*Του Μιχάλη Χουρδάκη
Η 27η Ιανουαρίου δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στο καλεντάρι των διεθνών επετείων. Είναι η μέρα που το 1945 οι πύλες του Άουσβιτς-Μπίρκεναου άνοιξαν, αποκαλύπτοντας το βάθος ενός εγκλήματος που στόχευσε ευθέως την ανθρώπινη αξία. Σήμερα, το 2026, η Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος μας βρίσκει μπροστά σε μια ανησυχητική πραγματικότητα: η μνήμη κινδυνεύει να γίνει τυπική, ενώ το μίσος εξακολουθεί να προσαρμόζεται και να επιμένει.
Για τη Θεσσαλονίκη, η ημέρα αυτή έχει μια ιδιαίτερη, σχεδόν βιωματική βαρύτητα. Η εβραϊκή κοινότητα της πόλης δεν υπήρξε μια φιλοξενούμενη μειονότητα. Ήταν βασικό στοιχείο της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής της Θεσσαλονίκης για αιώνες. Η ναζιστική Κατοχή δεν αφαίρεσε μόνο ζωές. Διέκοψε βίαια τη συνέχεια της πόλης, αφήνοντας ένα κενό που για χρόνια δεν ειπώθηκε με λόγια.
Η αναμέτρηση με τη συλλογική αμνησία
Για μεγάλο διάστημα, η Θεσσαλονίκη δυσκολεύτηκε να κοιτάξει αυτή την απώλεια κατάματα. Η εξόντωση περίπου 50.000 συμπολιτών μας αντιμετωπίστηκε συχνά ως μια τραγωδία που αφορούσε «άλλους». Ως Θεσσαλονικιός, γνωρίζω ότι αυτή η σιωπή δεν ήταν πάντα άγνοια· ήταν συχνά αμηχανία.
Η ανέγερση του Μουσείου Ολοκαυτώματος δεν είναι απλώς μια αρχιτεκτονική προσθήκη. Είναι μια καθυστερημένη, αλλά αναγκαία παραδοχή: η ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης είναι αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας της πόλης. Σε μια εποχή όπου η ιστορική σχετικοποίηση και οι θεωρίες συνωμοσίας διακινούνται εύκολα στον ψηφιακό δημόσιο χώρο, το Μουσείο αυτό οφείλει να λειτουργήσει ως σταθερό σημείο αναφοράς.
Η γενεακή ευθύνη: από τη μαρτυρία στη γνώση
Καθώς οι τελευταίοι επιζώντες, οι άνθρωποι που μετέφεραν τη μνήμη μέσα από την προσωπική τους μαρτυρία, φεύγουν από τη ζωή, περνάμε σε μια κρίσιμη καμπή. Οι νεότερες γενιές δεν φέρουν ενοχή για όσα συνέβησαν. Φέρουν, όμως, την ευθύνη της γνώσης.
Σε έναν κόσμο όπου η πόλωση ευνοείται και η δημόσια συζήτηση συχνά απλουστεύεται επικίνδυνα, η κατανόηση του Ολοκαυτώματος δεν είναι απλώς ιστορική γνώση. Είναι εργαλείο δημοκρατικής αυτοπροστασίας.
Οι νέοι της πόλης πρέπει να γνωρίζουν ότι η φρίκη δεν ξεκίνησε από τα τρένα του Παλαιού Σιδηροδρομικού Σταθμού. Προηγήθηκε ο αποκλεισμός, η ανοχή στη στοχοποίηση, η συνήθεια να θεωρείται ο «άλλος» πρόβλημα. Η εκπαίδευση στη συνύπαρξη δεν είναι θεωρητική άσκηση· είναι αναγκαία συνθήκη για μια ανοιχτή κοινωνία.
Η πολιτική χρησιμότητα της Μνήμης
Το «Ποτέ Ξανά» κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα κενό σύνθημα, αν δεν συνοδεύεται από διαρκή πολιτική και κοινωνική επαγρύπνηση. Σε μια Ευρώπη όπου η ακροδεξιά ρητορική κανονικοποιείται και ο αντισημιτισμός συχνά μεταμφιέζεται σε «πολιτική άποψη», η μνήμη δεν μπορεί να είναι ουδέτερη.
Η αποδοχή του «άλλου», είτε αφορά τη θρησκεία, την καταγωγή είτε την ταυτότητα, δεν είναι ζήτημα ευαισθησίας, αλλά μέτρο πολιτισμού. Η Πολιτεία, η Τοπική Αυτοδιοίκηση και οι θεσμοί έχουν καθήκον να λειτουργούν ως ανάχωμα απέναντι στον αποκλεισμό. Η συμπερίληψη δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η άμυνα της δημοκρατίας απέναντι στον αυταρχισμό, που πάντα ξεκινά στοχοποιώντας τους λίγους, πριν στραφεί εναντίον των πολλών.
Μια δέσμευση για το μέλλον
Η επιστροφή των λιγοστών επιζώντων μετά το 1945 σε μια πόλη που είχε μάθει να ζει χωρίς αυτούς υπήρξε μια σιωπηλή πράξη αξιοπρέπειας. Σήμερα, η δική μας αξιοπρέπεια κρίνεται σε πιο απλές, καθημερινές επιλογές: στον τρόπο που μιλάμε, που εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας, που αντιδρούμε όταν το μίσος εμφανίζεται δίπλα μας.
Το «Ποτέ Ξανά» δεν είναι επετειακή διατύπωση. Είναι μια διαρκής ηθική και πολιτική δέσμευση. Και στη Θεσσαλονίκη του 2026, οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι η μνήμη θα παραμείνει ζωντανή, όχι ως βάρος, αλλά ως οδηγός για ένα μέλλον όπου το σκοτάδι δεν θα βρει ξανά χώρο να ριζώσει.
Ποτέ Ξανά.
Ο Μιχάλης Χουρδάκης είναι καθηγητής Ιατρικής Α.Π.Θ., ανεξάρτητος βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης
