Skip to main content

Η πικρή αλήθεια των ποσοστών που αποκαλύπτουν τη σχέση της Θεσσαλονίκης με τη Διεθνή Έκθεση

Οι Θεσσαλονικείς σε μεγάλο βαθμό έχουν αποσυνδεθεί από τη ΔΕΘ του Σεπτεμβρίου, αλλά για λόγους τοπικιστικούς και παράδοσης οι περισσότεροι θέλουν να εξακολουθήσει να υπάρχει. Η αποκαλυπτική έρευνα

Αποκαλυπτικό για τον τρόπο που αντιμετωπίζουν οι Θεσσαλονικείς τη Διεθνή Έκθεση του Σεπτεμβρίου -την κορυφαία εκθεσιακή διοργάνωση στην πόλη- είναι το πρόσφατο «Βαρόμετρο» του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου. Σύμφωνα με τον κ. Πασχάλη Τεμεκενίδη, διευθυντή ερευνών της εταιρείας Palmos Analysis, που «τρέχει» τη συγκεκριμένη έρευνα από το 2009, δηλαδή εδώ και 15 χρόνια, οι απαντήσεις τόσο των πολιτών-καταναλωτών όσο και των επιχειρήσεων της περιοχής για τη ΔΕΘ μπορούν να χαρακτηριστούν… αμυντικές. Διότι ενώ μόλις το 17% και στις δύο κατηγορίες έχουν άμεση και δημιουργική σχέση με τη ΔΕΘ -είτε την επισκέπτονται είτε συμμετέχουν-, υπάρχει ένα 66%, πρακτικά δύο στους τρεις, που θεωρεί ότι ο θεσμός έχει μεγάλη σημασία για τη Θεσσαλονίκη. Στην προκειμένη περίπτωση είναι προφανές ότι λειτουργεί έντονα το τοπικιστικό στοιχείο, αλλά και μια συντηρητική κατά βάθος άποψη, που δεν επιθυμεί γενικά να αφαιρεθεί οτιδήποτε υπάρχει στην πόλη, ακόμη κι αν με τη στάση του δείχνει ότι πρόκειται για κάτι παρακμιακό και σχετικά αδιάφορο. Επίσης, συγκρίνει τις εξελίξεις με όσα συμβαίνουν στην Αθήνα και αισθάνεται την ανάγκη να αντιδράσει.

Όλα αυτά εξηγούνται και -πολύ περισσότερο- δικαιολογούνται, αφού οι πολίτες δεν είναι υποχρεωμένοι σε όλες τις περιπτώσεις να βλέπουν τα πράγματα εις βάθος. Ειδικά όταν καλούνται να εκφράσουν ανέξοδα την άποψή τους. Γι’ αυτό οι Θεσσαλονικείς εμφανίζονται στο Βαρόμετρο χωρίς κανένα πρόβλημα να υπερασπιστούν κάτι μόνο και μόνο λόγω των αισθημάτων τοπικισμού που τους διακατέχουν. Πρόκειται για μία συνθήκη που ενδεχομένως ικανοποιεί ή και «καλύπτει» κάποιους πολιτικούς, επαγγελματίες και τεχνοκράτες, οι οποίοι σχετίζονται απευθείας με τις δραστηριότητες της ΔΕΘ – Helexpo και κερδίζουν από αυτές, αλλά αφήνει αναπάντητα αρκετά ερωτηματικά που αφορούν την ουσία της σημερινής σχέσης της Έκθεσης με τη Θεσσαλονίκη, άρα και τη λειτουργία του θεσμού. Πέρα από τις ιστορίες του παρελθόντος, τις αναμνήσεις και τις εντυπώσεις που καλύπτονται από την πατίνα του χρόνου. Διότι όπως φαίνεται από τα στοιχεία του Βαρόμετρου -που, για να μη γελιόμαστε, απλώς επιβεβαιώνουν τη γενικευμένη αντίληψη- η σχέση που υπάρχει σήμερα ανάμεσα στην Έκθεση του Σεπτεμβρίου και την κοινωνία της Θεσσαλονίκης είναι… χαλαρή. Σίγουρα πιο χαλαρή από ποτέ στο παρελθόν, αφού η ροή των κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων, από τη μια, σε αντιδιαστολή με την εμμονή σε παραδοσιακές πρακτικές, από την άλλη, διευρύνουν την απόσταση. Καθόλου τυχαία πολλοί Θεσσαλονικείς που μπορούν να φύγουν από την πόλη το Σαββατοκύριακο των εγκαινίων της ΔΕΘ το κάνουν για να γλυτώσουν την ταλαιπωρία των κλειστών δρόμων. Με αυτά τα δεδομένα η πρόκληση του εκσυγχρονισμού της ΔΕΘ, που ούτως ή άλλως δεν έχει συγκεκριμένη ταυτότητα, ώστε να συντονιστεί με το πνεύμα της εποχής, είναι επιτακτική για τη μακροημέρευση του θεσμού. Το θέμα έχει τεθεί -και συζητηθεί- πολλές φορές εδώ και χρόνια, καθώς διαχωρίζεται από τις κλαδικές εκθέσεις, οι οποίες και δυναμισμό καταγράφουν και ταυτότητα έχουν και η διαχείρισή τους είναι απλούστερη και πιο στοχευμένη. Άλλωστε κατά βάσιν η επιτυχία μιας κλαδικής έκθεσης εξαρτάται από την πορεία του κλάδου που καλείται να υπηρετήσει.

