Αν υπάρχουν κάποιοι που αμφισβητούν ότι στη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη Κεντρική Μακεδονία εδώ και χρόνια επικρατούν συνθήκες οικονομικής υστέρησης σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα τα αποτελέσματα της έρευνας που διεξήγαγε η εταιρεία Palmos Analysis για λογαριασμό της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος για τις κενές θέσεις εργασίας στις επιχειρήσεις της χώρας ενδεχομένως θα τους αλλάξουν γνώμη. Από την περιφερειακή ανάλυση των συμπερασμάτων της έρευνας προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις της Κεντρικής Μακεδονίας που αναζητούν αλλά δεν βρίσκουν προσωπικό είναι το 31% του συνόλου. Το ποσοστό αυτό είναι μεγαλύτερο -αλλά πάντως πολύ κοντά- από τα αντίστοιχα ποσοστά της Δυτικής Μακεδονίας (27%), της Πελοποννήσου (28%) και της Ηπείρου (30%). Αντίθετα είναι πολύ μικρότερο από το ποσοστό της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, οι επιχειρήσεις της οποίας αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο πρόβλημα εξεύρεσης εργαζομένων στη χώρα (47%), της Κρήτης και του Βορείου Αιγαίου (46% και στις δύο), της Θεσσαλίας (43%) και της Αττικής, που έχει το μεγαλύτερο πλήθος επιχειρήσεων πανελλαδικά, και όσες ματαίως αναζητούν προσωπικό, αλλά δεν μπορούν να βρουν είναι το 39%.
Από την εικόνα αυτή είναι σαφές ότι όσο εντονότερη είναι η οικονομική δραστηριότητα σε μια περιοχή τόσο οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες τους σε προσωπικό. Αντίθετα, όσο χαμηλότεροι ρυθμοί υπάρχουν στην οικονομία τόσο το συγκεκριμένο πρόβλημα αμβλύνεται, αφού οι επιχειρήσεις των περιφερειών αυτών έχουν μικρότερες ανάγκες προσωπικού, τις οποίες καλύπτουν ευκολότερα. Είναι σαφές από τα ευρήματα ότι στη χώρα μας διαμορφώνονται δύο ταχύτητες επιχειρηματικής ανάπτυξης και οικονομικής επέκτασης, μία πιο γρήγορη και δυναμική και μία πιο αργή και ως εκ τούτου χαλαρότερη. Η Θεσσαλονίκη και η Κεντρική Μακεδονία εντάσσονται στη δεύτερη -κυριολεκτικά- κατηγορία.
Εάν εξαιρέσει κανείς την Αττική, όπου η επιχειρηματική δραστηριότητα είναι πολύ έντονη σε όλους τους τομείς της οικονομίας, ως απόρροια του συγκεντρωτισμού του νεοελληνικού κράτους, οι άλλες περιφέρειες που με βάση τον δείκτη των επιχειρήσεων κινούνται ταχύτερα της Κ. Μακεδονίας στο οικονομικό πεδίο έχουν ως βασική δραστηριότητα τον τουρισμό και η Θεσσαλία τον αγροτικό τομέα, γεωργία και κτηνοτροφία. Και εάν ο πρωτογενής τομέας της οικονομίας είναι ανεπτυγμένος στην Κ. Μακεδονία λόγω των κάμπων Θεσσαλονίκης και Κιλκίς, αλλά και της αγροτικής παραγωγής σε Ημαθία, Πέλλα και Χαλκιδική, στον τουρισμό η περιοχή -γενικά- βρίσκεται πίσω. Υπάρχει φυσικά η Χαλκιδική και δευτερευόντως η Πιερία και η ίδια η Θεσσαλονίκη και οι παρυφές της, αλλά -κακά τα ψέματα- το τουριστικό προϊόν της Β. Ελλάδος βρίσκεται ακόμη αρκετά επίπεδα χαμηλότερα