Skip to main content

Θεσσαλονίκη: Το στρεβλό μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης και η απροθυμία αλλαγής του

Η «βαριά βιομηχανία» της χώρας αγγίζει μόνον τρεις δήμους της Θεσσαλονίκης, ενώ θα μπορούσε να αγγίζει και τους 14. Λείπουν οι υποδομές και το πρώτο βήμα από την Πολιτεία, που αγνοεί επιδεικτικά τις βασικές ανάγκες

Ο τουρισμός της Θεσσαλονίκης δεν μπορεί να αφορά αποκλειστικά στον κεντρικό δήμο ή στους δυο παραλιακούς δήμους του νομού (Θερμαϊκού και Βόλβης). Αν θέλουμε ως περιοχή να προσελκύσουμε περισσότερους επισκέπτες από το εσωτερικό της χώρας κι από το εξωτερικό οφείλουμε να αλλάξουμε νοοτροπία και οφείλουμε να το κάνουμε όλοι μαζί.

Τα θεαματικά στοιχεία από τον ελληνικό τουρισμό δεν λένε όλη την αλήθεια. Θέλουμε ως χώρα να αντιμετωπίζουμε τον τουρισμό σαν βαριά βιομηχανία και τα έσοδά του να είναι κρίσιμα για όλους κι όχι για κάποιους μόνο προορισμούς. Επίσης θέλουμε να έχουμε τουρισμό 365 ημερών. Και επίσης στη θεωρία έχουμε αντιληφθεί το αδιέξοδο μοντέλο του παρελθόντος και θέλουμε να αναδείξουμε κι άλλους προορισμούς.

Όλα αυτά σε επίπεδο στόχων, τους οποίους όμως προς το παρόν αδυνατούμε να υπηρετήσουμε. Όχι επειδή δεν μπορούμε, αλλά επειδή δεν θέλουμε. Δεν θέλουμε να συνεργαστούμε, να εκπονήσουμε ένα συνεκτικό σχέδιο και να το υλοποιήσουμε με πρωτεργάτη την Πολιτεία, για να ακολουθήσει και ο ιδιωτικός τομέας.

Πού είναι τα περιπατητικά μονοπάτια στα απίθανα τοπία του ορεινού Λαγκαδά; Πού είναι οι πολιτιστικές διαδρομές στον δήμο Χαλκηδόνος; Πού είναι η προβολή, ανάδειξη και αξιοποίηση του Δέλτα Αξιού;

Παραδείγματα πολλά. Αλλά σε αυτά παλεύουν μόνοι τους οι τοπικοί φορείς. Χωρίς ουσιαστική βοήθεια από την Πολιτεία. Περιμένουμε τον ιδιωτικό τομέα να κάνει το πρώτο βήμα, να γίνει ο επενδυτής πειραματόζωο, να ρισκάρει τα πάντα, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα νέο τουριστικό hot spot. Να πάρει την πρωτοβουλία η Πολιτεία να το κάνει, ούτε λόγος.

Αντιθέτως, η Πολιτεία κοιτάζει πώς θα αντιμετωπίσει τα ζητήματα των ήδη δημοφιλών παγκοσμίως τουριστικών προορισμών σε επίπεδο υποδομών. Και δεν το πετυχαίνει, διότι πολύ απλά οι κορεσμένοι τουριστικοί προορισμοί θα αποφορτιστούν μόνον εάν αναδειχθούν άλλοι, νέοι προορισμοί. Οπότε είναι ηλίου φαεινότερο ότι οι υποδομές πρέπει να κατευθυνθούν αλλού. Σχέδιο για κάτι τέτοιο δεν υπάρχει από κανέναν.

Γνωρίζω προσπάθειες που έγιναν από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, από δήμους, από τον Οργανισμό Τουρισμού Θεσσαλονίκης, αλλά χωρίς τις αναγκαίες υποδομές, αυτές είναι καταδικασμένες να αποτύχουν.

Το να παλεύουμε στη Θεσσαλονίκη για να έρθουν περισσότερα κρουαζιερόπλοια είναι θεμιτό και ευκταίο. Το να παλεύουμε να συνδεθεί το αεροδρόμιο «Μακεδονία» με τις ΗΠΑ και να αρχίσουν οι υπερατλαντικές πτήσεις είναι επίσης ένας μεγάλος στόχος. Τι ωφελεί όμως να συγκεντρωθούν περισσότεροι επισκέπτες και τουρίστες στα λίγα οικοδομικά τετράγωνα του ιστορικού κέντρου της πόλης ή να μεταβούν στις παραλίες της κοντινής Χαλκιδικής, οι οποίες είναι κορεσμένες εδώ και πάρα πολλά χρόνια και δεν αντέχουν άλλους επισκέπτες; Φτάσαμε να έχουν περισσότερο τουρισμό τα εμπορικά κέντρα της πόλης, παρά περιοχές μοναδικού φυσικού κάλλους. Στην πρώτη περίπτωση διοργανώνονται ολόκληρες εκδρομές από τα Βαλκάνια. Στη δεύτερη;

Την ώρα που στις βασικές αρχές της πρώτης ενιαίας ευρωπαϊκής στρατηγικής για τον τουρισμό είναι η ανάδειξη νέων προορισμών για να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα του στρεβλού μοντέλου ανάπτυξης του τουρισμού όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά σε όλη την Ευρώπη, εμείς επιμένουμε στο παλιό και ξεπερασμένο μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης.