Η αλήθεια των ποσοστών  

Σε κάθε περίπτωση, είτε γενικότερα για τη ΔΕΘ – Helexpo είτε για τη Γενική Έκθεση του Σεπτεμβρίου, στην ερώτηση που αφορά την εξέλιξη και το μέλλον η απάντηση που δίνουν οι αρμόδιοι, από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, μέχρι τη σημερινή, σχεδόν ισόβια, διοίκηση της ΔΕΘ - Helexpo, είναι μονοσήμαντη. Επικεντρώνεται στην ανάπλαση του εκθεσιακού κέντρου, καθώς οι σημερινές υποδομές θεωρούνται ξεπερασμένες για να υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική αναβάθμιση. Το αν το συγκεκριμένο έργο θα προχωρήσει και θα ολοκληρωθεί κάποια στιγμή στο μέλλον είναι ένα ζήτημα, αφού όπου εμπλέκονται πολλά λεφτά και μεγάλες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις μέχρι τέλους υπάρχουν ερωτηματικά και αμφιβολίες. Ήδη από τον σχεδιασμό του έργου έχουν περάσει 12 χρόνια, χωρίς η υπόθεση να μπει στο… κυρίως πιάτο. Το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου ευρώ είναι εάν ένα σύγχρονο εκθεσιακό και συνεδριακό κέντρο αρκεί από μόνο του για να πάρει μπροστά η… μηχανή παραγωγής περιεχομένου, δηλαδή να πολλαπλασιαστούν και να αναβαθμιστούν τα εκθεσιακά και συνεδριακά γεγονότα. Αυτό μόνο η ζωή και η πραγματικότητα θα το απαντήσει. Άλλωστε, στη Θεσσαλονίκη των «χαμένων ευκαιριών στο άδειο τέρμα», ο χρόνος σε πολλές περιπτώσεις κυλάει με τον δικό του ρυθμό, που είναι απελπιστικά αργός. Κάτι που σε μια εποχή κατά την οποία «το γρήγορο ψάρι τρώει το αργό» είναι αυτοκτονικό και δημιουργεί δύσκολες καταστάσεις τύπου Μετρό, για το οποίο πολλοί στη Θεσσαλονίκη αμφιβάλλουν ακόμη και λίγες ημέρες πριν από τη λειτουργία του. 

