Skip to main content

Τι σημαίνει «τοπικό ντέρμπι» στο Μιλάνο και τη Μαδρίτη και τι στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα

Μπορούμε, σήμερα, να φανταστούμε το ΠΑΟΚ - Άρης ή το Ολυμπιακός - Παναθηναϊκός να διεξάγονται όπως το Ίντερ - Μίλαν;

Την Κυριακή που μας πέρασε στο ελληνικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου είχαμε δύο μεγάλα τοπικά ντέρμπι. Το ΠΑΟΚ – Άρης στη Θεσσαλονίκη και το ΑΕΚ – Παναθηναϊκός στην Αθήνα. Την ίδια ημέρα είχαμε το τοπικό ντέρμπι στη Μαδρίτη, Ατλέτικο – Ρεάλ, την περασμένη εβδομάδα είχαμε το πρώτο φετινό μεγάλο τοπικό ντέρμπι στο Μιλάνο της Ιταλίας, το ματς ανάμεσα στην Ίντερ και τη Μίλαν στο οποίο βρέθηκε η Voria.gr, ενώ ακολουθεί το επόμενο διάστημα το μεγάλο ματς του Μάντσεστερ της Αγγλίας, ανάμεσα στη Γιουνάιτεντ και τη Σίτι. Πέραν του ορισμού «τοπικό ντέρμπι», που αφορά έναν αγώνα ανάμεσα σε δύο ομάδες που έχουν την έδρα τους στην ίδια πόλη, η ελληνική και η ευρωπαϊκή περίπτωση δεν έχουν άλλες ομοιότητες. Αντιθέτως έχουν μεγάλες διαφορές. Και αν στο αγωνιστικό επίπεδο η διαφορά κλάσεως οφείλεται στην παράδοση και στα οικονομικά μεγέθη, στο κοινωνικό πεδίο οι διαφορές οφείλονται στην κουλτούρα και τον πολιτισμό.

Η σημαντικότερη από τις διαφορές αφορά μια πανευρωπαϊκή πρωτοτυπία της χώρας μας. Διότι η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα, στην οποία οι κατά τεκμήριο σημαντικότεροι αγώνες του πρωταθλήματος, τα λεγόμενα ντέρμπι, γίνονται χωρίς στις κερκίδες να υπάρχουν υποστηρικτές των φιλοξενουμένων και με ξένους διαιτητές. Πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου -κάλπικου με βάση το ευρωπαϊκό κεκτημένο- νομίσματος. Πρωτίστως οι παράγοντες των ομάδων δεν εμπιστεύονται κανέναν άλλον πέραν των επιλογών τους, επομένως αδυνατούν να σκεφτούν ότι η ομάδα τους μπορεί και να χάσει. Έτσι, όποτε συμβαίνει αυτό το φυσιολογικό γεγονός, φταίνε πάντα κάποιοι άλλοι, κυρίως οι διαιτητές και όσοι τους ορίζουν.

 

 

Στο παρελθόν, πριν καθιερωθεί η ντροπιαστική, αν και κατά πολλούς αναγκαστική, για το ελληνικό ποδόσφαιρο και τη χώρα γενικότερα πρόσκληση ξένων διαιτητών για τα κρισιμότερα παιχνίδια της εβδομάδας, είχαμε ακούσει καταγγελίες κατά διαιτητών ακόμη και για το με ποιους υπηρετούσαν στον στρατό ή που πέρασαν μία εβδομάδα διακοπές προ… 20ετίας. Μετά τα απανωτά περιστατικά οπαδικής βίας, η πολιτεία για να ξεμπερδεύει αποφάσισε να απαγορεύσει κυρίως δια της αστυνομίας- την παρουσία φίλων της φιλοξενούμενης ομάδας, ώστε να εκλείψουν τα επεισόδια.

