Skip to main content

Τι δείχνουν οι φετινές Philoxenia και Food & Drinks για το μέλλον των εκθέσεων στη Θεσσαλονίκη

Αποκαλυπτικό για την πορεία της ΔΕΘ – Helexpo το τριήμερο από τις 14 ως τις 16 Νοεμβρίου

Κάποτε η Philoxenia, η έκθεση τουρισμού, και η Detrop, η διεθνής έκθεση τροφίμων και ποτών, ήταν από τις μεγαλύτερες κλαδικές της ΔΕΘ – Helexpo. Άλλωστε είναι και από τις παλαιότερες, αφού η μεν Philoxenia διοργανώθηκε για πρώτη φορά το 1985 και η Detrop, που έχει πλέον μετονομαστεί σε Food & Drinks, έκανε πρεμιέρα το 1978. Σήμερα, το 2025, οι δύο αυτές εκθέσεις συστεγάζονται στο διεθνές εκθεσιακό κέντρο της ΔΕΘ – Helexpo στη Θεσσαλονίκη, από αύριο Παρασκευή 14 Νοεμβρίου μέχρι την Κυριακή 16 του μηνός. Πρόκειται ασφαλώς για μια εικόνα πολλαπλώς απογοητευτική. Δεδομένου ότι -σύμφωνα με τα δεδομένα της αγοράς των Εκθέσεων- η ανάπτυξη και οι επιδόσεις των κλαδικών διοργανώσεων πηγαίνουν παράλληλα με την πορεία των κλάδων που υπηρετούν, η μέτρια εικόνα δύο εκθέσεων που απευθύνονται σε δύο από τους πιο εύρωστους και διαρκώς επεκτεινόμενους και αναπτυσσόμενους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, καταδεικνύει το εύρος και το βάθος του προβλήματος.

Η αλήθεια είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες -για την ακρίβεια από το 2000 και μετά- πολλά άλλαξαν στην ελληνική εκθεσιακή αγορά. Η ΔΕΘ – Helexpo απώλεσε το ουσιαστικό μονοπώλιο που είχε ως «εθνικός εκθεσιακός φορέας». Ένα εν πολλοίς «φυσικό μονοπώλιο» που οφείλονταν στις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, κάτι που στη δεκαετία του 1990 την οδήγησε στη δημιουργία εκθεσιακού κέντρου στην Αθήνα, στην οδό Κηφισίας. Μια υποδομή που δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στον εκθεσιακό δυναμισμό που ανέπτυξαν ιδιώτες από την Αθήνα, πρωτίστως στην πολύ μεγαλύτερη αγορά της πρωτεύουσας. Όταν, μάλιστα, κατασκευάστηκε ακριβώς δίπλα στο αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος» -σε απόσταση μόλις 2 χλμ.- το μεγάλο και σύγχρονο εκθεσιακό κέντρο «Metropolitan Expo», ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση για την παρακμή και τον μαρασμό της Θεσσαλονίκης ως… εκθεσιούπολης. Διότι η ΔΕΘ - Helexpo παρέμεινε, πεισματικά και με ευθύνη όλων των κυβερνήσεων, κρατική. Δεν κατάφερε ούτε να διεθνοποιηθεί σε βαθμό που να καταστήσει τη Θεσσαλονίκη περιφερειακό εκθεσιακό κέντρο για τα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ούτε, όμως και να επεκταθεί στην ελληνική περιφέρεια στηρίζοντας τις τοπικές οικονομίες. Στην ουσία περιορίστηκε να «σώσει οτιδήποτε κι αν σώζεται» στη Θεσσαλονίκη -στην πραγματικότητα λίγα πράγματα- και να διατηρήσει κάποια λάμψη λόγω της Γενικής Εκθέσεως του Σεπτεμβρίου και των πολιτικών γεγονότων που τη συνοδεύουν. Τις κυβερνητικές εξαγγελίες το πρώτο Σαββατοκύριακο και την κριτική της αντιπολίτευσης τις επόμενες ημέρες. 

Άλλη εποχή 

Επειδή οι εποχές αλλάζουν και μαζί τους αλλάζουν -πολύ περισσότερο- οι αγορές, οι οποίες ενσωματώνουν τόσο τεχνικές και τεχνολογικές εξελίξεις, όσο και τις διαφορετικές μεθόδους και νοοτροπίες που συνοδεύουν αυτές τις αλλαγές, οι υπεύθυνοι της ΔΕΘ – Helexpo τα τελευταία δέκα και περισσότερα χρόνια, συνειδητοποίησαν ότι οι κτηριακές υποδομές του εκθεσιακού κέντρου Θεσσαλονίκης ήταν ξεπερασμένες. Κάτι φυσιολογικό, αφού πρόκειται για κτηριακές εγκαταστάσεις των δεκαετιών του 1960, του 1970 και του 1980. Άλλωστε πολλά από τα υφιστάμενα περίπτερα κατασκευάστηκαν -ελέω δημοσίου- χωρίς να διαθέτουν οικοδομική άδεια και ως κτήρια νομιμοποιήθηκαν με τον νόμο περί αυθαιρέτων μετά το πρώτο μνημόνιο του 2010! Κάπως έτσι δρομολογήθηκε το 2012 η ανάπλαση του χώρου, ώστε η Θεσσαλονίκη να αποκτήσει σύγχρονες εκθεσιακές και συνεδριακές εγκαταστάσεις. Περίπου 14 (!) χρόνια μετά ο διαγωνισμός για την ανάπλαση αναμένεται να προκηρυχθεί στο πρώτο εξάμηνο του 2026, σύμφωνα με την τελευταία δήλωση του προέδρου της ΔΕΘ – Helexpo, Τάσου Τζήκα. 

Ανταγωνισμός πόλεων 

Ο ίδιος σημειώνει παράλληλα ότι την επόμενη δεκαετία ο εκθεσιακός ανταγωνισμός των βαλκανικών πόλεων για την ευρύτερη αγορά της Νορτιοανατολικής Ευρώπης θα είναι οξύτατος και το νέο εκθεσιακό κέντρο που θα κατασκευαστεί θα προσδώσει ένα πλεονέκτημα στη Θεσσαλονίκη. Το τι θα γίνει μέχρι τότε είναι άγνωστο για πολλούς λόγους, εκ των οποίων τρεις είναι οι κυριότεροι: 

Πρώτον, τις επόμενες εβδομάδες στη ΔΕΘ – Helexpo θα αναλάβει νέα διοίκηση της επιλογής του Υπερταμείου, που είναι ο μέτοχος της εταιρείας. Μια αλλαγή που ασφαλώς θέλει τον χρόνο της για να αποδώσει.

Δεύτερον, το έργο της ανάπλασης του εκθεσιακού κέντρου Θεσσαλονίκης, που περιλαμβάνει και τη δημιουργία Μητροπολιτικού Πάρκου άνω των 100 – 110 στρεμμάτων, θα πραγματοποιηθεί ως δημόσιο έργο, με πόρους του κρατικού προϋπολογισμού, από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Στην πράξη το συγκεκριμένο σχήμα συνήθως λειτουργεί με προβλήματα, που μπορεί να μην φτάνουν στη ματαίωση της παρέμβασης, αλλά σίγουρα συνδέονται με σημαντικές χρονικές καθυστερήσεις και ενδιάμεσες προσαρμογές, ακόμη και στον τελικό σχεδιασμό.

Τρίτον, στο μεσοδιάστημα από την έναρξη μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών ανάπλασης, το εκθεσιακό κέντρο θα λειτουργεί και η ΔΕΘ – Helexpo θα οργανώνει εκθέσεις, έστω όπως – όπως. Το τι θα σημάνει αυτό μεσοπρόθεσμα για τις εκθεσιακές δραστηριότητες της ΔΕΘ - Helexpo μόνο ο χρόνος θα δείξει, αλλά πολλοί στη Θεσσαλονίκη έχουν εύλογες επιφυλάξεις σε δύο επίπεδα: Τόσο για το έργο της ανάπλασης αυτό καθαυτό -εξέλιξη, χρόνος, αποτέλεσμα, διαχείριση του Μητροπολιτικού Πάρκου-, όσο και για την εκθεσιακή δραστηριότητα. Με απλά λόγια: πολλοί στη Θεσσαλονίκη δεν πιστεύουν, πλέον, ούτε στο ένα, ούτε στο άλλο, ξεπερνώντας γραφικότητες του τύπου «χωρίς την Έκθεση η Θεσσαλονίκη θα είναι μια άλλη πόλη». Άλλωστε η Θεσσαλονίκη στο πέρασμα των χρόνων -για να μην πούμε των αιώνων και των χιλιετιών- προφανώς έχει αλλάξει και επειδή κάποια στιγμή της έλειψαν διάφορα που κάποτε είχε, από το πλουραλιστικό πληθυσμιακό ψηφιδωτό, μέχρι την εκτεταμένη μεταποίηση και άλλα πολλά.  

Οι χαμένες ευκαιρίες

Η Θεσσαλονίκη ως… εκθεσιούπολη έχασε τις τελευταίες δεκαετίες πολλές ευκαιρίες. Ίσως να πλήρωσε τον επί δεκαετίες μονοπωλιακό χαρακτήρα της ΔΕΘ – Helexpo. Ή και να βιώνει τις επιπτώσεις της λειτουργίας της ως μέρος του ελληνικού δημοσίου, που δραστηριοποιείται σε μια έντονα ανταγωνιστική αγορά, την οποία διέπουν ιδιωτικοοικονομικοί όροι. Πιθανόν οι συνέπειες να οφείλονται σε αυτούς τους δύο, αλλά και σε άλλους παράγοντες. Το βέβαιον είναι ότι μόνο στην Ελλάδα οι εκθεσιακές δραστηριότητες χαρακτηρίζονταν επί δεκαετίες υποδορίως ως «εθνικού χαρακτήρα», ώστε να αποκλειστεί η εμπλοκή ιδιωτών -κατά προτίμηση ξένων- στη ΔΕΘ – Helexpo. Εάν τότε, στη δεκαετία του 1990, είχε προχωρήσει ο σχεδιασμός για εξεύρεση διεθνούς στρατηγικού συμμάχου -για ιδιωτικοποίηση ούτε λόγος!- με τεχνογνωσία και πελατολόγιο ίσως σήμερα τα πράγματα να ήταν διαφορετικά για τη Θεσσαλονίκη στο εκθεσιακό και συνεδριακό πεδίο. Και το καλύτερο: η συμμετοχή ξένου εκθεσιακού φορέα στη ΔΕΘ – Helexpo είχε ματαιωθεί, παρά το ότι η διαδικασία ξεκίνησε και εξελίχθηκε, επειδή -όπως ψιθύριζε από τότε εμπλεκόμενος λόγω χαρτοφυλακίου υπουργός- «η ΔΕΘ είναι το κόμπλεξ της Θεσσαλονίκης και κανείς δεν υπογράφει για την ιδιωτικοποίησή της». Που δεν ήταν καν… ιδιωτικοποίηση. 

ΥΓ. /Το 2027 το Βελιγράδι θα διοργανώσει την παγκόσμια Έκθεση EXPO, αυτή που διεκδίκησε η Θεσσαλονίκη για το 2008, αλλά δεν τα κατάφερε. Πέρα από την επισκεψιμότητα που θα προσφέρει στην πόλη μια έκθεση που διαρκεί μερικούς μήνες, κάτι που ίσως δεν είναι σημαντικό επειδή η αίγλη και η ελκυστικότητα των EXPO φθίνει διαρκώς, η πρωτεύουσα της Σερβίας θα αποκτήσει λόγω της EXPO καινούριες, μεγάλες και σύγχρονες εκθεσιακές εγκαταστάσεις εκτός του κέντρου της πόλης, που ασφαλώς θα αποτελέσουν το μεγάλο και ουσιαστικό της πλεονέκτημα στην εκθεσιακή «μάχη των πόλεων» στα Βαλκάνια. Πέραν του ότι το Βελιγράδι είναι πρωτεύουσα χώρας, ενώ η Θεσσαλονίκη, που δεν είναι, έχει εγκαταλείψει πλήρως την προσπάθεια να αναδειχθεί για πολιτικούς, οικονομικούς και ιστορικούς λόγους στο επίκεντρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.