Ένα από τα στοιχεία το οποίο εμφανίζει κάθε χρόνο που περνάει χειρότερη βαθμολογία στην έρευνα ικανοποίησης πελατών των ξενοδοχείων της Θεσσαλονίκης είναι ο θόρυβος, δηλαδή η ηχορύπανση. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην έρευνα του 2024, που παρουσιάστηκε από την Ένωση Ξενοδόχων της πόλης μέσα στην εβδομάδα, η σχετική βαθμολογία είναι 6,1 μονάδες, η χειρότερη επίδοση των τελευταίων χρόνων. Χειρότερη από το 6,2 του 2023, από το 6,5 του 2022 και από το 6,6 του 2019 -το 2020 και το 2021 λόγω της πανδημίας τα ξενοδοχεία ήταν για μεγάλο διάστημα κλειστά και η έρευνα δεν έγινε.
Δεδομένου ότι οι συγκεκριμένες παρατηρήσεις των πελατών των ξενοδοχείων αφορούν κυρίως το κέντρο της Θεσσαλονίκης, στο οποίο λειτουργούν πολλές ξενοδοχειακές μονάδες, και ειδικά τα Άνω και Κάτω Λαδάδικα, όπου υπάρχουν πολλά θορυβώδη μπαρ και άλλα μαγαζιά διασκέδασης, οι μόνοι που μπορούν να δώσουν κάποιους είδους διέξοδο στο πρόβλημα, ώστε οι παρατηρήσεις να πιάσουν τόπο, είναι ο δήμος Θεσσαλονίκης και η Ελληνική Αστυνομία.
Διότι από την Άνοιξη μέχρι το Φθινόπωρο, για περίπου οκτώ μήνες τον χρόνο, η καλοκαιρία και οι αυξημένες θερμοκρασίες που επικρατούν στην πόλη επιτρέπουν τη λειτουργία των ανοιχτών σημείων των κέντρων διασκέδασης. Σε… αυλές και σε ταράτσες τα ηχεία στενάζουν και τα ντεσιμπέλ ταράζουν τα νεύρα των επισκεπτών, που επιλέγουν τη Θεσσαλονίκη όχι ως κάποια Ίμπιζα ή Μύκονο σε συσκευασία πόλης -που έτσι κι αλλιώς δεν είναι- αλλά για κάτι διαφορετικό.
Με αυτήν την εικόνα είναι σχεδόν βέβαιο ότι το επόμενο διάστημα -μόλις ανοίξει ο καιρός, που φέτος μας επιφυλάσσει έναν σκληρό, φθινοπωρινό προς χειμωνιάτικο, Απρίλη- θα αρχίσει και πάλι το γνωστό… κυνηγητό. Η μουσική ή κάτι σαν μουσική θα ακούγεται στη διαπασών, κάποια ξενοδοχεία θα διαμαρτύρονται, η αστυνομία θα σπεύδει, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις μέχρι να φτάσει το περιπολικό η μουσική θα έχει χαμηλώσει, για να αυξηθεί και πάλι η ένταση λίγο μετά, συχνά μέχρι τα ξημερώματα. Για αυτό η λύση ίσως να βρίσκεται στην πρόληψη, καθώς οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις ανήκουν στην κατηγορία «υγειονομικού ενδιαφέροντος» και επομένως αδειοδοτούνται με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές και ελέγχονται από τις υπηρεσίες του δήμου, οι οποίες οφείλουν να είναι… υπερευαίσθητες.
