Τα 90 του χρόνια γιορτάζει αυτές τις μέρες το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, ένας φορέας που είναι στενά συνδεδεμένος με την παραγωγική διαδικασία στην περιοχή της Θεσσαλονίκης.
Ιδιαίτερα στις δεκαετίες του 1970, του 1980 και του 1990 οι βιοτεχνίες αντιπροσώπευαν ένα μεγάλο κομμάτι της μεταποίησης στη Β. Ελλάδα γενικότερα και στη Θεσσαλονίκη ειδικότερα. Ήταν η εποχή που βιοτεχνίες υπήρχαν –ή θα μπορούσαν να υπάρχουν- παντού. Σε διαμερίσματα πολυκατοικιών, σε υπόγεια κτιρίων, σε γιαπιά, σε οργανωμένες εγκαταστάσεις. Παντού, στην Ανατολική Θεσσαλονίκη, στο δυτικό κομμάτι της πόλης, στο κέντρο. Μια ανάπτυξη που εν πολλοίς –αλλά όχι αποκλειστικά- οφείλονταν τόσο στην άνθιση της κλωστοϋφαντουργίας και της ένδυσης, όσο και στην επιδότηση των εξαγωγών, ακόμη κι όταν επρόκειτο για φασόν παραγγελίες γνωστών διεθνών εταιριών, με έδρα κυρίως κάποια από τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες. Υπήρχαν ακόμη βιοτεχνίες με πολλά αντικείμενα. Για παράδειγμα την παραγωγή επίπλων κουζίνας, που στήριζε την οικοδομική δραστηριότητα στη χώρα, ή την παραγωγή ελαστικών εξαρτημάτων, που εξυπηρετούσε υπεργολαβικά μεγάλες παραγωγικές μονάδες, όπως ήταν τότε η ΕΛΒΟ.
Από τη δεκαετία του 1990 και πολύ περισσότερο μετά το 2000 το άνοιγμα των προς Βορράν συνόρων της χώρας και η επέλαση της παγκοσμιοποίησης στην οικονομία και την παραγωγή οδήγησε τη βιοτεχνική δραστηριότητα σε μαρασμό. Η Θεσσαλονίκη λόγω της κυρίαρχης θέσης της σε αυτό το σκηνικό δέχθηκε σημαντικό πλήγμα. Και σήμερα υπάρχουν εκατοντάδες βιοτεχνικές επιχειρήσεις που επιβίωσαν και επιμένουν, αλλά η εικόνα δεν μπορεί να συγκριθεί με ότι συνέβαινε 30 ή 40 χρόνια πριν.
Με αυτά τα δεδομένα ο ρόλος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου –ή του βιοτεχνικού βραχίονα ενός ενιαίου Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, όπως ακούγεται ότι θα γίνει σύντομα- είναι σημαντικός. Κυρίως διότι στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ακόμη μια κρίσιμη μάζα μικρομεσαίων επιχειρήσεων του δευτερογενούς τομέα της οικονομίας, που παράγουν προϊόντα και καλλιεργούν την εξωστρέφεια. Άρα υπάρχουν δραστήριοι άνθρωποι που κινούνται στο πεδίο της παραγωγής και των εξαγωγών, η εμπειρία των οποίων είναι πολύτιμη. Ειδικά τώρα που όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας, αλλά και το κουαρτέτο των εταίρων και δανειστών, δείχνουν να έχουν συνειδητοποιήσει την ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού προτύπου της χώρας, ώστε η ελληνική οικονομία να καταστεί ανταγωνιστική. Μια αλλαγή που δεν μπορεί να βασίζεται σε αφορισμούς και αφέλειες του τύπου «η Ελλάδα είναι χώρα εμπορίου και υπηρεσιών», αλλά στο δεδομένο ότι «η καινοτομία και η εξωστρέφεια μπορούν να στηρίξουν τις ελληνικές επιχειρήσεις στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, ανεξαρτήτως του αν δραστηριοποιούνται στον πρωτογενή, τον δευτερογενή ή τον τριτογενή τομέα της οικονομίας».
Σε κάθε περίπτωση τα 90 χρόνια του ΒΕΘ είναι σημαντική επέτειος,. Όπως έγινε πέρσι με τα 100 χρόνια του ΣΒΒΕ και φέτος με τα 100 χρόνια του ΕΒΕΘ, επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη και τις δυνατότητες συλλογικής δράσης των επιχειρήσεων και των επαγγελματιών. Διότι καλό είναι να μη ξεχνάμε ότι στις τάξεις του ΒΕΘ δεν ανήκουν μόνο βιοτεχνίες, αλλά και επαγγελματίες, που χρησιμοποιούν εργαλεία (ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, κουρείς κ.λπ.). Οι πιο συνειδητοποιημένοι από αυτούς θεωρούν το Επιμελητήριο –το κάθε Επιμελητήριο στο οποίο ανήκουν- κάτι σαν δεύτερο σπίτι τους και προσβλέπουν σε στήριξη. Όχι στη λογική του συνδικαλιστικού σωματείου –άλλωστε τα Επιμελητήρια είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τα Σωματεία και τους Συλλόγους-, αλλά της συμπαράστασης, τόσο σε ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις ενός κλάδου με την πολιτεία –την πολιτική, νομοθετική και εκτελεστική εξουσία-, όσο και σε θέματα επαγγελματικής εξέλιξης και επάρκειας, όπως είναι η οργανωμένη επιμόρφωση.