Ωστόσο, οι δύο αυτές συνθήκες αλλοιώνουν ουσιωδώς το άθλημα. Κι αν η επιλογή ξένων διαιτητών μπορεί να χαρακτηριστεί τεχνικό πρόβλημα που απλώς εκθέτει τη χώρα διεθνώς, η απουσία των φιλοξενουμένων από τις κερκίδες είναι κάτι λιγότερο από την απουσία της ίδιας της φιλοξενούμενης ομάδας από τον αγωνιστικό χώρο. Φυσικά οι σημερινοί επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, πολύ περισσότερο η μεγάλη πλειονότητα των αλλοδαπών που παίζουν στις ελληνικές ομάδες, δεν ενδιαφέρονται, επειδή λειτουργούν ως μισθοφόροι. Αυτή η συνθήκη τούς επιβλήθηκε, με αυτήν πορεύονται, αλλά μετά βεβαιότητος το ποδόσφαιρο ως άθλημα είναι διαφορετικό σε συνθήκες κανονικότητας με τους φίλους των δύο ομάδων να τις υποστηρίζουν από την κερκίδα -ο περίφημος 12ος παίκτης- και διαφορετικό σε ένα τελείως άδειο από θεατές γήπεδο -όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στους τελικούς του κυπέλλου- ή μια κερκίδα μονόχρωμη.

 

 

Ευρώπη και Ελλάδα

Στην Ευρώπη, με την οποία θέλουμε να συγκρινόμαστε -ή το επίπεδο της οποίας θέλουμε να φτάσουμε- τέτοια ζητήματα ουσιαστικής αλλοίωσης του αθλήματος δεν συζητήθηκαν ποτέ. Κι ας είναι τα συμφέροντα πολύ μεγαλύτερα. Διότι -κακά τα ψέματα- άλλο κόστος έχει μία ήττα της Μίλαν, της Ρεάλ ή της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ από μία ήττα της ΑΕΚ, του ΠΑΟΚ ή του Ολυμπιακού. Μόνο που στην… Εσπερία αντιλαμβάνονται ότι πρώτα – πρώτα και αδιαπραγμάτευτα πρέπει να υπάρχει το άθλημα, ώστε ακολούθως να υπάρχουν οι ομάδες, οι νίκες και τα τρόπαια. Καθόλου τυχαία η Ίντερ και η Μίλαν, δύο ιταλικοί σύλλογοι με πολύ μεγάλη ευρωπαϊκή λάμψη και παγκόσμια εμβέλεια «μοιράζονται» το ίδιο γήπεδο, που αναλόγως της γηπεδούχου τη μία Κυριακή λέγεται Σαν Σίρο και την επομένη Γκιουζέπε Μεάτσα. Εκεί, λοιπόν, στο Μιλάνο, στα μεταξύ τους ματς οι φίλοι των ομάδων να προσέρχονται όλοι μαζί. Οι πιο φανατικοί, οι νεότεροι που φωνάζουν περισσότερο πιάνουν τα δύο πέταλα και σε όλο το υπόλοιπο γήπεδο πηγαίνουν φίλοι των δύο ομάδων -συχνά οικογένειες με παιδιά- που χαίρονται και λυπούνται αναλόγως της εξέλιξης του αγώνα χωρίς ακρότητες και αθλιότητες. Πηγαίνουν στο γήπεδο φορώντας τα κασκόλ της ομάδας τους χωρίς να φοβούνται να περάσουν δίπλα από συγκεντρωμένους οπαδούς που φορούν άλλου χρώματος κασκόλ. Η ημέρα του ντέρμπι στο Μιλάνο είναι μια πολύχρωμη γιορτή για την πόλη, όπου το μπλε-μαύρο και το κόκκινο-μαύρο εναλλάσσονται και γεμίζουν με συναισθήματα το κέντρο της πόλης. Στις μπουτίκ της Μίλαν και της Ίντερ σχηματίζονται ουρές με γονείς και παιδιά που σπεύδουν με τα χαμόγελα ζωγραφισμένα στα πρόσωπά τους για να αγοράσουν προϊόντα με το έμβλημα της αγαπημένης τους ομάδας. Τα εστιατόρια και τα καφέ επίσης γεμάτα από την ίδια πολυχρωμία που αφενός αποθεώνει την έννοια του αθλητισμού και του υγιούς ανταγωνισμού και αφετέρου, φυσικά, μετουσιώνεται σε θετικό οικονομικό αποτέλεσμα με τζίρους εκατομμυρίων ευρώ για τις ομάδες και την πόλη.  