Σε ό,τι αφορά, πάντως, τη Γενική Έκθεση του Σεπτεμβρίου, η διοργάνωση της οποίας έχει αμφισβητηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, το Βαρόμετρο του ΕΒΕΘ για το Β΄ εξάμηνο του 2024, έθεσε στις επιχειρήσεις του νομού Θεσσαλονίκης το ερώτημα «Πόση σημασία έχει η ΔΕΘ;». Οι απαντήσεις που δόθηκαν έχουν ως ακολούθως: Για το σκέλος που αφορά την πόλη της Θεσσαλονίκης το «Πολύ» και το «Αρκετά» παίρνουν συνολικά 56%, το «Καθόλου» και το «Λίγο» συγκεντρώνουν 26% και το «Ούτε λίγο ούτε πολύ» 17%. Αντίστοιχα για το σκέλος που αφορά τις ίδιες τις επιχειρήσεις το «Πολύ» και το «Αρκετά» συγκεντρώνουν 17%, το «Καθόλου» και το «Λίγο» 66% και το «Ούτε λίγο ούτε πολύ» 18%.

Στην ίδια ερώτηση οι καταναλωτές, δηλαδή οι κάτοικοι του νομού Θεσσαλονίκης, απαντούν στο Βαρόμετρο κατά 17% ότι επισκέφθηκαν τον φετινό Σεπτέμβριο της ΔΕΘ, ποσοστό που μεταφράζεται σε 155.000 μοναδικές επισκέψεις. Πρόκειται στην ουσία σχεδόν για το σύνολο των επισκέψεων, που στις πύλες της 88ης ΔΕΘ καταγράφηκαν περί τις 220.000, στις οποίες, όμως, υπολογίζονται και οι επαναλαμβανόμενες. Την ίδια ώρα το 64% θεωρεί ότι η ΔΕΘ είναι «Πολύ ή «Αρκετά» σημαντική για τη Θεσσαλονίκη, ενώ το 18% των ερωτηθέντων θεωρούν ότι ο θεσμός -η Γενική Έκθεση του Σεπτεμβρίου- είναι «Καθόλου» ή «Λίγο» σημαντικός για την πόλη.  

Η εικόνα αυτή είναι αποκαλυπτική: οι Θεσσαλονικείς σε μεγάλο βαθμό έχουν αποσυνδεθεί από τη Διεθνή Έκθεση του Σεπτεμβρίου, αλλά για λόγους τοπικιστικούς και παράδοσης οι περισσότεροι θέλουν να εξακολουθήσει να υπάρχει. Την αγαπούν αλλά δεν την… παντρεύονται. Παρακολουθούν από απόσταση. Από μακριά κι αγαπημένοι, που λέει ο λόγος. Είναι κάτι σαν το… κόμπλεξ τους, που έλεγε κι ένας παλαιότερος πολιτικός, που δεν τόλμησε να υπογράψει για να πουληθεί σε ξένους ενδιαφερόμενους ο κλάδος της διοργάνωσης των κλαδικών εκθέσεων. Προφανώς η ΔΕΘ δεν ελκύει τους Θεσσαλονικείς, ούτε τους είναι χρήσιμη, αλλά… καλό  είναι να υπάρχει. Εξίσου προφανώς το πρόβλημα δεν είναι δικό τους. Άλλωστε ο πελάτης είναι… πελάτης και είναι δύσκολο να του χρεώσεις άδικο. Απλώς η ΔΕΘ θα πρέπει να επανασυνδεθεί απευθείας με τη Θεσσαλονίκη και τους Θεσσαλονικείς. Όσο απλό μπορεί να είναι κάτι τέτοιο στις μέρες μας. Ίσως η ΔΕΘ – Helexpo θα πρέπει να αναζητήσει τρόπους ώστε να θέσει στο επίκεντρο της Γενικής Έκθεσης του Σεπτεμβρίου την πόλη και τους κατοίκους της. Έτσι κι αλλιώς είναι αυτοί που τη στηρίζουν με την παρουσία τους -η συντριπτική πλειοψηφία των 220.000 εισόδων-, αλλά και με τη γνώμη τους. Διότι μόνο η ανάπλαση του εκθεσιακού κέντρου -αν και όποτε γίνει-, χωρίς αλλαγή προσανατολισμού και επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας, δεν αρκεί για να ξαναφέρει ενεργά την πόλη δίπλα στη ΔΕΘ.