Οι αναπλάσεις στη Θεσσαλονίκη αποτελούν έργα που έχουν ιδιαίτερη αξία κυρίως επειδή έρχονται να διορθώσουν αστοχίες (sic!) του παρελθόντος. Η αδυναμία μας ως τοπική κοινωνία να προσαρμοστούμε στα δεδομένα της πόλης, να τα αποδεχτούμε, να τα αφομοιώσουμε, αναγνωρίζοντας τα λάθη, και να πάμε παρακάτω, δεν επιτρέπει όσα έργα κι αν γίνουν να αποκτήσουμε την αίσθηση ότι η πόλη εκσυγχρονίζεται και κάνει το αναγκαίο βήμα μπροστά.
Δεν είναι κάτι παράξενο, αντιθέτως είναι κάτι πολύ λογικό. Διότι η ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι στρεβλώσεις είναι μεγάλη. Πολύς κόσμος βλέπει στραβά κι ανάποδα στον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε η Θεσσαλονίκη. Όμως όσο μένουμε στο παρελθόν είναι αδύνατο να βελτιώσουμε το παρόν και να αναζητήσουμε ένα καλύτερο μέλλον. Οι αστικές αναπλάσεις που χρηματοδοτούνται όμως κυρίως από ευρωπαϊκούς πόρους δεν έχουν τη λογική της διόρθωσης, αλλά της προόδου.
Ας το πάρουμε όμως από τη νοοτροπία της τοπικής κοινωνίας, την οποία επαναλαμβάνω θεωρώ απολύτως δικαιολογημένη. Οι αναπλάσεις στη Θεσσαλονίκη χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για πολιτικούς λόγους. Για λόγους λεζάντας θα έλεγα, διότι καθιερώθηκε ο όρος «έργα βιτρίνας», που τις αντιπροσώπευε για χρόνια.
Στο παρελθόν (όχι το τόσο μακρινό) αυτόν τον σκοπό εξυπηρετούσαν κυρίως τα έργα ανάπλασης σε όλο το πολεοδομικό συγκρότημα. Υπήρχαν τα λεφτά, οι σχετικές παρεμβάσεις ήταν σχετικά εύκολες και σύντομες και συνεπώς κάποιοι βρήκαν την ευκαιρία να κάνουν έργα, τα οποία σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες της πόλης και της κοινωνίας ήταν ήσσονος σημασίας ή αν θέλετε μια πολυτέλεια, αλλά η φυγή εμπρός εξυπηρετούσε πολιτικά αφηγήματα και οικονομικά συμφέροντα.
Όταν σε μια τοπική κοινωνία οι υποδομές είναι ανεπαρκείς, σημαντικοί τομείς της καθημερινότητας εμφανίζουν προβλήματα και συντρέχουν μια σειρά άλλοι λόγοι για να χρησιμοποιήσεις τους διαθέσιμους πόρους σε παρεμβάσεις αντιμετώπισης των κυρίαρχων προβλημάτων, με ποια λογική επιλέγεις να κάνεις μια ανάπλαση, που ουσιαστικά αφορά στον εξωραϊσμό μιας μικρής περιοχής, στην κατασκευή ενός πάρκου, ενός σιντριβανιού, μιας παιδικής χαράς κτλ.;
Πραγματικές προτεραιότητες και ανάγκες που τις αφήνουμε πίσω, προκειμένου να διαθέσουμε τους πόρους σε έργα που θα φτιάξουν τη διάθεση των πολιτών, που θα αλλάξουν την εικόνα περιοχών, που υλοποιούνται σε μικρό χρονικό διάστημα, που δεν κοστίζουν πολλά λεφτά και το αποτύπωμά τους είναι άμεσο στην καθημερινότητα. Κυρίως έργα που καλύπτουν το έλλειμμα στην αντιμετώπιση των ουσιαστικών προβλημάτων και πολλές φορές εξαφανίζουν τη γύμνια διοικήσεων, φέρνοντας ψήφους και περιορίζοντας τη γκρίνια και τη φθορά.
Με αυτή τη λογική, που ακολουθήθηκε από πολλούς, πορευτήκαμε στη Θεσσαλονίκη επί πολλά χρόνια, με αποτέλεσμα να κολλήσουμε την ταμπέλα των «έργων βιτρίνας» στις αναπλάσεις.
Οι καιροί άλλαξαν και ο κόσμος πλέον άρχισε να εκτιμά τον αντίκτυπο των αναπλάσεων στην καθημερινότητά του. Έπρεπε πρώτα να πιάσουμε πάτο. Και τον πιάσαμε. Με τα σπασμένα πεζοδρόμια, με τις καταλήψεις του ελεύθερου και δημόσιου χώρου, με τις επικίνδυνες παιδικές χαρές, με τις εστίες παραβατικότητας σε πάρκα και πλατείες, με το σκοτάδι να πέφτει σε κάθε γωνιά της πόλης και με το πράσινο αντί να αυξάνεται να περιορίζεται και πάει λέγοντας.
Κυρίως όμως άρχισαν να εκτιμούν την πραγματική αξία των αναπλάσεων οι τοπικοί άρχοντες. Πρωτίστως επειδή πλέον τα σιντριβάνια και οι ψευτοπαρεμβάσεις δεν έφερναν ψήφους, αλλά οι ολοκληρωμένες παρεμβάσεις αστικής ανάπλασης σε κάποια περιοχή δημιουργούσαν νέα δεδομένα καθημερινότητας και βιοτικού επιπέδου. Και τελικά άρχισαν να φέρνουν και ψήφους. Για την ακρίβεια άρχισαν να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την αξιολόγηση μιας διοίκησης από τους πολίτες.