απ’ ό,τι στο νότιο της χώρας. Ειδικότερα για τη Θεσσαλονίκη, αν και η επισκεψιμότητα της πόλης έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια και οι προοπτικές δείχνουν ευνοϊκές, αφού γίνονται ή βρίσκονται σε εξέλιξη σημαντικές ιδιωτικές επενδύσεις, ο τουρισμός αποτελεί «μαύρη τρύπα». Οι τουριστικές επιδόσεις είναι πολύ κατώτερες των δυνατοτήτων που προσφέρουν στην πόλη και την περιοχή η ιστορία, η γεωγραφία, αλλά και το σύγχρονο παρόν. Υποτίθεται ότι το πρόβλημα έχει εντοπιστεί από τους παράγοντες της Θεσσαλονίκης που έχουν σχετικές αρμοδιότητες και δυνατότητες να κινηθούν, αλλά πολλά θα κριθούν στο επόμενο διάστημα από τη δυνατότητα όλων των εμπλεκομένων του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα να συνεργαστούν, ώστε να υπάρξει αποτέλεσμα. Το έλλειμμα δεν είναι μόνο ποσοτικό, αλλά και ποιοτικό. Υπό την έννοια ότι η Θεσσαλονίκη προσελκύει κυρίως επισκέπτες μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην Αθήνα, την Κρήτη, τις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα. Γι’ αυτό άλλωστε και οι διαφορές τιμών στις τουριστικές υπηρεσίες είναι μεγάλες, για παράδειγμα στα ξενοδοχεία 5 αστέρων της Θεσσαλονίκης είναι φθηνότερες κατά 35% - 40%, έναντι των αντίστοιχων στην πρωτεύουσα της χώρας.
Ένα ακόμη πρόβλημα που αναδεικνύεται από την οικονομική υστέρηση της Θεσσαλονίκης σχετίζεται με την ποιότητα του επιχειρηματικού προσωπικού της περιοχής. Προφανώς δεν είναι κάτι ευχάριστο, ούτε ακούγεται ωραία, αλλά η επιχειρηματικότητα στην ευρύτερη Κεντρική Μακεδονία αποδεικνύεται συχνά αναποτελεσματική, σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας. Μία ακόμη απόδειξη γι’ αυτό είναι η αμυντική τακτική με την οποία οι επιχειρηματικές συλλογικότητες στη Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζουν κατά κανόνα κάθε αλλαγή στην αγορά. Από τα ωράρια του λιανεμπορίου και των φορτοεκφορτώσεων μέχρι τη μετεξέλιξη της άτυπης μεταποιητικής συγκέντρωσης του Καλοχωρίου σε οργανωμένη βιομηχανική περιοχή ή την αξιοποίηση – διαχρονικά και από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις- του αναπτυξιακού εργαλείου της Κεφαλαιαγοράς και του Χρηματιστηρίου. Άλλωστε είναι κοινό μυστικό ότι η μεταποίηση στη Θεσσαλονίκη κατέρρευσε μετά το 1990, όταν οι βιοτεχνίες της περιοχής δεν μπόρεσαν ούτε κατ’ ελάχιστον να ανταποκριθούν στις ανταγωνιστικές απαιτήσεις της επελαύνουσας τότε παγκοσμιοποίησης. Είχαν αναπτυχθεί -βλέπετε- στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 μέσω της κρατικοδίαιτης εξωστρέφειας, αφού το κράτος επιδοτούσε τις εξαγωγές.
Ως συμπέρασμα: οι οικονομικές και επιχειρηματικές προκλήσεις στην Κεντρική Μακεδονία είναι μεγάλες. Μεγαλύτερες ίσως απ’ ό,τι υποθέτουμε συνήθως γκρινιάζοντας για το αθηνοκεντρικό κράτος, που σαφώς υπάρχει, και την ανάγκη για αποκέντρωση, που -εξίσου σαφώς- δεν υπάρχει.