του Δημήτρη Μήτρου
Το Τεχνικό Πρόγραμμα του δήμου Θεσσαλονίκης για το 2026 δεν είναι μια ουδέτερη διοικητική πράξη. Είναι πολιτική επιλογή. Και κρίνεται όχι από το ύψος των πιστώσεων ή τον αριθμό των εγγραφών, αλλά από το αν υπηρετεί μια σαφή στρατηγική για την καθημερινότητα των γειτονιών ή αν περιορίζεται στη διαχείριση εκκρεμοτήτων.
Τα προηγούμενα χρόνια αποδείχθηκε στην πράξη ότι οι επεμβάσεις στις γειτονιές έχουν αποτέλεσμα όταν σχεδιάζονται με ενιαίο τρόπο και με χωρική συνέχεια. Όταν δηλαδή ο δήμος δεν λειτουργεί αποσπασματικά, αλλά αντιμετωπίζει ολόκληρες περιοχές ως ενιαία σύνολα υποδομών.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της προσέγγισης αποτέλεσαν παρεμβάσεις στην Ε΄ Κοινότητα στην περιοχή που περικλείεται μεταξύ των οδών Πέτρου Συνδίκα, Βασιλίσσης Όλγας, Παλαιού Αρχαιολογικού Μουσείου και Δελφών, στη Δ΄ Κοινότητα τόσο στο μέτωπο από τα όρια με την Πυλαία έως το γήπεδο του ΠΑΟΚ όσο και στην περιοχή που περικλείεται μεταξύ των οδών Λαμπράκη, Διάγορα και Αγ. Μαρίνας και στη Β΄Κοινότητα στην περιοχή μεταξύ των οδών Μοναστηρίου, Λαγκαδά και Μ. Καλού. Εκεί, τα έργα δεν έγιναν ως μεμονωμένες επεμβάσεις, αλλά ως αναπλάσεις-συντηρήσεις που αφορούσαν το σύνολο των βασικών υποδομών.
Αυτή η επιλογή δεν είχε μόνο καλύτερο αισθητικό ή λειτουργικό αποτέλεσμα. Εξασφάλισε οικονομία κλίμακας, καλύτερο συντονισμό των εργοταξίων και ουσιαστικό έλεγχο των χρονοδιαγραμμάτων. Κυρίως όμως απέδειξε ότι ο δήμος μπορεί να λειτουργεί με σχέδιο και όχι με λογική «μπαλώματος».
Επιπλέον σήμερα, με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο για τη βιώσιμη κινητικότητα, η ανάγκη για τέτοιου είδους σχεδιασμό είναι ακόμη πιο επιτακτική. Κάθε γεωμετρική αλλαγή στο οδόστρωμα ή στα πεζοδρόμια που μεταβάλλει κυκλοφοριακά δεδομένα ή μειώνει το πλάτος του δρόμου απαιτεί κυκλοφοριακές μελέτες, εγκρίσεις και δημοσίευση σε ΦΕΚ. Όταν τα έργα σχεδιάζονται αποσπασματικά, η διαδικασία αυτή θα επαναλαμβάνεται άσκοπα, δημιουργώντας καθυστερήσεις και διοικητικό κόστος.
Αντίθετα, η επιλογή συγκεκριμένων περιοχών για ενιαίες επεμβάσεις επιτρέπει την έγκαιρη εκπόνηση ολοκληρωμένων κυκλοφοριακών μελετών και την ταχύτερη έγκρισή τους από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας–Θράκης. Πρόκειται για μια επιλογή που μειώνει τον χρόνο υλοποίησης και αυξάνει την αποτελεσματικότητα, όχι για μια θεωρητική πολυτέλεια.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο βασικός πυρήνας του κατασκευαστικού προγράμματος για τις γειτονιές οφείλει να στηρίζεται σε συμφωνίες-πλαίσιο που καλύπτουν όλες τις ομάδες εργασιών: οδοστρώματα, πεζοδρόμια, φωτισμό, φυτεύσεις, αστικό εξοπλισμό. Οι πρόσφατα συμβασιοποιημένες συμφωνίες πλαίσιο για ανακατασκευή πεζοδρομίων και ασφαλτοστρώσεις που προώθησε η Διοίκηση του Δήμου μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, κυρίως σε περιπτώσεις άμεσων ζητημάτων ασφάλειας. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν έναν συνεκτικό χωρικό σχεδιασμό. Δεν μπορεί σε μια περιοχή άλλος εργολάβος να κατασκευάζει τα πεζοδρόμια, άλλος να βάζει τα φωτιστικά και άλλος να κάνει φυτεύσεις . Και όμως αν και υπάρχουν έτοιμα τεύχη από το παρελθόν το Τεχνικό πρόγραμμα του 2026 δεν έχει τέτοιες Συμφωνίες Πλαίσιο για συνολικές επεμβάσεις.
Όπως προανέφερα η ψήφιση του Τεχνικού Προγράμματος της επόμενης χρονιάς αποτελεί κρίσιμη στιγμή επιλογής κατεύθυνσης. Είτε θα επικρατήσει μια λογική αποσπασματικών επεμβάσεων και μετακύλισης προβλημάτων στο μέλλον, είτε θα αξιοποιηθεί η εμπειρία και οι πρακτικές που ήδη απέδωσαν, σε ακόμη περισσότερες γειτονιές.
Γιατί η αναβάθμιση της Θεσσαλονίκης δεν κρίνεται μόνο στις «εμβληματικές» αναπλάσεις, αλλά και στη συνέπεια, στη συνέχεια και στην οργάνωση με την οποία αντιμετωπίζονται οι γειτονιές της.
Ο Δημήτρης Μήτρου είναι τοπογράφος μηχανικός-μελετητής δημοσίων έργων και διετέλεσε επί σειρά ετών αιρετό μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του Τεχνικού Επιμελητηρίου-Τμήματος Κεντρικής Μακεδονίας.