Ουτοπία και πραγματικότητα

Μπορούμε, σήμερα, να φανταστούμε το ΠΑΟΚ - Άρης ή το Ολυμπιακός - Παναθηναϊκός να διεξάγονται με τις ίδιες συνθήκες, όπως περίπου συνέβαινε στην Ελλάδα μέχρι τη δεκαετία του 1980 και τα μέσα της δεκαετίας του 1990; Δυστυχώς, για τα ελληνικά δεδομένα αυτό σήμερα φαντάζει ουτοπία, επιβεβαιώνοντας ακόμα μία αρνητική απόκλιση της χώρας από τον ανεπτυγμένο κόσμο. 

Διότι το ελληνικό ποδόσφαιρο πληρώνει βαρύτατο τίμημα εξαιτίας της «μάχης χαρακωμάτων» των οπαδών -στην ουσία των διοικήσεων των ομάδων που τους συντηρούν. Σήμερα τα εισιτήρια στα ελληνικά γήπεδα είναι υποπολλαπλάσια των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Σε αντίθεση με την Ευρώπη που οι ομάδες αναζητούν επέκταση της χωρητικότητας ή νέα γήπεδα, στην Ελλάδα τα γήπεδα δείχνουν ήδη μεγάλα, εάν εξαιρέσει κανείς δύο – τρία ματς τον χρόνο. Με τα βαρύτατα αστυνομικά μέτρα που λαμβάνει η πολιτεία στους αγώνες πολλοί θαμώνες των κερκίδων έχουν αποχωρήσει. Ακόμη και για να μπει κανείς σε ελληνικό γήπεδο μοιάζει να περνάει έλεγχο… αεροδρομίου. Οι πατεράδες αποφεύγουν, πλέον, να πάνε τα παιδιά τους -ή την οικογένεια τους γενικότερα- στο γήπεδο, επειδή αντιλαμβάνονται τους κινδύνους που υπάρχουν. Το ματς της Κυριακής από κοινωνική εκδήλωση, μέθοδος διαπαιδαγώγησης μέσω του αθλητισμού και διασκέδαση, έχει μετατραπεί σε πεδίο πολέμου, με στρατολογημένους του φανατισμού και κινδύνους που αγγίζουν την ψυχική και σωματική ακεραιότητα. Και κάπως έτσι τελικά χάνεται η ίδια η χαρά της συμμετοχής του κόσμου στο πιο δημοφιλές και ωραίο άθλημα που είναι έτσι φτιαγμένο για να το απολαμβάνει ο κόσμος...

Αυτό, βέβαια, που σήμερα μοιάζει με... επιστημονική φαντασία για την Ελλάδα αργά ή γρήγορα θα γίνει και εδώ κανονικότητα. Εάν πεις σε κάποιον 25χρονο ότι μέχρι τη δεκαετία του '90 μπορούσες να καπνίσεις μέσα στο αεροπλάνο θα σε περάσει για τρελό. Για εξίσου τρελό θα σε περνούν κάποια στιγμή στο μέλλον όταν θα λες ότι κάποτε στην Ελλάδα έπεφτε ξύλο και έβγαιναν μαχαίρια επειδή ο ένας υποστήριζε διαφορετική ομάδα από τον άλλον. Με άλλα λόγια, απλώς χάνουμε χρόνο...