Οι αστικές αναπλάσεις από ψηφοθηρικό εργαλείο μετατράπηκαν σε μοχλό ανάπτυξης και ευημερίας σε τοπικό επίπεδο. Οδήγησαν σε λύση ευρύτερων προβλημάτων, από την εμπορική κίνηση σε κάποιες περιοχές, μέχρι την αύξηση της αξίας των ακινήτων κι από την καλύτερη μετακίνηση των πολιτών μέχρι την καλύτερη ποιότητα του δομημένου περιβάλλοντος και του αέρα που αναπνέουμε.
Πλέον οι αστικές αναπλάσεις είναι αναπόσπαστο κομμάτι των τεχνικών προγραμμάτων των δήμων, των σχεδίων της Περιφέρειας και της κυβέρνησης για τη Θεσσαλονίκη και προτεραιότητα των τοπικών κοινωνιών που θέλουν μια καλύτερη καθημερινότητα, ένα καλύτερο επίπεδο διαβίωσης.
Χρειάστηκε να δούμε τα αποτελέσματα από αναπλάσεις που ολοκληρώθηκαν για να πάψουμε να τις χαρακτηρίζουμε «έργα βιτρίνας». Έτσι δεν χαρακτηρίστηκε εξ αρχής η ανάπλαση της Νέας Παραλίας; Κι όμως αποδείχτηκε ουσιαστικό έργο, το οποίο εκτιμήθηκε και χρησιμοποιείται δεόντως και καθημερινά από την κοινωνία. Το ίδιο ισχύει για παράδειγμα για την ανάπλαση της παραλίας στον δήμο Θερμαϊκού ή για την ανάπλαση στην περιοχή της Νικόπολης. Παλαιότερα είχαμε κι ένα εμβληματικό δείγμα μιας πρωτοποριακής για την εποχή της ανάπλασης, που έβγαλε από την υποβάθμιση μια περιοχή και την ενέταξε στη ζωή της πόλης με καλύτερους όρους. Αναφέρομαι στην ανάπλαση που έγινε στην περιοχή των Λαδάδικων. Αρκεί να θυμηθούμε τις τύπου «βιτρίνας» παρεμβάσεις που γίνονταν στο μακρινό παρελθόν σε μια περιοχή που χρειαζόταν ουσιαστικά αναγέννηση και την απόφαση να γίνει μια γενναία ολοκληρωμένη παρέμβαση, η οποία διαμόρφωσε τον νέο χαρακτήρα της κεντρικής αυτής περιοχής.
Δεν μιλάμε πια για «στολίδια» σε περιοχές γυμνές από ρούχα, αλλά για ουσιαστικές παρεμβάσεις βιωσιμότητας.
Σε αυτό το νέο πλαίσιο, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, οι αστικές αναπλάσεις έχουν μέλλον και καθορίζουν και την ποιότητα του μέλλοντος της Θεσσαλονίκης, τόσο σε επίπεδο εικόνας όσο και σε επίπεδο λειτουργίας.
Τα επόμενα χρόνια οι αστικές αναπλάσεις θα μας απασχολήσουν πολύ σε όλον τον νομό Θεσσαλονίκης. Δεν είναι μόνον το μεγάλο πρόγραμμα βιώσιμης αστικής ανάπτυξης που τρέχει η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, σε 12 από τους 14 δήμους της περιοχής, και το οποίο έχει διπλάσιους διαθέσιμους πόρους σε σχέση με το προηγούμενο που ήταν και το πρώτο μέσω ΕΣΠΑ που υλοποιήθηκε. Είναι και η διάθεση των δημοτικών αρχών να παραδώσουν τέτοιου είδους έργα, επειδή συνιστούν απτή απόδειξη του συνολικού έργου που αφήνουν στην πόλη και στους πολίτες στη διάρκεια της θητείας τους.
Να επισημάνω ότι στο σύνολό τους οι σημερινές διοικήσεις των δήμων έχουν εξαγγείλει την υλοποίηση σειράς αναπλάσεων στη διάρκεια της τρέχουσας πενταετίας. Κι επειδή αξιολογήθηκαν και για το προεκλογικό πρόγραμμά τους έχουν την αγωνία να υλοποιήσουν ό,τι έταξαν.
Στο πλαίσιο των αστικών αναπλάσεων που είναι σε εξέλιξη ή περιμένουμε να δρομολογηθούν υπάρχουν εμβληματικά έργα τα οποία κυριολεκτικά θα αλλάξουν προς το καλύτερο ελπίζουμε τη Θεσσαλονίκη. Αρκεί να σημειώσω την ανάπλαση της ΔΕΘ, την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου σε μήκος 40 χλμ., από το Καλοχώρι μέχρι το Αγγελοχώρι, την ανάπλαση της Παλιάς Παραλίας, την ανάπλαση του άξονα της Αριστοτέλους, την ανάπλαση στο Ιπποκράτειο, την ανάπλαση στις συνοικίες Βότση και Κηφισιά στην Καλαμαριά, την ανάπλαση ακόμα στο κέντρο του δήμου Λαγκαδά ή στη Σίνδο, τις αναπλάσεις στα πρώην στρατόπεδα.
Και μέσω αυτού του τρόπου μπορεί η Θεσσαλονίκη να αλλάξει εικόνα και λειτουργία. Με τοπικού χαρακτήρα παρεμβάσεις, με βιώσιμες αστικές αναπλάσεις, που όλες «κουμπώνουν» στο όραμα για την επόμενη μέρα της Θεσσαλονίκης ως μιας μητρόπολης.