Οι τοπικοί φορείς έχουν διαγνώσει εγκαίρως το ζήτημα και προσπαθούν επαναλαμβάνω να κάνουν ό,τι μπορούν για να διορθώσουν αυτή την κατάσταση. Θα απαιτηθεί πολύς χρόνος και μεγάλη προσπάθεια, με άδηλο τελικά αποτέλεσμα. Και το χαρακτηρίζω άδηλο, επειδή συναισθηματικά δεν θέλω να αποδεχτώ ότι η αποτυχία είναι νομοτελειακή. Βλέπω εδώ και αρκετά πλέον χρόνια να είναι σε εξέλιξη ένα συντονισμένο πρόγραμμα τουριστικής προβολής όχι μόνον των δημοφιλών προορισμών της περιοχής μας, αλλά και λιγότερο γνωστών ακόμα και στο εγχώριο ταξιδιωτικό κοινό. Και αυτό το πρόγραμμα αφορά σε όλη την Κεντρική Μακεδονία, όπως είναι αυτονόητο. Είμαστε μια περιφέρεια με κοντινές αποστάσεις, με πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα, τα οποία οι τοπικοί φορείς προσπαθούν να αναδείξουν με πράξεις κι όχι μόνο στα λόγια.

Δεν το πετυχαίνουν, διότι στους περισσότερους από αυτούς τους προορισμούς δεν υπάρχουν οι αναγκαίες υποδομές. Σε κάποιους δεν υπάρχουν ούτε οι βασικές. Δρόμοι για να πάει ο κόσμος, μέσα για να μετακινηθεί, υποδομές φιλοξενίας, ακόμα και εστίασης. Δεν υπάρχει ενημερωτικό υλικό προσβάσιμο από το διαδίκτυο, δεν προβάλλονται παρά μόνο συγκυριακά.

Οι υποδομές όμως είναι το μεγάλο πρόβλημα, και οι κρατικές επενδύσεις επίσης. Για να δώσω ακόμα ένα παράδειγμα, στη Θέρμη υπάρχει δάσος, αλλά κανένας δεν το ξέρει για να το επισκεφθεί. Το Σέιχ Σου (αφήνω εκτός τη σημερινή συγκυρία της αποκοπής της πρόσβασής του) δεν απέκτησε τις υποδομές για να πηγαίνει ο κόσμος μαζικά εκεί. Το Εθνικό Πάρκο Αξιού έχει μερικούς ήρωες να παλεύουν μόνοι τους για να το προστατεύσουν πρωτίστως και οι λιγοστές υποδομές (κάτι παρατηρητήρια πουλιών κτλ.) που θα προσέλκυαν επισκέπτες να μην πω πώς κατάντησαν. Για να πας στα Πετροκέρασα πρέπει να κουβαλάς και εφεδρικό αμάξι. Περιοχές ιδανικές για μοτοπορείες, για ποδήλατο, για περίπατο, όπως π.χ. στον Βερτίσκο, στην Όσσα και τις Πέντε Βρύσες δεν έχουν καν μονοπάτια και κατάλληλη σήμανση. Είναι τόσα πολλά τα παραδείγματα...

Και οι ευθύνες που αποδίδω για τις ελλιπείς υποδομές, οι οποίες αποτελούν τη βάση της τουριστικής ανάπτυξης, στην Πολιτεία είναι το προφανές. Η Πολιτεία, η κεντρική διοίκηση, το υπουργείο, παραδέχομαι ότι έχουν άλλες προτεραιότητες, πιθανότατα πιο σημαντικές από την ανάδειξη των προορισμών της Θεσσαλονίκης. Αν όμως ήθελαν πραγματικά να βοηθήσουν θα δημιουργούσαν εκείνη τη Μητροπολιτική Διοίκηση της Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματικά σε τέτοιου είδους ζητήματα θα μπορούσε να έχει καθοριστικό ρόλο και να πετύχει εκεί που κάθε πρωτοβουλία είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Άλλο ένα παράδειγμα θεσμικής ανεπάρκειας, το οποίο αποδεικνύει την ανάγκη για να διαχειριστεί η τοπική κοινωνία τα του οίκου της, αλλά η Πολιτεία επιμένει να αγνοεί αυτή την ανάγκη επιδεικτικά.

Οπότε ας καταγράφουμε τα ρεκόρ στον τουρισμό, ας χαιρόμαστε με τα έσοδα κι ας μαραζώνουν όλες οι περιοχές με τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους να παραμένουν αναξιοποίητα. Δεν έγινε και κάτι. Υπάρχουν πριν από εμάς τα πλεονεκτήματα και δεν αξιοποιήθηκαν ποτέ. Το κακό είναι ότι δεν θα αξιοποιηθούν κι αφού φύγουμε κι εμείς...