Στην Ελλάδα το δημόσιο είναι ο εύκολος στόχος. Ενδεχομένως όχι άδικα, διότι οι δυσκαμψίες και η αργοπορία του ταλαιπωρούν τους πολίτες και βάζουν εμπόδια στην επιχειρηματικότητα και την οικονομία γενικότερα. Μόνο που οι συγκρίσεις αποβαίνουν σχεδόν πάντα υπέρ του ιδιωτικού τομέα, κάτι που σε ορισμένες περιπτώσεις το αδικούν. Διότι απέναντι στον… ωχαδελφισμό του δημοσίου συστήματος συχνά αντιπαραβάλλεται η κακή -μεταπρατική και κομπραδόρικη- νοοτροπία που συναντάμε στον ιδιωτικό τομέα και συνοψίζεται στην έκφραση «τα δικά μας δικά μας και τα δικά σας δικά μας».
Η πρόσφατη αποκάλυψη της Voria.gr ότι μόλις το 5% των 2.300 ιδιοκτητών ακινήτων και επιχειρήσεων που βρίσκονται στην άτυπη -και άναρχη- βιομηχανική συγκέντρωση του Καλοχωρίου στη Δυτική Θεσσαλονίκη έχουν ανταποκριθεί θετικά στην προσπάθεια της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας να μπει μια τάξη στο χάος της περιοχής είναι εξοργιστική. Όχι μόνο επειδή κινδυνεύει να χαθεί -εάν δεν έχει ήδη χαθεί- η ευκαιρία να αναβαθμιστεί μια περιοχή με τριτοκοσμικά χαρακτηριστικά. Αλλά και διότι μετά από δέκα χρόνια προσπαθειών της ΠΚΜ να ξεπεραστούν τα γραφειοκρατικά εμπόδια της κεντρικής διοίκησης, οι άμεσα εμπλεκόμενοι γυρνούν την πλάτη σε ένα δημιουργικό σχέδιο, το οποίο στηρίζουν ομόφωνα οι συλλογικοί φορείς της επιχειρηματικότητας στη Θεσσαλονίκη, τα Επιμελητήρια και οι Σύνδεσμοι. Το ακόμη χειρότερο είναι ότι η βασική αιτία της αδιαφορίας είναι οι υποχρεώσεις εις γη και εις χρήμα που προκύπτουν με βάση τη νομοθεσία και τις οποίες προδήλως αρνούνται οι εμπλεκόμενοι, παρά τα αυτονόητα οφέλη και τις θετικές επιπτώσεις του έργου της δημιουργίας ολοκληρωμένου Επιχειρηματικού Πάρκου τόσο στη λειτουργικότητα της περιοχής, όσο και στην αξία γης και ακινήτων.
Διαβάστε: Θεσσαλονίκη: Προς ματαίωση πριν καν ξεκινήσει το σχέδιο για Βιομηχανικό Πάρκο στο Καλοχώρι
Όπως διαπιστώνουν όσοι είτε για δουλειά είτε τυχαία βρεθούν στην άτυπη βιομηχανική περιοχή του Καλοχωρίου, που συνορεύει τόσο με τους δύο βασικούς άξονες της χώρας, την ΠΑΘΕ και την Εγνατία Οδό, όσο και με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, η κατάσταση του οδικού δικτύου είναι δραματική. Οι στενοί επαρχιακοί δρόμοι εναλλάσσονται με τους αγροτικούς χωματόδρομους, από τους οποίους όλη την ημέρα διέρχονται μεγάλα φορτηγά, δεδομένου ότι δύο από τις βασικές δραστηριότητες στην περιοχή είναι οι μεταφορές και τα logistics, δηλαδή η αποθήκευση. Πέραν αυτού καραμπινάτες ελλείψεις υπάρχουν και σε άλλα δίκτυα και υποδομές, όπως είναι -για παράδειγμα- ο κοινόχρηστος φωτισμός και ο βιολογικός καθαρισμός. Πρόκειται για μία ντροπιαστική κατάσταση που δημιουργήθηκε -και με ευθύνη των δημοσίων αρχών που δεν παρενέβησαν, αλλά το επέτρεψαν- εδώ και δεκαετίες και κάποτε θα πρέπει να συμμαζευτεί. Όπως έγινε στα Οινόφυτα της Βοιωτίας. Ίσως επειδή εκεί είναι εγκατεστημένες μεγάλες επιχειρήσεις και βιομηχανικές μονάδες, που διέπονται από διαφορετική νοοτροπία, έναντι των μικρομεσαίων του Καλοχωρίου.
