Καλημέρα σας!
Σήμερα το βράδυ οι Κροάτες συγκρούονται με τους Αργεντινούς. Οι μεν είναι Ευρωπαίοι και περίπου Βαλκάνιοι. Οι δε έχουν τον Μέσι, τον καλύτερο ποδοσφαιριστή του κόσμου, ο οποίος ταυτόχρονα είναι και απολύτως συμπαθής ως προσωπικότητα, με την έννοια ότι δεν απασχολεί την επικαιρότητα παρά μόνο για το παιχνίδι του εντός των τεσσάρων άσπρων γραμμών του γηπέδου. Δύσκολη η επιλογή και το «να κερδίσει ο καλύτερος» δεν είναι καθόλου ποδοσφαιρικό. Τι θα πει καλύτερος, όταν συχνά το ματς κρίνεται σε ένα δοκάρι, μια στραβοκλοτσιά στο πέναλτι ή μια διαιτητική απόφαση; Αργεντινή, λοιπόν, ξεκάθαρα. Για να δούμε τον Μέσι στον τελικό…
Τα ρεζιλίκια που τοκίζονται
Η υπόθεση Καϊλή έχει δημιουργήσει –όπως είναι απόλυτα φυσικό- αναστάτωση και στην εγχώρια πολιτική σκηνή. Πέρα από το κόμμα που ανήκει και από το κόμμα που (υποτίθεται ότι) ετοιμαζόταν να πάει, η μπόρα παίρνει όλο το σύστημα. Υπάρχουν παρενέργειες προς πάσα κατεύθυνση. Ακόμη και όσοι επιχαίρουν και σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τις εξελίξεις είναι βαθιά –για την ακρίβεια βαθύτατα- νυχτωμένοι. Κι αυτό επειδή στη χώρα μας η ηθική και η… ψευτοηθική πολύ συχνά προβάλλονται επειδή υπάρχει ένδεια πολιτικών επιχειρημάτων, αδυναμία πρακτικών λύσεων, ενώ και οι κατεστημένες ιδεολογικές αγκυλώσεις βολεύονται στο σχήμα του τύπου «οι καλοί και οι κακοί». Μόνο που, όπως έχει πλειστάκις αποδειχθεί, διεφθαρμένοι υπάρχουν ανάμεσα και στους «καλούς» και στους «κακούς». Όπως και πάμπλουτοι με δεκάδες ακίνητα. Όπως υπάρχουν σε όλες τις πλευρές ικανά, λιγότερο ικανά και καθόλου ικανά πρόσωπα. Σήμερα, παραδόξως, μετά τις αποκαλύψεις για την υπόθεση Καϊλή, όλες οι πτέρυγες της Βουλής δηλώνουν δικαιωμένες. Όπως έγραψε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο Διονύσης Σαββόπουλος «Στα ρεζιλίκια μας τοκίζοντας / ποτέ κανείς δε χάνει». Ένας πολιτικός στίχος από ένα πολιτικό –αν και παρεξηγημένο στον καιρό του- τραγούδι. Ένα κομμάτι σαν κι αυτά που χρειαζόμαστε –αλλά δεν έχουμε- σήμερα, με αποτέλεσμα να καταφεύγουμε στα παλιότερα, που ευτυχώς αντέχουν.
Εμπιστοσύνη VS κυνισμός
Το σημαντικότερο από την υπόθεση Καϊλή, όπως και από την υπόθεση της Κιβωτού του Κόσμου, αλλά και από τις δημόσιες αντιδράσεις που τέτοιου είδους υποθέσεις δημιουργούν, είναι η απογοήτευση του κόσμου. Και η διάρρηξη των δεσμών εμπιστοσύνης στην κοινωνία, αφού μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Όσο, μάλιστα, περισσότερα και πιο υψηλά είναι τα ξερά χόρτα τόσο περισσότερη είναι η έκταση που καίγεται. Οι Έλληνες έτσι κι αλλιώς συχνά εμφανίζονται δύσπιστοι τόσο απέναντι στους πολιτικούς όσο και απέναντι στους φιλάνθρωπους. Αυτό το αρνητικό αίσθημα εισπράττει το τελευταίο διάστημα σημαντική ώθηση μέσα στην κοινωνία, κάτι αρνητικό, αφού σε έναν λαό που λειτουργεί με το συναίσθημα και το φιλότιμο φτάνει να υπερτερεί ο κυνισμός. Και στην Ελλάδα όποτε βασικός κανόνας και κύριο κριτήριο ήταν το «τόσα δίνω, πόσα θες» η κατάσταση δεν κατέληξε καλά. Για να το πούμε διαφορετικά: Στην Ελλάδα, όπου δεν λειτουργούν αυστηροί τυπικοί κανόνες και όλα τα θέματα λίγο – πολύ υπόκεινται σε διασταλτικές ερμηνείες, η έλλειψη εμπιστοσύνης οδηγεί τα πράγματα στο… πουθενά.
Καράβια βγήκαν στη στεριά
Το ρεπορτάζ λέει: «Αιχμές για τη δικαιοσύνη και το εγχώριο πολιτικό σύστημα άφησε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Αλέξης Τσίπρας, κληθείς να σχολιάσει χθες στο OPEN και την εκπομπή Ώρα Ελλάδος τη σύλληψη της αντιπροέδρου του Ευρωκοινοβουλίου Εύα Καϊλή την Παρασκευή στις Βρυξέλλες για την εμπλοκή της σε υπόθεση διαφθοράς υπέρ του Κατάρ. <Έχω αρχίσει και αισθάνομαι σαν τους "μένουμε-ευρωπαίους". Τι καλά που θα ήμασταν και εδώ στην Ελλάδα, αν είχαμε την αποτελεσματικότητα που έχουν οι θεσμοί, οι διωκτικές αρχές, η δικαιοσύνη και το πολιτικό σύστημα που έχουν στο Κέντρο της Ευρώπης, το Βέλγιο. Αρχίζω και ζηλεύω αυτή χώρα. Βλέπουμε ότι εκεί, ακόμα κι αν είσαι τόσο όμορφος, όπως η κ. Καϊλή, και τόσο υψηλά ιστάμενος, η δικαιοσύνη και οι θεσμοί λειτουργούν> ανέφερε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ». Και –δικαιολογημένα- το «καφενείο των πολιτών» στο οποίο απευθύνεται ο κ. Τσίπρας σκέφτεται: «Ποιος τα λέει αυτά; Ο επί 4,5 χρόνια πρωθυπουργός; Αυτός που φιλοδοξεί να επανέλθει στην εξουσία; Δηλαδή ο κ. Τσίπρας δεν εμπιστεύεται την ελληνική δικαιοσύνη; Τη δικαιοσύνη του κράτους, το οποίο κυβερνούσε μόλις πριν από 3,5 χρόνια και φιλοδοξεί να ξανακυβερνήσει; Και νιώθει σαν τους «μένουμε – Ευρωπαίους», αυτούς που με το απονενοημένο διάβημα ενός δημοψηφίσματος με δίλημμα γραμμένο στην αγγλική γλώσσα, επιχείρησε να θέσει εκτός Ευρώπης; Δεν πάμε καλά! «Καράβια βγήκαν στη στεριά / και πήραμε τα όρη»...