*Του Χάρη Κυπριανίδη, προέδρου Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης
Ήρθε η ώρα η Πολιτεία να ασχοληθεί με την μισθωτή εργασία στην Ελλάδα και να προχωρήσει σε πρωτοβουλίες που θα στοχεύουν στην πραγματική στήριξη των εργαζομένων αν θέλουμε να συγκρινόμαστε με την υπόλοιπη Ευρώπη κι όχι με τα Βαλκάνια, που σε ορισμένες περιπτώσεις μάς έχουν ξεπεράσει.
Την ώρα, που η κυβέρνηση ετοιμάζεται να θέσει προς ψήφιση τον νόμο του υπουργείου Εργασίας που θεσμοθετεί το 13ωρο στην εργασία στον ίδιο εργοδότη και αποτελεί τη χαριστική βολή στα δικαιώματα και στα κεκτημένα μας, άλλες χώρες αποφασίζουν την γενναία ενίσχυση του εισοδήματος των μισθωτών μέσα από αυξήσεις μισθών και τη μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας.
Σε έναν κόσμο της Τεχνητής Νοημοσύνης, σε έναν κόσμο που οι αποστάσεις και ο χρόνος... μηδενίζονται, που τα ρομπότ έχουν μπει για τα καλά στην παραγωγική διαδικασία, που η επιστήμη κάνει άλματα, οι αγορές γίνονται με το πάτημα λίγων κλικς και πολλά άλλα, το να συζητάμε στην Ελλάδα για τη θέσπιση της 13ωρης εργασίας είναι επιστροφή στον Μεσαίωνα, σε έναν εργασιακό Μεσαίωνα που οι εργαζόμενοι δεν έχουν δικαιώματα, δεν έχουν ζωή, δεν έχουν ποιότητα, δεν έχουν αξιοπρέπεια.
Ας αναλογιστούν καλά τις συνέπειες όσοι σε λίγες ώρες θα υπερψηφίσουν το νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας, έναν νομοσχέδιο που απορρυθμίζει πλήρως την αγορά εργασίας.
Αν θέλουμε λοιπόν να συγκρινόμαστε με τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες ήρθε η ώρα να μιλήσουμε και όσοι ασκούν πολιτική να αποφασίσουν την επαναφορά των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (για τις οποίες εξάλλου υπάρχει και ευρωπαϊκή οδηγία) και την πλήρη αποκατάσταση του πλαισίου των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων που είναι ο μόνος δρόμος και ο μόνος δημοκρατικός τρόπος για τη ριζική βελτίωση των όρων εργασίας και αμοιβής των εργαζόμενων. Μόνο μέσα από την επαναφορά των ΣΣΕ, αποτέλεσμα διαλόγου και διαπραγμάτευσης των κοινωνικών εταίρων θα επιτευχθούν ουσιαστικές αυξήσεις μισθών, αυξήσεις που θα στηρίζονται στα δεδομένα του σήμερα κι όχι του χθες και οι οποίες θα έχουν ως αποτέλεσμα την πραγματική ενίσχυση του εισοδήματός μας. Απαραίτητο στην Ελλάδα του 2025: την Ελλάδα της ακρίβειας, της στεγαστικής κρίσης, της ενεργειακής κρίσης, των μονοπωλίων και της αισχροκέρδειας.

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας. Σε μια εποχή που ο αγώνας για την επιβίωση δημιουργεί άγχος, στρες, burnout, κατάθλιψη, μείωση ψυχικής αντοχής και πολλά προβλήματα είναι σχεδόν απαραίτητο οι εργαζόμενοι να βρίσκουν περισσότερο χρόνο για να αποσυμπιεστούν, να ξεχαστούν, να περάσουν με τις οικογένειες και τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Λίγο πριν την φετινή ΔΕΘ, η ΓΣΕΕ και το ΙΝΕ ΓΣΕΕ σε συνέντευξη Τύπου παρουσίασαν την πρότασή τους για καθιέρωση ως χρόνου εργασίας τις 37,5 ώρες εβδομαδιαίως. Μια πρόταση αποτέλεσμα σοβαρής και τεκμηριωμένης επιστημονικής μελέτης. Σε άλλες χώρες η αρχή έγινε με την μείωση του χρόνου στις 35 ώρες. Χώρες που αποτελούν παραδείγματα ανάπτυξης, συλλογικής, επαγγελματικής και προσωπικής. Πρέπει και στην Ελλάδα να γίνει η αρχή. Ο χρόνος εργασίας δεν είναι εμπόρευμα, είναι η ζωή μας και η μείωση του ωραρίου είναι θεμέλιο για την οικοδόμηση της ποιότητας της εργασίας.
Ήρθε η ώρα επίσης να μιλήσουμε για την ανασυγκρότηση και τον εκσυγχρονισμό των ελεγκτικών Aρχών και την πραγματική ενίσχυσή τους με προσωπικό και εξοπλισμό, ώστε αφενός να πραγματοποιούνται έλεγχοι στους χώρους δουλειάς και αφετέρου οι έλεγχοι αυτοί να είναι ουσιαστικοί και να φέρνουν πραγματικά αποτελέσματα. Πρόστιμα που εισπράττονται προς παραδειγματισμό άλλων και όπου κρίνεται απαραίτητο να λαμβάνονται κι άλλα πιο επώδυνα μέτρα. Καθημερινά ολοένα και αυξάνονται τα εργατικά ατυχήματα και δυστυχήματα με την Πολιτεία απλώς να παρακολουθεί και να μην παρεμβαίνει αποτελεσματικά. Σε αυτό πρέπει επιτέλους να μπει μια τελεία. Και προφανώς για να συμβεί αυτό κάποιος πρέπει να έχει τη βούληση να το σταματήσει και να είναι αποφασισμένος να σπάσει αβγά χωρίς να υπολογίζει το όποιο πολιτικό κόστος.
Τα παραπάνω είναι μόνο η αρχή για να ανοίξει ο δρόμος και η χώρα μας να ακολουθεί την πορεία άλλων κρατών της ΕΕ σε ό,τι αφορά ζητήματα εργασίας. Για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει να συνεργαστούμε. Θα πρέπει η Πολιτεία να ακούσει τις προτάσεις μας και να μην μας αντιμετωπίζει ως το πρόβλημα αλλά ως μέρος της λύσης του προβλήματος.
Αυτό διεκδικούμε και γι’ αυτό θα συνεχίσουμε να παλεύουμε στην πρώτη γραμμή του αγώνα συλλογικά.