Συζητώντας αυτή την περίοδο με εκπροσώπους της επιχειρηματικότητας στη Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εμπλέκονται στα κοινά κι έχουν συνηθίσει να παίρνουν θέση για τα ζητήματα που αναφύονται στην επικαιρότητα, αντιλαμβάνεται κανείς την απογοήτευση και την αμηχανία τους γύρω από το θέμα. Διότι -όπως οι ίδιοι ομολογούν- όταν κάποιος ασκεί κριτική στην Πολιτεία η «δουλειά» του είναι εύκολη διότι και δίκιο έχει και επιχειρήματα υπάρχουν, ενώ (υποτίθεται ότι) στις βασικές υποχρεώσεις του κράτους είναι η στήριξη της κοινωνίας και η βελτίωση των συνθηκών της οικονομικής δραστηριότητας. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία οι αδιάφοροι είναι όσοι θα βγουν κερδισμένοι και «κρύβονται» πίσω από την απροθυμία να καταβάλλουν τα όσα ελάχιστα προβλέπονται, τι να πουν οι εκπρόσωποι; Εκπίπτουν στην κατηγορία «έρημοι κι απρόσωποι», που λέει και ο Σαββόπουλος.
Πέρα από την ιδιαίτερη περίπτωση καθενός από τους 2.200 αρνητές -περί τους 100 ανταποκρίθηκαν θετικά στο κάλεσμα της ΠΚΜ- η συνολική εικόνα αποκαλύπτει έναν πρωτοφανή συντηρητισμό σε μια κατηγορία της κοινωνίας που (υποτίθεται ότι) λόγω επιχειρείν πρέπει να βρίσκεται στην πρωτοπορία. Ίσως και μια μιζέρια. Διότι πως αλλιώς να χαρακτηρίσει κανείς την άρνηση να συμμετάσχει κάποιος σε μια προσπάθεια που στο τέλος της ημέρας θα τον βγάλει κερδισμένο επειδή πρέπει να καταβάλει μια συμμετοχή; Και φυσικά το ρητορικό ερώτημα είναι: «Θα υπήρχαν αυτές οι αντιρρήσεις εάν η πολιτεία αναλάμβανε πλήρως το έργο, από την ιδέα μέχρι την υλοποίηση, παίρνοντας και όλα τα βάρη που απαιτούνται χωρίς να ζητήσει τη συνδρομή των ιδιωτών»; Η απάντηση είναι αυτονόητα αρνητική, αφού βρισκόμαστε σε μία χώρα που οι συντριπτικά περισσότεροι -ασφαλώς όχι όλοι- περιμένουν τα πάντα από το κράτος. Με δαπάνες του δημόσιου ταμείου, το οποίο βλέπουν ως κάτι ξένο και μακρινό. Σε αντίθεση με το δικό τους ταμείο, το δικό τους πορτοφόλι και τη δική τους τσέπη…
ΥΓ1. Τις τελευταίες ημέρες που η Voria.gr έχει αναδείξει το θέμα υπήρξαν αντιδράσεις, αποκλειστικά από επιχειρηματίες στην περιοχή του Καλοχωρίου που θέλουν η ανάπλαση της περιοχής να γίνει. Είναι μάλλον αυτοί, οι οποίοι θα συμμετάσχουν σε ειδική εκδήλωση για το θέμα που θα γίνει την Κυριακή 22 Μαρτίου στο Hyatt, στο πλαίσιο του φετινού Money Show της Θεσσαλονίκης. Μακάρι τέτοια ζητήματα να λύνονταν σε μια ημερίδα -ή σε δύο ή σε δέκα-, αλλά δεν γίνεται.
ΥΓ2. Ένα sms που λάβαμε από επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στην περιοχή και συμφωνεί με το πλάνο της αναβάθμισης τα λέει όλα ή σχεδόν όλα: «Έχεις ένα αγροτεμάχιο και παρακαλάς να μπει στο Σχέδιο Πόλης. Κι εδώ μπαγιάτικα σκεφτόμαστε. Μας χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάμε στα δόντια. Κι ας μας χαρίζουν το μεγαλύτερο κομμάτι από την εισφορά σε χρήμα!!!. Δίνεις 15% και θα είσαι σε πολεοδομημένη περιοχή». Τόσο απλά.
ΥΓ3. Με τα δεδομένα της υπόθεσης «Καλοχώρι» ο καθένας μπορεί να προβάλλει όλα τα υπόλοιπα -παλαιότερα και νεότερα- ζητήματα που απασχολούν την επιχειρηματικότητα της Θεσσαλονίκης ή συνδέονται με τις προοπτικές της.