Skip to main content

Τέσσερις ώρες σε μια σύσκεψη, έτσι, χωρίς πρόγραμμα

Πρόκειται για μια επαναλαμβανόμενη κοινοτοπία η οποία συντηρείται, με τη μία ή την άλλη μορφή της, για κάτι λιγότερο από μια εικοσαετία

Κάθε Σεπτέμβρη τα φώτα της εγχώριας πολιτικής επικαιρότητας στρέφονται στη Θεσσαλονίκη ελέω Διεθνούς Εκθέσεως. Το ίδιο πρόκειται να συμβεί και φέτος αρχής γενομένης από χθες που πραγματοποιήθηκε η καθιερωμένη σύσκεψη των εκπροσώπων των φορέων της πόλης, με κυβερνητικό κλιμάκιο, παρουσία του πρωθυπουργού.

Πρόκειται για μια επαναλαμβανόμενη κοινοτοπία η οποία συντηρείται, με τη μία ή την άλλη μορφή της, για κάτι λιγότερο από μια εικοσαετία, χωρίς σχεδόν το παραμικρό αποτέλεσμα. Το θεσμό αυτών των συναντήσεων είχε καθιερώσει ο Κώστας Σημίτης επί ημερών του οποίου οι συσκέψεις είχαν μετατραπεί σε ένα είδος ομαδικής ψυχοθεραπείας καθώς συμμετείχαν σε αυτές δεκάδες εκπρόσωποι φορέων και σχεδόν το σύνολο του υπουργικού συμβουλίου.

Η διάρκεια των συσκέψεων υπερέβαινε ενίοτε και τις έξι ώρες και η μόνη χρησιμότητά τους ήταν να εκτονώνεται άπαξ ετησίως η δυσαρέσκεια των Θεσσαλονικέων έναντι του αθηνοκεντρικού κράτους. Ενδεικτικό της αναποτελεσματικότητας αυτών των συναντήσεων ήταν το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι των φορέων υπέβαλαν το ίδιο ακριβώς υπόμνημα αιτημάτων της προηγούμενης χρονιάς, αλλάζοντας απλώς και μόνον την ημερομηνία, καθώς στο ενδιάμεσο δεν είχε γίνει το παραμικρό.

Το μάταιο του πράγματος το αντελήφθη εγκαίρως ο Κώστας Καραμανλής ο οποίος, αφού υπέστη δύο φορές αυτή τη δοκιμασία, αποφάσισε να καταργήσει αυτές τις συσκέψεις και τις αντικατέστησε με μια συνάντηση στο Μέγαρο Μαξίμου, στην οποία συμμετείχαν έξι επτά εκπρόσωποι των σημαντικότερων φορέων της Θεσσαλονίκης. Το μοντέλο αυτό ακολούθησαν και όλοι οι μετέπειτα πρωθυπουργοί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι συναντήσεις αυτές κατέστησαν περισσότερο παραγωγικές.

Στο ίδιο μοτίβο κινήθηκε και ο Αλέξης Τσίπρας με τη διαφορά ότι από πέρυσι, που στο μεταξύ είχε λειτουργήσει το παράρτημα του πρωθυπουργικού γραφείου στην πόλη, η σύσκεψη συγκαλείται ξανά στη Θεσσαλονίκη. Με τα ίδια, ωστόσο, πενιχρά αποτελέσματα. Όσοι εκπρόσωποι φορέων συμμετείχαν στη φετινή και στην περσινή σύσκεψη, αλλά και σε παλαιότερες επί πρωθυπουργίας Σαμαρά, διαπιστώνουν ότι γίνονται από συνήθεια και μόνον για το θεαθήναι. Διότι κανείς πρωθυπουργός δεν έχει το σθένος να τις καταργήσει και να τις υποκαταστήσει από άλλες, χρησιμότερες και αποτελεσματικότερες διαδικασίες διαβούλευσης.

Ο Αλέξης Τσίπρας είχε την ευκαιρία να το κάνει, με το πρόσχημα έστω, της μόνιμης λειτουργίας παραρτήματος του γραφείου του στη Θεσσαλονίκη. Προτίμησε όμως κι αυτός την πεπατημένη. Μάλιστα, φέτος, στην τετράωρης διάρκειας σύσκεψη δεν δίστασε να επαναλάβει παλιές, χιλιοειπωμένες κοινοτοπίες όπως «η Θεσσαλονίκη δεν είναι πλέον ο ‘φτωχός συγγενής’», πως «θα γίνει πραγματική πρωτεύουσα των Βαλκανίων» και άλλα παρόμοια.

Εάν αυτού του είδους οι συσκέψεις ήταν σε θέση να αλλάξουν τη μοίρα της Θεσσαλονίκης, τότε θα γίνονταν μία κάθε μήνα και θα ξεμπερδεύαμε. Όμως, το ζητούμενο είναι η (κάθε) Θεσσαλονίκη να μπορεί να καθορίζει μόνη της τις τύχες της. Κι αυτό δεν γίνεται με τέτοιου είδους συσκέψεις, ούτε με πρωθυπουργικά παραρτήματα. Μοναδική λύση είναι η ουσιαστική αποκέντρωση, την οποία δεν τόλμησε καμία κυβέρνηση, ούτε δυστυχώς η σημερινή.