντονισμός, συνθήκη που, όπως έχει αποδειχθεί, μόνο αυτονόητη δεν είναι. Οι επιδόσεις στο πεδίο του μάρκετινγκ, δηλαδή η δημιουργία, η προβολή και η προώθηση «τουριστικού προϊόντος» για τη Θεσσαλονίκη θα κρίνουν πολλά στο παιχνίδι της επιτυχίας στον τουρισμό. Σε αυτή τη φάση υπάρχει αισιοδοξία, επειδή στον Οργανισμό Τουριστικής Προώθησης και Μάρκετινγκ Θεσσαλονίκης φυσάει αέρας ανανέωσης, που συνδέεται με την αλλαγή στη διοίκηση του δήμου, αλλά τα αποτελέσματα μένει να υπάρξουν και να καταγραφούν. Προς το παρόν η αισιοδοξία για την καλή πορεία του τουρισμού της Θεσσαλονίκης εδράζεται στις μεγάλες επενδύσεις που γίνονται από επιχειρηματίες οι οποίοι ξέρουν τη δουλειά, γνωρίζουν τα μυστικά του κλάδου και -κυρίως- δεν έχουν μάθει να πετούν τα λεφτά τους στον… αέρα. Το αντίθετο ακριβώς.