Το θέμα της ηχορύπανσης από τα νυχτερινά μαγαζιά της Θεσσαλονίκης συνδέεται προφανώς με το γεγονός ότι στην έρευνα ικανοποίησης των πελατών των ξενοδοχείων οι επισκέπτες της πόλης δηλώνουν σε αξιοσημείωτο ποσοστό ότι επιλέγουν να την επισκεφθούν λόγω της διασκέδασης που προσφέρει. Μία φήμη που δικαίως ακολουθούσε τη Θεσσαλονίκη στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, αλλά υποχώρησε στα χρόνια του σκληρού πυρήνα της οικονομικής κρίσης, και -όπως φαίνεται- επανέρχεται δυναμικά. Κάτι που σημαίνει ότι η έρευνα της ΕΞΘ προσφέρεται και για την διατύπωση προβληματισμών που αφορούν την τουριστική ταυτότητα της Θεσσαλονίκης. Επειδή ακριβώς πρόκειται για ποιοτική έρευνα, στην οποία συμμετέχουν άνθρωποι που βρέθηκαν στην πόλη -και όχι απλώς θα ήθελαν ή το προγραμματίζουν- οι απαντήσεις προσφέρουν αξιόπιστα στοιχεία για το τουριστικό προϊόν που προσφέρει η πόλη. Αλλά και την ευκαιρία να εξετάσουν οι αρμόδιοι εάν ό,τι συμβαίνει σήμερα τους ικανοποιεί και θα το ενισχύσουν ή ενδεχομένως να χρειάζεται να προχωρήσουν αλλαγή προτεραιοτήτων. Πιο συγκεκριμένα, είναι παραγωγικό να εξακολουθήσει η Θεσσαλονίκη να πλασάρεται τουριστικά ως ένα απέραντο καφενείο, μια μπαρότσαρκα και μια πρωτεύουσα του ξεφαντώματος; Ή μήπως τη συμφέρει αν αξιοποιήσει άλλα πλεονεκτήματα, όπως είναι τα μνημεία και τα μουσεία, η ιστορία, η γοητεία του αστικού περιβάλλοντος, το θαλάσσιο μέτωπο, η γαστρονομία, η αγορά, ο πολιτισμός και ο χαλαρός τρόπος ζωής;
Είναι αυτονόητο ότι η Θεσσαλονίκη -όπως και κάθε περιοχή- υποδέχεται επισκέπτες, οι οποίοι την επιλέγουν για όλους αυτούς τους λόγους και ακόμη περισσότερους. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να κάνει επιλογές, εκτός από μία: Το πώς θα ανεβάσει το οικονομικό επίπεδο των επισκεπτών της, ώστε να μπορεί να διαθέτει τα κάλλη και τις υπηρεσίες της ακριβότερα και όχι -για παράδειγμα- στο 60%-70% των αντίστοιχων της Αθήνας. Αλλά και πώς θα εξελιχθεί σε 12μηνο προορισμό. Διότι ως «πρωτεύουσα του τζερτζελέ» -και μάλιστα ενός… βαλκανικού τζερτζελέ της σειράς- τα όριά της είναι περιορισμένα.
Είναι άραγε τυχαίο ότι κάθε Αμερικανός τουρίστας -οι Αμερικανοί τουρίστες θεωρούνται από τους καλύτερους- ξοδεύει μεσοσταθμικά στην Αθήνα 900 ευρώ και στη Θεσσαλονίκη 270 ευρώ; Σαφώς ο δρόμος της ποιοτικής αναβάθμισης του τουριστικού προϊόντος της πόλης δεν διέρχεται ούτε από την κατανάλωση αλκοόλ ούτε από τα εξωφρενικά ντεσιμπέλ.
Και είναι βέβαιον ότι οι ιθύνοντες το γνωρίζουν πολύ καλά. Τα προβλήματα για την αλλαγή πορείας και τη χάραξη μιας καινούργιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής είναι δύο. Πρώτον, ο παράγοντας χρόνος, αφού για να γίνει σοβαρή δουλειά ο εκλογικός κύκλος της αυτοδιοίκησης δεν αρκεί. Δεύτερον, η δύναμη και η παράδοση που η νυχτερινή διασκέδαση έχει δημιουργήσει στη Θεσσαλονίκη, παρά το ότι τα οικονομικά της οφέλη αφορούν στην πραγματικότητα έναν σχετικά περιορισμένο κύκλο ανθρώπων.