Οι πόλεις που έχουν σαφή όρια για την πιο κεντρική τους περιοχή, η οποία ταυτόχρονα είναι σχετικά περιορισμένης έκτασης και μπορεί ο καθένας να την περπατήσει, είναι ιδανικές γι’ αυτό που λέμε τέχνη στον δρόμο. Με αυτό το δεδομένο η Θεσσαλονίκη δικαίως συγκεντρώνει το αυξημένο ενδιαφέρον ανθρώπων, οι οποίοι ξεδιπλώνουν το ταλέντο τους σε κάποιο πεζοδρόμιο, μία πλατεία ή στο πλακόστρωτο της παραλίας. Σχεδόν πάντα μουσικοί, αλλά και άλλοι καλλιτέχνες βρίσκονται στην Τσιμισκή, στην Αγίας Σοφίας, στην Αριστοτέλους, στη Νέα Παραλία ή στην Α΄ προβλήτα του λιμανιού και δείχνουν τι μπορούν να κάνουν, ποντάροντας στην απλοχεριά των περαστικών.
Φυσικά τα πράγματα δεν είναι ιδανικά γι’ αυτούς τους ανθρώπους, αφού κάθε παιχνίδι που παίζεται στο δρόμο έχει ρίσκο. Εκεί, στο δρόμο και στο πεζοδρόμιο, μπορούν να συμβούν τα πάντα: τα καλά, τα καλύτερα, αλλά και τα άσχημα και τα δυσάρεστα. Είναι, πάντως, ενδιαφέροντα, τουλάχιστον για τους διαβάτες και τους περαστικούς, οι οποίοι σχεδόν πάντα ανταποκρίνονται, σε βαθμό που όσοι «σκορπούν» το ταλέντο τους στο δρόμο να μη νιώθουν απογοητευμένοι.
Κάποιος σαξοφωνίστας που το τελευταίο διάστημα παίζει στην Τσιμισκή έχει στα πόδια του μια μικρή ταμπέλα στην οποία ο ίδιος γράφει «ΤΕΧΝΗ ΧΩΡΙΣ ΜΕΣΑΖΟΝΤΕΣ». Κατά το «Αγορές χωρίς μεσάζοντες» στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης.

Μια σαφής προσπάθεια ιδεολογικής υπογράμμισης για την άσκηση μιας δραστηριότητας που -πέραν όλων των άλλων- παραμένει κάπως παρεξηγημένη από ένα κομμάτι της κοινωνίας. Διότι η αλήθεια είναι ότι η τέχνη στον δρόμο είναι μια τέχνη ελεύθερη. Συγχρόνως, όμως, εξίσου αληθές είναι ότι η τέχνη στο δρόμο είναι μια τέχνη της ανάγκης. Εάν ρωτήσει κανείς τους μουσικούς και άλλους καλλιτέχνες του δρόμου θα καταλάβει ότι οι περισσότεροι θα προτιμούσαν να εκφράζονται με έναν πιο οργανωμένο τρόπο, σε έναν οριοθετημένο χώρο. Διότι το πεζοδρόμιο -όπως και να το δούμε, όπως και να το κάνουμε, σε όλες του τις μορφές- είναι σκληρή πίστα.

Οι συνθήκες -καιρικές και κοινωνικές- είναι συχνά αντίξοες, που δοκιμάζουν ευαισθησίες και αντοχές. Ρωτήστε τον Μάρκο Βαμβακάρη, που αν και πρωτεργάτης του ρεμπέτικου κάποια στιγμή για να ταΐσει τα παιδιά του αναγκάστηκε να βγάλει τασάκι ή τις σύγχρονες πετυχημένες του διεθνούς ρεπερτορίου Τρέισι Τσάπμαν και Μαντλέν Πεϊρού. Η πρώτη, μαύρη τροβαδούρος που έπαιζε σε δημοφιλείς γωνίες της Νέας Υόρκης, όπου την ανακάλυψαν οι παραγωγοί της και η δεύτερη, μια σύγχρονη ντίβα της τζαζ, ξεκίνησε να παίζει στους δρόμους του Καρτιέ Λατίν στο Παρίσι και πριν βρει τον δρόμο της στη δισκογραφία είχε γυρίσει ως μουσικός δρόμου τη μισή Ευρώπη.
Για τη Θεσσαλονίκη η τέχνη στο δρόμο είναι -και μπορεί να εξελιχθεί ακόμη περισσότερο- ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον χαρακτηριστικό. Ένα πετράδι στο στέμμα του κέντρου της πόλης. Όσοι την υπηρετούν δίνουν ζωή, προσφέρουν χαμόγελο κι εκπλήξεις, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συνιστούν κίνητρο για να βρεθεί κάποιος σε συγκεκριμένο σημείο. Όπως οι βιτρίνες των εμπορικών καταστημάτων, οι προθήκες των ζαχαροπλαστείων, αλλά και οι… συνάδελφοί τους πλανόδιοι καστανάδες, σαλεπιτζήδες και κουλουρτζήδες, αναπτύσσουν διαλεκτική σχέση με την κοινωνία. Βρίσκονται στα σημεία που οι ίδιοι επιλέγουν επειδή είναι πολυσύχναστα. Αλλά με το ταλέντο τους ενισχύουν -σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις- την ελκυστικότητα αυτών των σημείων.

Όσο πλησιάζουν οι γιορτές -όπως και αργότερα μόλις μπαίνει η Άνοιξη- παραδοσιακά οι μουσικοί -κυρίως-, αλλά και οι ζωγράφοι, οι γλύπτες, οι ακροβάτες στο δρόμο αυξάνονται. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, καθώς έχει αρθεί ο άθλιος νομοθετικός χαρακτηρισμός της επαιτείας που τους συνόδευε. Έστω τυπικά, αφού κανένα όργανο της τάξης δεν τους ενοχλούσε. Αυτό το πλανόδιο τσίρκο που απαρτίζουν μεμονωμένοι αρτίστες μοιάζει να συντονίζεται, κάτι που οφείλεται στη φύση της δραστηριότητας, αλλά και στο περιορισμένο του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Όπως συμβαίνει στη Φλωρεντία, στο Μόναχο, στο Λονδίνο, στην Πράγα, στο Βελιγράδι, στη Ρώμη και σε κάθε αστική περιοχή της Ευρώπης, από την οποία έχουν περιοριστεί ή εξοριστεί τα αυτοκίνητα και η κίνηση διεξάγεται κυρίως πεζή.